Η ιστορία αρχίζει κάπως έτσι… «Με τον πρώτο μισθό που πήρα ως προπονητής, πήγα σε μια βιοτεχνία ρούχων για να φτιάξω είκοσι μπλουζάκια. Τα μοίρασα στους παίκτες μου. Έγραψα πάνω μια φράση που ήθελα να την εντυπώσουν στο μυαλό τους ως στάση ζωής. «Αν δεν δίνετε το 100% σε κάθε προσπάθειά σας, θα το κάνει κάποιος άλλος και θα βλέπετε συνεχώς τις πλάτες του»». Οι πρώτοι παίκτες του τον άκουσαν. Και οι επόμενοι. Και οι επόμενοι. Στην San Pio X. Στην Magenta. Στην Tirboldi Soresina και στην Veroli. Στην Καντού και στην Ούνιξ. Τώρα, στην Μπάμπεργκ. Τον άκουσαν και ο Αντρέα Τρινκιέρι δεν έμεινε ποτέ να κοιτάζει μια γυρισμένη πλάτη. Ούτε καν, φυσικά, εκείνη της ελληνικής ομοσπονδίας!
Το loft της ψυχής!
Στο μυαλό του γεννιούνται διαρκώς ιδέες. Γεμίζει με αποφθέγματα που διαβάζει στα βιβλία του, την ώρα που θα απολαύσει ένα ποτήρι κρασί από την κάβα του. Οι δυο γιοι του, ο 8χρονος Αλεσάντρο και ο 5χρονος Λεονάρντο, αναζητούν την προσοχή του ακόμα και σε στιγμές που το μυαλό του πατέρα τους γυρίζει στην αναγέννηση, που ονειρεύεται να μπορούσε να ζήσει για μια στιγμή. Οι επιρροές του μοιάζουν με εκείνες που θα είχε ένας χαρακτήρας ταινίας. Ένας τυχοδιώκτης ηπείρων, χωρίς να γνωρίζει την έννοια του σπιτικού.
Ο παππούς του γεννήθηκε στον Παναμά και έζησε στη Βοστώνη ως Ιταλός πρόξενος. Ο πατέρας του γεννήθηκε στην Αμερική και γνώρισε στο Λονδίνο τη μητέρα του, που είναι κροατικής καταγωγής. Κι ο Αντρέα; Η Ταμάρα απαίτησε από τον Πολ να ζήσουν στην Ιταλία και το Μιλάνο έγινε ο τόπος γέννησης και ανατροφής του. «Ήταν σε μια εποχή που η Ιταλία ήταν ένα υπέροχο μέρος για να ζεις», περιγράφει ο Τρινκιέρι που μεγάλωσε με το μικρόβιο της πολυεθνικής κουλτούρας. Μιλάει αγγλικά, σέρβικα και έμαθε μέσα σε ένα χρόνο τη ρωσική γλώσσα!
«Είχα το προνόμιο να μεγαλώσω με τρεις γλώσσες και από τρεις διαφορετικές οικογένειες. Διδάχτηκα όλα τα ήθη και έθιμα και είναι κάτι που με έχει βοηθήσει πολύ στη δουλειά μου. Αντιλαμβάνομαι, για παράδειγμα, πως είναι για έναν νεαρό Αμερικανό να έρχεται για πρώτη φορά να παίξει στην Ευρώπη. Ξέρω πώς να τον βοηθήσω να προσαρμοστεί, γιατί γνωρίζω την αμερικάνικη κουλτούρα». Το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο, αλλά ορμώμενο από τη σχέση του με τον Κάιλ Χάινς, τον οποίο ο Αντρέα Τρινκιέρι έφερε στην Ευρώπη το 2008. «Όλοι μου έλεγαν ότι είναι κοντός. Μίλησα μαζί του, όμως, και κατάλαβα ότι δεν μετράει τόσο πολύ το ύψος του, επειδή έχει τεράστια καρδιά».
Ο νυν άσος της ΤΣΣΚΑ, όπως και ο Νίκος Ζήσης είναι οι αγαπημένοι παίκτες του Ιταλού τεχνικού. Η αδυναμία που τους έχει φτάνει σε τέτοιο βαθμό που εύχεται δίπλα στον Αλεσάντρο και τον Λεονάρντο να είχε και μια… Ραφαέλα. «Αν είχα κόρη θα ήθελα να παντρευτεί τον Κάιλ», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή του, όταν πια η προπονητική είχε δικαιώσει τα δικά του όνειρα. Ο πατέρας του, απόφοιτος του Χάρβαρντ, είχε διαφορετικά σχέδια για το παιδί του. Και την οικονομική άνεση να τα στηρίξει. «Δεν ήταν απλά ένα υποθετικό σενάριο. Μπορούσα να πάω και θα πήγαινα στο Χάρβαρντ. Θα σπούδαζα Ιστορία και ξένες γλώσσες, αλλά εγώ είχα ήδη προσβληθεί από το μικρόβιο του μπάσκετ. Όταν το είπα στους γονείς μου, έπαθαν σοκ. Πάτησα πόδι και τους ξεκαθάρισα πως ή θα γίνω προπονητής ή ξεχάστε με».
Και προπονητής έγινε… Ο Αντρέα Τρινκιέρι πεισματάρης και ξεροκέφαλος, δεν αφήνει εύκολα μια ιδέα να βγει από το κεφάλι του χωρίς να την υλοποιήσει. Όπως το loft που έχει φτιάξει στο Μιλάνο για να μπορεί να ηρεμεί το μυαλό του και να ταξιδεύει η ψυχή του. 200 τετραγωνικά μέτρα στην καρδιά της πόλης, που του κόστισαν 2.5 εκ. ευρώ σε μια εποχή που δεν είχε γίνει ακόμα γνωστός. Δεν είχε καν πάρει... αποζημίωση από την ελληνική ομοσπονδία! «Η αληθινή ιστορία πίσω από το διαμέρισμα είναι ότι αγαπάω τη Νέα Υόρκη κι έτσι αγάπησα τα λοφτ. Κάνω μια εξαιρετική δουλειά, αλλά είναι γεμάτη άγχος και ταξίδια, οπότε θέλω ένα μέρος που θα μπορώ να ξεκουράζομαι όταν γυρίζω σπίτι. Ήθελα μερικές από τις εικόνες που βλέπω στα πολύ ωραία ξενοδοχεία».
Ατάλαντος και ανεπίδεκτος!
Υπάρχει ο κανόνας ότι στο ποδόσφαιρο μεγάλοι προπονητές γίνονται όσοι δεν κατάφεραν ποτέ να παίξουν μπάλα σε υψηλό επίπεδο και στο μπάσκετ όσοι κατόρθωσαν – και ειδικά τα πλέι μέικερ – το αντίθετο. Και, φυσικά, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Το αντίθετο του Ζοσέ Μουρίνιο είναι ο Πεπ Γκουαρντιόλα και το αντίθετο του Ζέλικο Ομπράντοβιτς είναι ο Ετόρε Μεσίνα. Ο Αντρέα Τρινκιέρι, σχεδόν μια δεκαετία νεότερος από τους δύο (σ.σ. γεννημένος το 1968) δεν κατάφερε ούτε κατά προσέγγιση να παίξει μπάσκετ, όμως έμαθε να παίρνει στοιχεία από τους κορυφαίους.
«Το μόνο που ήθελα μεγαλώνοντας ήταν να παίζω μπάσκετ. Ήμουν, όμως, σκέτο ανέκδοτο. Εντελώς ατάλαντος και ανεπίδεκτος μαθήσεως. Ήταν ξεκάθαρο ότι δε θα γινόμουν ποτέ αρκετά καλός για να παίξω στο υψηλότερο επίπεδο. Έτσι, σκέφτηκα ότι η προπονητική θα ήταν ένας καλός τρόπος για να μείνω κοντά στο παιχνίδι». Το μπάσκετ ήρθε στη νεανική του, αθλητική αναζήτηση μετά το τένις, το πόλο, το σκι, ακόμα και την ξιφασκία, όμως δεν έφυγε ποτέ.
Οι επιρροές του ήταν και είναι ακόμα ο Γιασμίν Ρέπεσα, ο Ετόρε Μεσίνα, ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς και ο κορυφαίος – όπως τον χαρακτηρίζει – στον κόσμο, Γκρεγκ Πόποβιτς. «Ο Ετόρε είναι στον Όλυμπο κι εγώ απλά ανεβαίνω κάποια σκαλιά», είχε πει για τον Μεσίνα, όταν τον συμβουλεύτηκε για το αν θα έπρεπε να αποδεχτεί την πρόταση από το Καζάν, ενώ δε δίστασε κόντρα τους κανόνες της διπλωματίας που σίγουρα του δίδαξε ο πατέρας του, να συγκρίνει δύο κορυφαίους μεταξύ τους.
«Θαυμάζω και ζηλεύω τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς για τους τίτλους που έχει κατακτήσει, για το προπονητικό ένστικτο, για τη διαχρονική αξία και για την ανεξίτηλη λάμψη του. Αν ήταν δυνατόν να του κλέψω κάτι, θα ήταν το μαγικό άγγιγμα που διαθέτει. Ο Ζέλικο γεννήθηκε για να προπονεί, είναι μια ιδιοφυΐα, όμως ο Μεσίνα έπρεπε να δουλέψει για κάθε του βήμα».
Ανάμεσα στους δύο, λογικά ταυτίστηκε με τον συμπατριώτη του. «Πώς αλλιώς να σκεφτώ; Ξεκίνησα στην 6η κατηγορία της Ιταλίας», λέει γελώντας για μια πορεία που είχε πέντε ομάδες ως πρώτος προπονητής, μια εξαετία ως βοηθός στην Ολίμπια Μιλάνο, μία μόνο απόλυση, μια σπουδαία επιτυχία με τη Βερόλι και το 2009 την πρώτη πρόκληση με την Καντού. «Ήρθα από το πουθενά και έπρεπε να ανέβω βήμα-βήμα. Δεν ήμουν ποτέ καλός παίκτης και ως προπονητής άρχισα από τον πάτο. Έπρεπε, λοιπόν, να είμαι δουλευταράς».
Ο δουλευταράς Αντρέα Τρινκιέρι, που σημειώνει ως χειρότερη στιγμή της ημέρας του την ώρα που τελειώνει η προπόνηση, αναδείχθηκε τεχνικός της χρονιάς στην Ιταλία δύο συνεχόμενες σεζόν (2009, 2010) κι ενώ είχε τιμηθεί με την ίδια διάκριση και τη σεζόν 2008 για τη δεύτερη κατηγορία. Η Άννα Κρεμασκόλι, η πρόεδρος της Καντού που του είχε δώσει τη δουλειά, τον είχε περιγράψει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο. «Όταν μιλήσαμε με ρώτησε: «Κυρία μου, τι θέλετε από την ομάδα;». «Μια ομάδα να παλεύει» του απάντησα. Είναι κύριος σε όλα του. Είναι μια ιδιοφυΐα κι αν εσείς κρίνετε από τις συνεντεύξεις του, πού να δείτε και τις προπονήσεις του. Ξέρει πάντα να εκπλήσσει, ακόμα και τους παίκτες του».
Στην Καντού έμεινε τέσσερα χρόνια και παρότι δεν κατάφερε να κατακτήσει παρά μόνο ένα σούπερ Καπ, οδήγησε την ομάδα δύο φορές στην Ευρωλίγκα και πέτυχε ορισμένες εντυπωσιακές νίκες στη διοργάνωση (σ.σ. όπως επί του μετέπειτα πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακού το 2012). Οι φιλοδοξίες του ήταν θέμα προς συζήτηση στην Ιταλία, αφού έμοιαζε αδύνατο να σπάσει το μονοπώλιο της Σιένα ή να βρει δουλειά στην Αρμάνι Μιλάνο. «Θέλω να γίνω προπονητής σε μια Εθνική ομάδα», είχε απαντήσει και σε αυτό το σημείο εισβάλλουν στο κείμενο οι σοφοί Κινέζοι να θυμίσουν «πρόσεχε τι εύχεσαι».
Εθνικός… αντιστάρ!
Η ανακοίνωση της ελληνικής ομοσπονδίας ήρθε στις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου του 2013. Ο Αντρέα Τρινκιέρι ήταν ο εκλεκτός όχι μόνο για το επερχόμενο Ευρωμπάσκετ στην Σλοβενία, αλλά για τα δύο επόμενα χρόνια. «Η Εθνική Ελλάδας είναι μεταξύ των κορυφαίων σε όλο τον κόσμο και αυτό το γεγονός από μόνο του, αποτελεί για μένα μια τεράστια τιμή, αλλά ταυτόχρονα και μια τεράστια ευθύνη», ήταν τα πρώτα του λόγια κι ένας άνθρωπος που αρέσκεται να βουτάει στον πολιτισμό και την ιστορία των χωρών που επισκέπτεται θα μάθαινε το una faccia, una razza από την καλή και την ανάποδη!
Μέχρι να φτάσει η Εθνική στο ταξίδι για στο Κόπερ υπήρξαν αρκετά επεισόδια τα οποία έμπαιναν κάτω από το χαλί για το γενικότερο καλό. Οι συνεργάτες που του επιβλήθηκαν, οι παίκτες που ήθελε να κόψει και δεν τον άφησαν και αρκετά ακόμα πταίσματα που φυσικά αποκαλύφθηκαν μετά την αποτυχία! Το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα χτυπήθηκε από τη γνωστή… μεγαλομανία των διοργανώσεων που ξεκινάει καλά (σ.σ. τρία στα τρία στη Σλοβενία, κατά το πέντε στα πέντε του 2015 ή το πέντε στα πέντε του 2014), έχασε από την Ιταλία και τη Φινλανδία και μπήκε στο λάκκο των λεόντων.
Η νίκη επί της Ισπανίας στην επόμενη φάση έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα τερμάτισε τελευταίο στον όμιλο μετά την ήττα-αποκλεισμό στην δεύτερη παράταση από την Κροατία και ο Αντρέα Τρινκιέρι έγινε υποκείμενο χλευασμού. Τα μίντια σοδόμισαν την αξία και την προσωπικότητά του, ξεφτιλίστηκε για την ομοιότητά του με τον κατά κόσμο Ανδρέα Ευαγγελόπουλο, τον Εθνικό Σταρ και του κοινοποιήθηκε η απόλυσή του, καιρό μετά την πρόσληψη του Φώτση Κατσικάρη. Κόντρα σε όλα αυτά, κράτησε χαμηλούς τόνους και συνέχισε τις επιτυχίες του με την Ούνιξ Καζάν που τον είχε προσλάβει από το καλοκαίρι του 2013.
«Ήταν πολλοί οι λόγοι που δεν πέτυχα στην Ελλάδα. Κακή τύχη, εφημερίδες, τραυματισμοί… Όμως ήταν μια εμπειρία που θα την επέλεγα και πάλι οποιαδήποτε στιγμή», δήλωνε εκ των υστέρων στους συμπατριώτες του, αποθεώνοντας τον Βασίλη Σπανούλη για την αξία και την προσωπικότητά του. Στη Ρωσία θα έχει μαζί του δύο Έλληνες και μαζί τους θα φτάσει ένα βήμα από την κορυφή. Ο Ίαν Βουγιούκας και ο Νίκος Ζήσης θα ζήσουν την περιπέτεια του να είσαι με μια βαλίτσα στο χέρι, όπως περιγράφει τη ζωή του στο Καζάν, και θα φτάσουν μέχρι τον τελικό του Eurocup τον οποίο θα χάσουν από τη Βαλένθια.
Ο Αντρέα Τρινκιέρι θα αναδειχθεί προπονητής της χρονιάς στη διοργάνωση, θα κατακτήσει και το κύπελλο Ρωσίας και θα ψάξει νέα πρόκληση για την καριέρα του. Η γερμανική, μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη λίγκα, θα του τη δώσει. «Στην πρώτη μου μέρα στο Μπάμπεργκ ήρθαν δύο γείτονες, με καλωσόρισαν και με προσκάλεσαν σε μπάρμπεκιου. Στη Ρωσία έμεινα ένα χρόνο και δεν ήξερα κανένα», έλεγε για τη διαφορά κουλτούρας, όμως αγωνιστικά επέμενε στην ίδια συνταγή.
«Ο Ζήσης είναι για μένα το μαξιλάρι ασφαλείας μου, τόσο για την αγωνιστική όσο για την ανθρώπινη ποιότητά του. Όλα τα υπόλοιπα θα τα χτίσουμε σιγά-σιγά. Θέλω να γράψω ένα καινούργιο βιβλίο». Το πρώτο του κεφάλαιο στη μικρή γερμανική πόλη ήταν η κατάκτηση του πρωταθλήματος κόντρα στη Μπάγερν, με 3-2 νίκες, break στον δεύτερο τελικό και πολλά συναισθήματα! «Οι Βαυαροί είναι ικανοί να ρωτήσουν και τον Λεμπρόν Τζέιμς αν θέλει να παίξει για εκείνους. Θα το πω ακριβώς όπως το νιώθω: Μου τη δίνουν στα νεύρα! Κάθε φορά που μιλούσαμε με έναν παίκτη και οι διαπραγματεύσεις ήταν σε καλό δρόμο, έμπαιναν στη μέση για να το χαλάσουν».
Στη Γερμανία απολαμβάνουν το εκρηκτικό ταπεραμέντο του, απολαμβάνουν και την προπονητική του φιλοσοφία. Εκείνη που στηρίζεται στο «όλοι παίζουμε άμυνα, όλοι έχουμε συμμετοχή στην επίθεση», κάτι που στήριξε ακόμα κι όταν στο Καζάν του πρότειναν τον Μπόμπι Μπράουν κι εκείνος τον απέρριψε γιατί θα του χαλούσε τη χημεία της ομάδας. «Είχα, ήδη, τον Γκάουντλοκ και τον Έιντσον και δεν χωρούσε άλλος παίκτης που θα ήθελε να κρατάει πολύ ώρα τη μπάλα».
Φιλοσοφία στην οποία επιμένει, κόντρα στους νόμους του ΝΒΑ, ο διδάξας Γκρεγκ Πόποβιτς. «Το δηλώνω ότι είμαι ένας αθεράπευτα κλέφτης! Το playbook του Πόποβιτς είναι απίστευτο!», είχε πει και το χθεσινό του σύστημα που άδειασε την άμυνα του Ολυμπιακού κι έφερε το αμαρκάριστο τρίποντο, ήταν copy-paste από το Σαν Αντόνιο. Δεν αρκεί, όμως, για έναν προπονητή να έχει τον κατάλληλο παίκτη στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή. Πρέπει και να ξέρει πώς να τον κάνει να το πιστέψει. Κι εκεί ο Αντρέα συναντά τον Τρινκιέρι που πήρε πτυχίο Ιστορίας από το Χάρβαρντ.
«Ο Ουίνστων Τσώρτσιλ είναι η σπουδαιότερη ιστορική μορφή για μένα. Θεωρώ ότι η ειλικρίνεια που διατύπωσε με κυνικό τρόπο στη φράση «δεν έχω τίποτε άλλο να σας προσφέρω παρά αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα» αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης στην ιστορία! Αν ήμουν στρατιώτης, θα έπαιρνα αμέσως το όπλο μου και θα πήγαινα να σκοτωθώ στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Τόσο πολύ με έχει σημαδέψει αυτός ο λόγος, που συχνά τον ακούω για να παίρνω θάρρος και να ετοιμάζομαι να πολεμήσω!». Η μάχη κερδήθηκε… Κι ας ήταν «οι ήρωες που πολεμούν σαν Έλληνες».