«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος»… Ποίημα! Τόσο γνωστό και τόσο χρησιμοποιημένο που αν μπορούσε να προβλέψει το μέλλον ο Οδυσσέας, θα ευχόταν να είχε φτάσει νωρίτερα στο νησί του για να μην εμπνεύσει τον Κωνσταντίνο Καβάφη.
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το αγαπούσαν όλοι. Πιο πολύ απ’ όλους η γιαγιά της, αλλά ήταν φτωχή και το μόνο που μπόρεσε να της δώσει ήταν ένα μικρό, κόκκινο σκουφάκι από βελούδο»... Παραμύθι! Τόσο διασκευασμένο που οι μελλοντικές γενιές μπορεί και να πιστέψουν ότι η κοκκινοσκουφίτσα στην πραγματικότητα παρενόχλησε τον κακό τον λύκο. Ένα ποίημα που μπορεί να σε εμπνεύσει, ένα παραμύθι που μπορείς να ταυτιστείς. Κι αν τα ενώσεις, βγάζεις την ιστορία του Βασίλη Σίμτσακ.
«Σαν βγεις στο δρόμο για το δάσος, να εύχεσαι να μην σε φάει ο κακός ο λύκος»!!
Μεθυστικά… κοκτέιλ!
Η πρώτη αναζήτηση σταματάει στη Wikipedia. Ψευδώνυμο, γράφει, «Λόρδος Σίμτσακ». Ημερομηνία γέννησης 3 Μαρτίου του 1981 και ύψος 2μ.07 εκατοστά! Επάγγελμα καλαθοσφαιριστής, εθνικότητα ελληνική και στην καριέρα του εννέα ομάδες. Είδαμε το δάσος, τώρα πρέπει να βρούμε και τα δέντρα! Το επώνυμό του προέρχεται από την Πολωνία. Η οικογένεια της μητέρας του, σημείο αναφοράς για τη ζωή του, μετακόμισε στην χώρα της κεντρικής Ευρώπης κι εκεί γνώρισε τον πατέρα του Βασίλη. Δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, ο μπαμπάς εξαφανίστηκε και είναι η ελάχιστη αναφορά που… αποδέχεται ο Βασίλης να κάνει σε εκείνον.
«Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ, δεν ξέρω καν τα πολωνικά, ούτε δεν καταλαβαίνω», κλείνει γρήγορα τη συζήτηση όταν ερωτηθεί και με τη μαμά του πορεύεται από μικρός στον αθλητισμό. Ο Βασίλης Σίμτσακ θα μεγαλώσει στο Γουδί και θα λατρεύει το ποδόσφαιρο. Μια μεγάλη καριέρα φαινόταν να τον περίμενε στο χώρο, αφού «ήμουν ένα μοντέρνο αριστερό μπακ-χαφ γιατί κάλυπτα όλη την πλευρά», αλλά έχασε στις λεπτομέρειες μια θέση στη Ρεάλ Μαδρίτης καθότι στο ποδόσφαιρο ήθελαν προετοιμασίες στα βουνά. Και πού όρεξη για τέτοια βάσανα καλοκαιριάτικα.
Το μπάσκετ ήταν η λογική μετακίνηση. Μέσα σε ένα καλοκαίρι ψήλωσε 12 εκατοστά και αποφάσισε να πάει στην ομάδα της γειτονιάς του, τον Άγιο Θωμά! Η επαφή του με το άθλημα ήταν μέσω του Άρη που μεγάλωσε εκείνη τη γενιά, με τις Πέμπτες να είναι αφιερωμένες και στο σπίτι του Βασίλη στο μπάσκετ. «Ήμουν στην Αθήνα πιτσιρικάς με τη μαμά μου, που κάθε Πέμπτη δεν κυκλοφορούσε άνθρωπος έξω και περιμέναμε όλοι να δούμε τον Άρη στην Ευρώπη».
Ήταν, επίσης και μια γενιά που ζούσε με την αγωνία του… δελτίου. Με την αγωνία της αντρικής ομάδας. Τότε, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ίσως και το τέλος της, δεν υπήρχαν πολλές επιλογές. Μίνι, παμπαίδες, παιδικό, εφηβικό και το άγχος να γίνεις αρκετά καλός για να σε επιλέξει το αντρικό της ομάδας σου. Αν όχι, τότε η περιπέτεια τελείωνε! Όπως τελείωσε και του Βασίλη Σίμτσακ, μόλις… αποφοίτησε από το εφηβικό και ο Γιάννης Πεταλάς τον ενημέρωσε ότι δεν τον υπολογίζει για την πρώτη ομάδα. Το μπάσκετ μπήκε προσωρινά στον πάγο, σαν εκείνον που χρησιμοποιούσε ο 18χρονος Βασίλης για να φτιάχνει κοκτέιλ.
Η νύχτα μπήκε στη ζωή του εκείνο το καλοκαίρι και άρχισε να δουλεύει στο μπαρ «κακός λύκος» για να μπορέσει να μαζέψει λεφτά και να ζυγίζει τις επιλογές που θα έκανε στη ζωή του. Μόνο που όταν εμφανίστηκε η… κοκκινοσκουφίτσα, το καλαθάκι της ήταν πολύ πιο γεμάτο απ’ ό,τι περίμενε ο Βασίλης Σίμτσακ. Πολύ πιο γεμάτο απ’ ό,τι θα μπορούσε να ονειρευτεί ακόμα και ο Άγιος Θωμάς, που ουσιαστικά τον είχε στείλει σπίτι του!
Δούκας ή Λόρδος;
Η ανατροπή στο παραμύθι του ήρθε από έναν… Δούκα! Η ομάδα των βορείων προαστίων έδωσε έξι εκατομμύρια δραχμές για να αποκτήσει τον Βασίλη Σίμτσακ και η τίμια πορεία στα γήπεδα των μικρότερων Εθνικών κατηγοριών ξεκινούσε… Με τον Δημήτρη Χουχουλή, ο Έλληνας σέντερ έκανε εξαιρετικές χρονιές και κατόρθωσε να αναδειχθεί σε πρωταγωνιστή της ομάδας του, αφήνοντας το μπαρ και τον κακό λύκο στο παρελθόν. Μετά από τέσσερα χρόνια άφησε τον Δούκα για το Σπόρτιγκ, στην ανατολή της εποχής του Δημήτρη Δρόσου στο ελληνικό μπάσκετ.
Με την ομάδα των Πατησίων κατέκτησε την άνοδο στην Α1 και είχε φτάσει 26 χρονών όταν πίστευε ότι θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην κορυφαία κατηγορία. Ο ενθουσιασμός έγινε απογοήτευση, η απογοήτευση όνειρο και η Ιθάκη τερματικός σταθμός! «Ήταν ο καημός µου. Πίστευα ότι ήταν η χρονιά µου και πάνω που είπα «τώρα θα δούμε τι μπορώ να πετύχω στην Α1», έμαθα τις εξελίξεις µε την πρόθεση του προέδρου να αναλάβει την ΑΕΚ και ξαφνικά γκρεμιστήκαν όλα. Μέχρι να επιβεβαιωθεί η μεταγραφή µου στην ΑΕΚ, ζούσα µε την αγωνία. Και η αγωνία µου δεν σταμάτησε τη στιγμή που ο πρόεδρος και ο coach μου είπαν ότι µε θέλουν. Ακολούθησε ακόμα ένα μεγάλο διάστημα, περίπου ένας μήνας, αμφιβολίας, καθώς για να ολοκληρωθεί η μεταγραφή, έπρεπε να τα βρει στο οικονομικό η ΑΕΚ µε την πρώην ομάδα µου, τον Δούκα. Βρέθηκε η λύση και εγώ αυτομάτως έγινα διπλά χαρούμενος, γιατί άλλο να παίζεις στην Α1 κι άλλο να παίζεις στην Α1 µε την ΑΕΚ».
Η χρονιά του στην ΑΕΚ ενδεχομένως ήταν η πιο σημαντική στην καριέρα του. Όχι τόσο επειδή έκανε κάτι σπουδαίο με την Ένωση, όσο γιατί εκεί για πρώτη φορά συνεργάζεται με τον Δημήτρη Πρίφτη. Ακολουθεί μια σεζόν στον ΠΑΟΚ και μία στα Τρίκαλα πριν σμίξουν οι δυο τους ξανά στην Καβάλα και η συνεργασία να γίνει – όπως ο ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του στο sdna.gr – σχέση ζωής!
«Στον Δημήτρη Πρίφτη χρωστάω όλη μου την καριέρα και θα επικαλεστώ ένα περιστατικό, που δεν θυμούνται πολλοί. Στην πρώτη σεζόν μου στην Καβάλα, έπαθα ολική ρήξη αχίλλειου τένοντα. Πρόκειται για έναν τραυματισμό, που δεν ξεπερνιέται εύκολα και πολλοί παίκτες έχουν πάρει την κατιούσα έπειτα από ένα τέτοιο σοκ. Εκείνο το καλοκαίρι, δεν με ήθελε κανείς. Ούτε να με δοκιμάσει, ούτε καν να συζητήσει το ενδεχόμενο συνεργασίας. Ο κόουτς, όμως, μου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και για αυτό είμαι στρατιώτης αυτού του ανθρώπου και ό,τι μου ζητήσει, θα είμαι δίπλα του. Του χρωστάω τα πάντα. Δεν μπορούσα να περπατήσω. Κούτσαινα. Αρχίσαμε προετοιμασία και εγώ πήγαινα στο ένα πόδι. Εκείνος, όμως, με κράτησε και αυτό δεν το ξεχνάω».
Μετά την Καβάλα, ήρθε μια σεζόν με τον Πανιώνιο, πριν τον καλέσει και πάλι κοντά του ο Πρίφτης στον Άρη. Στις 7 Ιουλίου του 2014 υπέγραψε με την ομάδα της Θεσσαλονίκης και ένα χρόνο μετά, όντας από τους πλέον αγαπητούς παίκτες, ανανέωσε το συμβόλαιό του. «Με τιμάει ότι μία ομάδα όπως ο ΑΡΗΣ με ήθελε για δεύτερη χρονιά. Ήταν κάτι που ήθελα και εγώ, πριν τελειώσει η περσινή χρονιά. Φτιάξαμε μία ενωμένη ομάδα και περάσαμε όμορφα. Έτσι ήθελα να είμαι μέλος της και την νέα σεζόν».
Η αυταπάρνησή του στο γήπεδο, ο εγωισμός που βγάζει, το πάθος και η επιμονή να προσφέρει παρότι δεν είναι σε τίποτα ο καλύτερος είναι που έχουν κάνει τον κόσμο του Άρη να τον λατρεύει και τον προπονητή του να τον προτείνει στην… Μπαρτσελόνα! Ο Βασίλης Σίμτσακ που μαθαίνει να βελτιώνεται παρακολουθώντας τον Μπόρις Ντιό και τους Σπερς (ακόμα και τις προπονήσεις τους) δεν ακούει μόνο στο παρατσούκλι που ενημέρωνε η Wikipedia. Υπάρχει και εκείνο που κάποτε του έδωσε ο Άγγελος Τσάμης και με το οποίο αυτοσαρκαζόμενος φώναζε τον εαυτό του.
Το «Sim the dream». Και χθες, σίγουρα του ταίριαζε περισσότερο!