MENU

Είχαν περάσει μερικά λεπτά από την κατάκτηση του Κυπέλλου στην Α Κορούνια από τη Ρεάλ Μαδρίτης... Οι παίκτες πανηγύριζαν. Αλλοι στο παρκέ, άλλοι στο αποδυτήρια. Την ίδια στιγμή, ο Πάμπλο Λάσο, ανέπτυσσε ταχύτητα και απομακρυνόταν από το δωμάτιο των προπονητών στο γήπεδο του Φάιναλ Ειτ για να βρεθεί στο χώρο που τον περίμεναν οι δικοί του άνθρωποι. Συγγενείς, φίλοι, τα μέλη της οικογένειάς του. Εκείνη την ώρα του θριάμβου, για τον κόουτς της Ρεάλ δεν είχε σημασία ο πανηγυρισμός, αλλά το δικό του «ευχαριστώ» σε αυτούς που, όλα αυτά τα χρόνια, δεν σταμάτησαν να τον αγκαλιάζουν με την εμπιστοσύνη τους. Ισως να ήταν και οι τελευταίοι άνθρωποι στον πλανήτη που δεν έπαψαν να τον αγαπούν και να τον στηρίζουν εμπράκτως, όταν το έργο του στη Ρεάλ έμοιαζε να τελματώνει με απογοητευτικό τρόπο. Τους ασπάστηκε έναν έναν, χαρίζοντας μία πολύ συναισθηματική αγκαλιά κι ένα χαμόγελο ευτυχίας. Ο Πάμπλο Λάσο δίνει τη δική του απάντηση τους τελευταίους 15 μήνες, σε αυτούς που τον αμφισβήτησαν. Και ήταν πολλοί αυτοί. Κι εγώ ανάμεσά τους... Δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ξεπερνώντας ακόμα και την περίοδο που η διοίκηση τον άδειασε, όταν απέλυσε τους συνεργάτες της εμπιστοσύνης του, βάζοντας τοποτηρητές πάνω από το κεφάλι του, ο Λάσο επιβίωσε και πλέον είναι καβάλα στο άλογο. Χωρίς κόμπλεξ, χωρίς απωθημένα, χωρίς εκδικητικές τάσεις. Απλά, ως ένας άνθρωπος που απολαμβάνει τη δουλειά του, τις επιτυχίες του και τα μαθήματα που παίρνει κάθε μέρα, εγκατεστημένος σε έναν από τους πιο δύσκολους πάγκους του κόσμου.

- Παίρνεις εκδίκηση κόουτς; τον ρώτησα... «Δεν το σκέφτομαι καθόλου αυτό...» είπε με την ίδια πειστικότητα που θα δώσει και στη συνέχεια τις ακόμα πιο δύσκολες απαντήσεις... «Σκέφτομαι και νοιάζομαι μόνο για τη δουλειά μου και αυτό είναι αρκετό για εμένα. Δεν ανησυχώ για αυτούς που αναρωτιούνται αν είμαι ή όχι το κατάλληλο πρόσωπο για να καθοδηγήσει τη Ρεάλ. Για εμένα αυτό είναι χαζό. Ο κόσμος κοιτάζει τα πάντα απ'έξω. Δε ζω για να αποδεικνύω. Εχω πολλή δουλειά για την ομάδα μου κι αυτό με νοιάζει. Από την πρώτη μέρα μου στη Μαδρίτη ήξερα ότι έχω μία τεράστια να αντιμετωπίσω μία τεράστια πρόκληση και φυσικά ήταν μία τεράστια ευκαιρία και για εμένα. Ηταν μία πρόκληση για την οποία αισθανόμουν ότι είμαι έτοιμος από την πρώτη μέρα. Επρεπε να κανουμε αλλαγές. Στην ομάδα, στους παίκτες, αλλά και προσαρμογές στον τρόπο που αγωνιζόμασταν. Η Ρεάλ οφείλει να έχει στυλ. Είτε κερδίζει, είτε χάνει, πρέπει να έχει στυλ. Κι αυτό δεν μπορείς να το αλλάξεις σε μία μέρα. Οταν βέβαια προσπαθείς να κάνεις αλλαγές, πάντα θα υπάρχουν τριγύρω άνθρωποι που θα κρίνουν και θα τις χαρακτηρίζουν καλές ή κακές. Είναι λογικό. Πρέπει να το καταλάβει ο καθένας. Ξαναλέω: Δε ζω και πεθαίνω για να αποδείξω το παραμικρό σε κανένα. Εχω πάρα πολλή δουλειά, αυτή τη δουλειά που κάνω εδώ και 40 χρόνια ως παίκτης και ως προπονητής».

Θυμάμαι τον εαυτό μου, στις εξέδρες του Barclaycard Center της Μαδρίτης την 17η Μαϊου 2015... Σε μία μέρα που πίστευα ότι ο Ολυμπιακός μπορούσε να κάνει το θαύμα, να κατακτήσει το τρόπαιο μέσα στο κάστρο της Βασίλισσας. Πριν το τζάμπολ ήμουν σχεδόν πεπεισμένος ότι η ομάδα του Σφαιρόπουλου θα διεκδικήσει το ματς μέχρι το φινάλε... Δεν έβρισκα κανένα τρόπο που ο Ολυμπιακός θα γνώριζε τη συντριβή... Δεν τον έβρισκα γιατί δεν τον είχα ως εικόνα στο μυαλό μου από τη Ρεάλ. Και ξαφνικά, αυτή η αρμάδα από καλλιτέχνες, που, οι περισσότεροι από αυτούς, ήξεραν να αποθεώνουν το μπάσκετ όχι όμως και τη μακιαβελική προσέγγιση που χρειάζεται η κατάκτηση ενός τίτλους, μεταμορφώνονται σε πολεμιστές. Ο ρυθμός πέφτει, το γήπεδο κλείνει, η Ρεάλ κάνει face off και αντιμετωπίζει τον Ολυμπιακό με έναν τρόπο που δε θα περίμενε κανείς. Η άμυνά της σπάει κόκαλα. Ο Νοτσιόνι φέρνει τον Αργεντίνικο κυνισμό και την παλικαριά των Γκαούτσος, παίζοντας στα όρια του φάουλ και του ξύλου. Οι υπόλοιποι ακολουθούν. Ηταν ο μοναδικός τρόπος για να καταφέρει η Ρεάλ να νικήσει τον Ολυμπιακό. Να τον νικήσει με τον δικό του τρόπο.

«Δε θα ξεχάσω αυτό το ματς, που είδα τη Ρεάλ να κάνει μεταστροφή στη νοοτροπία της» είπα στον Λάσο και η απάντησή του ήταν μάλλον σοκαριστική. Ο Ολυμπιακός, αλλά όχι αυτός του 2016, αλλά του 2013 ήταν ο καθρέπτης που είδε η Ρεάλ και αποφάσισε να αλλάξει. Ο Λάσο δε διστάζει να πει την αλήθεια...

«Είσαι από την Ελλάδα, οπότε θα με καταλάβεις καλύτερα απ'όλους» μου λέει. Σημειωτέον, σε περίπου 5 ώρες μετά τη συνέντευξη η Ρεάλ θα έπεφτε στη μάχη για την κατάκτηση του Κόπα ντελ Ρέι κόντρα στην Γκραν Κανάρια. «Για εμένα ο Ολυμπιακός ήταν ο καθρέπτης μέσα στον οποίο έπρεπε να κοιτάξουμε για να μάθουμε, να διδαχθούμε» συνεχίζει και μετά ξεκινά να πλέκει το εγκώμιο της ομάδας, το παράδειγμα της οποίας επιχείρησαν πολλοί να ξεπατικώσουν «Αυτή την καρδιά του νικητή που έχει ο Ολυμπιακός δε γίνεται να την αποκτήσεις σε ένα βράδυ. Πρέπει να την «σκαλίσεις» σαν ένας γλύπτης από την αρχή. Ξέρεις, πριν από τον αγώνα με την Φουενλαμπράδα για την προημιτελική φάση του Κόπα ντελ Ρέι, δώσαμε κάποιες συνεντεύξεις. Ο Κουσπινέρα λοιπόν, ένας από τους βοηθούς μου, είπε: «Θυμάμαι πάντα μία κουβέντα που είχε πει ο Πάμπλο πριν το Φάιναλ Φορ του Λονδίνου, όταν όλοι είχαν στρέψει την προσοχή τους στη Ρεάλ, την ΤΣΣΚΑ, την Μπαρτσελόνα και ουδείς υπολόγιζε τον Ολυμπιακό. Είπε ο Κουσπινέρα: «Τότε ο Πάμπλο μας είπε: Ο Ολυμπιακός είναι ο πρωταθλητής. Εχει την καρδιά του πρωταθλητή. Να είστε πολύ προσεκτικοί σε αυτά που λέτε για τον Ολυμπιακό. Κι αυτή ήταν η αλήθεια. Αυτή η αρετή δε μεγαλώνει μέσα σου σε ένα βράδυ, ή σε μία χρονιά. Αρα, δεν υπάρχει κάποιο χρονικό σημείο που να ορίζεται ως το σημείο μηδέν για την μετάλλαξη της Ρεάλ. Μπορώ να σου πω όμως ότι στα πέντε χρόνια που είμαι προπονητής της Ρεάλ, έχουμε κάνει μεγάλες νίκες και μεγάλες ήττες. Η πιο δύσκολη, η πιο σκληρή στιγμή που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε όμως, ήταν η σειρά των πλέι οφς με τον Ολυμπιακό το 2014. Αυτή η σειρά των πέντε αγώνων ήταν που έχτισε τον σημερινό χαρακτήρα μας. Κι αυτό συνέβη εξαιτίας πολλών πραγμάτων που συνέβησαν σε εκείνες τις 10 ημέρες και εξαιτίας της ομάδας που αντιμετωπίσαμε. Μετά από εκείνες τις 10 ημέρες, μεγαλώσαμε ως ομάδα. Συνεχίσαμε το δρόμο μας... Χάναμε, κερδίζαμε, όπως ήταν λογικό. Αλλά εκείνες ήταν οι 10 πιο δύσκολες ημέρες μου ως προπονητής της Ρεάλ Μαδρίτης. Εκτός όλων των θετικών σχολίων που έχω να κάνω για τον Ολυμπιακό, πρέπει να πω επίσης ότι χτίζοντας την ομάδα έπρεπε να κάνουμε προσαρμογές, κάνοντας αλλαγές σε παίκτες και πρόσωπα και νοοτροπίες. Χτίσαμε όμως χαρακτήρα και ομάδα. Είμαστε περήφανοι για αυτό».

Το πιο τυπικό παράδειγμα της καρδιάς που χρειάζεται για να μετατραπεί μία ομάδα από σπουδαία σε πρωταθλήτρια είναι αυτή που κουβαλάει μέσα του ο Τσάπου Νοτσιόνι... Η δική του παρουσία άλλαξε τη Ρεάλ προς το καλύτερο και της πρόσφερε αυτό που δεν είχε: Τον ασυμβίβαστο με την ήττα χαρακτήρα.

«Η καρδιά του πρωταθλητή υπάρχει, είναι βαθιά μέσα στην ψυχή ενός παίκτη. Δεν ξέρεις όμως ποτέ, αν θα βγει έξω. Δεν ξέρεις αν κάποιος την έχει, ή αν θα πρέπει να τη χτίσει, ή αν δεν την έχει καθόλου. Μεγάλοι παίκτες δεν την είχαν ποτέ. Για εμάς, η μεταγραφή του Τσάπου ήταν πολύ σημαντική, διότι είναι ένας παίκτης νικητής. Και ξέρει τι χρειάζεται να κάνει ώστε να κερδίσει. Κάποιες φορές ξέρει ότι δεν χρειάζεται να παίξει. Χρειάζεται απλά να είναι εκεί, μαζί με την ομάδα, να υπάρχει. Για παράδειγμα παίξαμε ένα πολύ σπουδαίο ματς στο Μόναχο κόντρα στην Μπάγερν και ο Νοτσιόνι δεν μπορούσε να αγωνιστεί. Και μου είπε: «Πάμπλο, θα έρθω με την ομάδα. Ξέρω ότι δεν μπορώ να παίξω, αλλά θα είμαι εκεί, να κάνω το ζέσταμα για να είμαι εκεί. Αυτά είναι τα μικρά πράγματα, αυτές είναι οι σημαντικές λεπτομέρειες που σε κάνουν πιο μεγάλο. Από τη Ρεάλ έχουν περάσει σπουδαίοι παίκτες. Οι μεγάλες ομάδες έχουν σπουδαίους παίκτες έτσι κι αλλιώς. Στο τέλος όμως, η ομάδα είναι πάνω απ'όλους. Από τους παίκτες και τους προπονητές. Και η ομάδα πρέπει να έχει κάτι... Κάτι ιδιαίτερο. Που δεν είναι το μπάσκετ, αλλά κάτι που πρέπει να χτίσεις βήμα βήμα».

Ακόμα και σε αυτή την ηλικία (49 ετών), έστω κι αν έχει εγκαταλείψει την ενεργό δράση από το 2003, ο Πάμπλο Λάσο εξακολουθεί να είναι ο παίκτης με τις περισσότερες ασίστ και τα περισσότερα κλεψίματα στην ιστορία του ισπανικής λίγκας. Αρα γνωρίζει καλά τι σημαίνει να είσαι γκαρντ, να δημιουργείς, να παίζει άμυνα, να καθοδηγείς. Ξέρει τι σημαίνει να είσαι Διαμαντίδης, Σπανούλης, Παπαλουκάς. Οι τρεις κορυφαίοι πασέρ στην ιστορία της Ευρωλίγκας... «Το ελληνικό μπάσκετ είναι φτιαγμένο από μεγάλους χαρακτήρες παικτών. Ανέκαθεν είχε καλούς πλέι μέικερ, όπως ο Γιαννάκης, ο Γκάλης στην εποχή μου, αλλά και ο Διαμαντίδης, ο Σπανούλης, ο Καλάθης σήμερα. Ξέρω πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν παίκτες που δημιουργούν. Δεν είναι μόνο το σκοράρισμα και τα ριμπάουντ στο μπάσκετ. Από τους μεγαλύτερους παίκτες που πέρασαν ποτέ είναι ο Παπαλουκάς, ο Σπανούλης ο Διαμαντίδης και για αυτό όλοι μιλούν για το μπάσκετ που έπαιξαν, για το χαρακτήρα τους. Είναι δημιουργοί του παιχνιδιού. Ξέρουν ανά πάσα στιγμή τι να κάνουν. Για αυτό το ελληνικό μπάσκετ είναι πάντα σε πολύ υψηλό επίπεδο. Γιατί εν τέλει, ξέρουν οι Ελληνες πως να φτιάχνουν παίκτες με χαρακτήρα σε κάθε θέση. Εχω πολύ καλή σχέση με πολλούς Ελληνες προπονητές και κάθε καλοκαίρι μιλάμε για αυτό το θέμα ακριβώς. Οταν τους μιλάς καταλαβαίνεις ότι έχουν πολύ ξεκάθαρο στο μυαλό τους τι ζητούν από κάθε παίκτη σε κάθε θέση. Το ελληνικό μπάσκετ έχει λαμπρό μέλλον διότι έρχονται παίκτες από πίσω που μπορούν να κάνουν πια το μεγάλο βήμα και να πάρουν τη σκυτάλη από τον Σπανούλη και τον Διαμαντίδη. Ο Σλούκας! Ο Σλούκας για εμένα είναι ένας θαυμάσιος παίκτης. Από τότε που τον είδα στο Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα της Κρήτης, ήταν απίστευτος. Οπως και ο Μάντζαρης. Οι παίκτες αυτοί διακρίνονται διότι οι κόουτς ξέρουν πως να δημιουργούν τον χαρακτήρα τους. Κι αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος που το ελληνικό μπάσκετ είναι ένα πολύ σημαντικό μέγεθος στο παγκόσμιο μπάσκετ».

Η κατάληξη της κουβέντας δε θα μπορούσε παρά να αφορά τον κυρίαρχο σέντερ της Ευρώπης στη φετινή περίοδο, τον Γιάννη Μπουρούση, τον οποίο ο Λάσο είχε πέρσι στη διάθεσή του, αλλά για κάποιο παράξενο λόγο μετά τα Χριστούγεννα έπαψε να τον εμπιστεύεται...

«Για εμένα ο Γιάννης πάνω απ΄όλα είναι ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Από τότε που ήρθε στην Ρεάλ πήραμε μέρος σε όλους τους τελικούς. Η προσωπικότητά του σπουδαία όπως και ο τρόπος που φέρθηκε σε όλους μέσα στον οργανισμό της Ρεάλ. Ολοι αγαπάμε τον Γιάννη ως άνθρωπο. Μας πρόσφερε πολλά πράγματα και είναι άνθρωπος που έδωσε ενέργεια και ποιότητα. Ηταν μία πολύ καλή επιλογή για εμάς. Κατά τη διάρκεια της περσινής σεζόν μιλήσαμε πάρα πολύ με τον Γιάννη. Η συμμετοχή του στην Εθνική ομάδα το καλοκαίρι δημιούργησε κάποια προβλήματα και τα Χριστούγεννα, όταν τραυματίστηκε έμεινε έξω για 15-20 μέρες. Η ενέργειά του μειώθηκε εκείνο το διάστημα. Του μίλησα τότε και του είπα ότι πρέπει να είναι έτοιμος για τους αγώνες που θα ακολουθήσουν, ότι πρέπει να προπονείται σκληρά και να συνεχίσει να προσπαθεί ώστε να επιστρέψει στην ομάδα. Μετά από αυτό, η ομάδα τον ξεπέρασε. Κάποιοι παίκτες αγωνίζονταν καλύτερα, βρήκαμε καλύτερους ρόλους. Πάντα πίστευα ότι ο Γιάννης θα μπορούσε να μας βοηθήσει πολύ. Ηξερα πόσο ποιοτικός παίκτης είναι, αλλά δεν μπορούσα να βάλω την ομάδα κάτω από ένα πρόσωπο. Δε θα το έκανα για κανένα, ούτε για τον ίδιο μου το γιο. Αν η συμμετοχή του γιου μου σήμαινε ότι δε θα κερδίζουμε ή ότι δε θα ήταν καλό για την ομάδα, δε θα τον έβαζα. Το γιο μου! Ωστόσο, αγαπώ πολύ τον Γιάννη, συνεχίζω να πιστεύω ότι είναι μεγάλος παίκτης και σπουδαίος άνθρωπος. Υπέφερε πολύ πέρσι και το ξέρω. Αισθάνομαι ειλικρινά άσχημα για αυτό και ο σεβασμός μου είναι ο μεγαλύτερος για τον Γιάννη. Είναι από τις καταστάσεις που πολύ τίμια θα πω ότι δεν μου αρέσουν να ζω ως προπονητής. Διότι ήμουν παίκτης και ξέρω πως αισθάνονται οι παίκτες. Του εύχομαι το καλύτερο. Ξέρω ότι είναι ευτυχισμένος στη Βιτόρια. Είναι από τις δύσκολες αποφάσεις που πρέπει να πάρει ένας κόουτς. Του εύχομαι να συνεχίσει την μεγάλη καριέρα που κάνει. Ξέρουμε καλά πόσο μεγάλος παίκτης είναι, αλλά κάποιες φορές ο κόουτς πρέπει να πάρει αποφάσεις που είναι υπεράνω προσώπων ώστε να κάνουν την ομάδα καλύτερη».

Ο Λάσο είναι κολλητός φίλος του Ζέλικο Ομπράντοβιτς και αποδέχεται ότι εκτός των άλλων είναι και μαθητής του. Εχουν περίπου την ίδια ηλικία. Αλλα ο Λάσο, είτε τον θεωρείτε καλό προπονητή, είτε όχι δε θα σταματήσει ποτέ να διδάσκεται, να μαθαίνει και να αγαπάει το μπάσκετ χωρίς να κουβαλάει συμπλέγματα. Κι αν κάτι τον ξεχωρίζει, είναι μάλλον αυτό.

«Ο Ολυμπιακός και ο Μπουρούσης»