Close
  • Αποθήκευση άρθρου
Χρόνος ανάγνωσης: 1’

Κόρακας κοράκου

Κόρακας κοράκου

«Κόρακας (ο) κ. κοράκι (το) ουσ. (Κ κόραξ, -ακος ): Πουλί σαρκοφάγο με μαύρο φτέρωμα» (από το Μείζον Ελληνικό Λεξικό της ελληνικής γλώσσας – Τεγόπουλος, Φυτράκης).

Close
Κόρακας κοράκου
Χρόνος ανάγνωσης: 1’