Στις λιγοστές συνεντεύξεις του ο Λουκάς Μαυροκεφαλίδης δεν κρύβεται πίσω από υπεκφυγές και γενικεύσεις. Ανέκαθεν είχε το θάρρος της γνώμης του και το αποδεικνύει στη συζήτηση με το SDNA αμέσως μετά τη νίκη της ΑΕΚ επί του ΠΑΟΚ στην πρεμιέρα της Α1. Ο 31χρονος φόργουορντ αναφέρεται στον πρόσφατο αποκλεισμό από τον Αρη και στην ευθύνη που δημιουργεί η παρουσία του φιλόδοξου ιδιοκτήτη Μάκη Αγγελόπουλου. Σχολιάζει τη δήλωση του Ντράγκαν Σάκοτα, ότι η φετινή ΑΕΚ είναι καλύτερη από την περυσινή. Αποκαλύπτει ποια φανέλα δεν θα φορούσε ποτέ και ανοίγει το κεφάλαιο «Εθνική» δείχνοντας μνημειώδη αυτογνωσία και επιλέγοντας τον δρόμο του Παναγιώτη Γιαννάκη…
-Μέσα σε τρεις ημέρες αναμετρηθήκατε με τον Αρη στο Κύπελλο Ελλάδος και με τον ΠΑΟΚ στην πρεμιέρα της Α1. Πόσο σας πλήγωσε ο αποκλεισμός;
«Ο αποκλεισμός μάς πλήγωσε αρκετά. Θέλαμε να συνεχίσουμε στο Κύπελλο Ελλάδος. Ηταν ένας από τους στόχους μας, αλλά δεν τα καταφέραμε. Δείξαμε ότι έχουμε αδυναμίες και οφείλουμε να τις βελτιώσουμε».
-Βλέποντας έναν άνθρωπο, τον Μάκη Αγγελόπουλο, να κάνει όνειρα και να ξοδεύει αρκετά χρήματα, αισθάνεσαι ότι η ευθύνη σας γίνεται μεγαλύτερη; Απέναντί του, απέναντι στον σύλλογο, απέναντι στους εαυτούς σας, απέναντι σε όλους…
«Ασφαλώς και υπάρχει αυτή η ευθύνη, όπως την περιγράφεις. Όταν ένας άνθρωπος βάζει τα χρήματά του, έχει φυσιολογικά απαιτήσεις και αυτό δημιουργεί μια πίεση για το αποτέλεσμα. Θέλουμε να κάνουμε χαρούμενο τον κύριο Αγγελόπουλο, όπως και όλη την ομάδα. Αυτό πρέπει να βρίσκεται πάντα στο μυαλό μας, όταν αγωνιζόμαστε. Φυσικά και έχουμε ευθύνη».
-Αν και δεν μπορείς ακόμη να το πεις με βεβαιότητα, συμφωνείς με την άποψη που κατέθεσε ο Ντράγκαν Σάκοτα, ότι φέτος η ΑΕΚ έχει καλύτερη ομάδα από πέρυσι;
«Πιστεύω ότι ισχύει. Εχουμε πολύ καλούς παίκτες, απλά χρειάζεται να μάθουμε καλά ο ένας τον άλλο και να βελτιώσουμε τις αδυναμίες μας. Μπορεί ορισμένοι παίκτες να είναι καλύτεροι από πέρυσι, αλλά πρέπει να γίνουμε καλύτερη ομάδα. Αυτό είναι που μετράει, η ομάδα και όχι οι μονάδες της. Οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά. Θεωρώ ότι έχουμε κάνει πρόοδο στην άμυνα, όπου προσπαθούμε περισσότερο και διορθωνόμαστε σε σχέση με την προετοιμασία. Στην επίθεση έχουμε κάποια προβλήματα, αλλά εκεί υπάρχει ταλέντο».
-Εχεις σκεφτεί κάποια εξήγηση για τη χαμηλή προσέλευση στο κλειστό του ΟΑΚΑ; Όχι μόνο στην πρεμιέρα με τον ΠΑΟΚ, αλλά και στο φιλικό παιχνίδι με την Εφές Αναντολού, όπου βραβεύτηκαν ο Ντούσαν Ιβκοβιτς και ο Ντράγκαν Σάκοτα.
«Πέρυσι, το ΟΑΚΑ μάζευε πολύ κόσμο, όχι μόνο στα λεγόμενα ντέρμπι, αλλά στα περισσότερα παιχνίδια. Μπορεί να επηρέασε ο αποκλεισμός από τον Αρη στο Κύπελλο. Το βέβαιον είναι ότι χωρίς τη στήριξη του κόσμου, η ομάδα δεν θα τραβήξει».
-Ο κόσμος της ΑΕΚ διψάει για την υπέρβαση. Ονειρεύεται την Ενωση να διεκδικεί τον τίτλο από τους δύο αιώνιους. Είναι ρεαλιστική αυτή η προσέγγιση;
«Ο κόσμος διψάει και είναι λογικό. Η ΑΕΚ βρέθηκε πολύ χαμηλά. Ηταν πολύ μακριά από τους δύο μεγάλους. Ετσι είναι και φέτος. Σιγά σιγά θα κλείνει η ψαλίδα. Χρειάζεται δουλειά για να φτάσουμε τις δύο καλύτερες ομάδες της χώρας. Αν καταφέρουμε να σπάσουμε το δίπολο και να βρεθούμε από φέτος στον τελικό, θα πρόκειται για θαύμα. Βέβαια, όταν μπαίνεις στο γήπεδο, πάντα παίζεις για τη νίκη. Είτε αντιμετωπίζουμε την τελευταία ομάδα της Α1, είτε τον πρωταθλητή Ολυμπιακό, δεν πάμε ποτέ για να χάσουμε».
-Επειτα από ένα ιδιαίτερο καλοκαίρι, κατά τη διάρκεια του οποίου έχασες κάποιες ευκαιρίες να συνεχίσεις να αγωνίζεσαι στην Ευρωλίγκα (Ουνικάχα Μάλαγα, Εφές Αναντολού), είναι ένα στοίχημα που θέλεις να κερδίσεις η φετινή σεζόν;
«Δεν το βλέπω σαν ένα στοίχημα, που πρέπει να κερδίσω. Στον αθλητισμό μετράει καθαρά το σήμερα. Το μέλλον είναι μακρινό. Μακάρι να πάει καλά η ομάδα μου η ΑΕΚ και μέσω αυτής να αναδειχθώ κι εγώ».
-Όταν ξεκινούσες να κάνεις όνειρα στο μπάσκετ, είχες φανταστεί την εξέλιξη της καριέρας σου; Μετά τα πέντε χρόνια στον ΠΑΟΚ, έχεις αγωνιστεί σε Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, ΑΕΚ, καθώς και σε σημαντικές ομάδες του εξωτερικού, με αποκορύφωμα την Μπαρτσελόνα. Το άθλημα σε έχει ταξιδέψει αρκετά. Θα προτιμούσες να βρίσκεσαι για περισσότερα χρόνια στην ίδια ομάδα ή να αλλάζεις συχνά γειτονιά;
«Για μένα αν μπορούσα να αγωνιστώ στην ίδια ομάδα για πολλά χρόνια, θα ήταν προτιμότερο. Είμαι, όμως, τυχερός, γιατί σε πολλές περιπτώσεις είχα την ευκαιρία να επιλέξω και δεν μετανιώνω για την απόφασή μου να αγωνιστώ και να γνωρίσω όλες τις ομάδες, που προανέφερες και ακόμη περισσότερες. Όπως η ζωή, έτσι και η καριέρα είναι απρόβλεπτη. Αυτό που πρέπει να φροντίζει ένας αθλητής είναι να διατηρείται σε υψηλό επίπεδο και μερικές φορές αφήνεις το μπάσκετ να σε ταξιδέψει εκείνο, όπου θέλει. Μόνο στον Αρη δεν θα πήγαινα!».
-Ας ανοίξουμε το κεφάλαιο «Εθνική Ανδρών». Σε ενόχλησε που δεν ήσουν στις επιλογές του Φώτη Κατσικάρη;
«Η Εθνική φέτος ήταν υπερπλήρης και εγώ δεν χωρούσα στο ρόστερ. Ποιον να αφήσεις έξω για να μπω εγώ; Αυτή η ομάδα είχε μεγάλη πληρότητα. Στην επιλογή των παικτών παίζει ρόλο και τι μπάσκετ θέλει να παίξει ο προπονητής. Δυστυχώς αποτύχαμε και αυτό είναι που με στενοχωρεί περισσότερο».
-Αισθάνεσαι ότι κάτι δεν «κόλλησε» με σένα και την Εθνική; Παρεμπιπτόντως, είσαι ο μοναδικός παίκτης, στον οποίο έχει επιβληθεί ποινή από την Ομοσπονδία, ενώ είχες απουσιάσει από το Ευρωμπάσκετ 2011 εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας της μητέρας σου.
«Κάποια θέματα που έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς, έχουν ξεπεραστεί και δεν θέλω να τα θυμάμαι. Τα έχουμε αναλύσει διεξοδικά και μπορώ να πω ότι εκείνο το ζήτημα είχε πάρει πολύ μεγάλες διαστάσεις χωρίς να πρέπει. Είχε ξεχειλώσει. Θα ήθελα όσον αφορά στην Εθνική να ήταν καλύτερα τα πράγματα για μένα και εννοείται ότι πάντα είμαι ανοικτός για να αγωνιστώ ξανά, εφόσον με χρειάζεται ο προπονητής».
-Μετά και την αποχώρηση του Σπανούλη, γίνεται μεγάλη συζήτηση για τους Έλληνες σταρ του μπάσκετ, που αποφασίζουν να σταματήσουν νωρίς. Ο Διαμαντίδης στα 30, ο Παπαλουκάς στα 31, ακόμη και ο Γκάλης είχε άδοξο τέλος στο Ευρωμπάσκετ 1991. Από τους πέντε μεγάλους, μόνο ο Γιαννάκης αποχώρησε πλήρης ημερών σε ηλικία 37,5 ετών. Ποιες σκέψεις περνούν από το μυαλό σου αναλύοντας αυτά τα δεδομένα;
«Αν βρισκόμουν στο επίπεδο αυτών των παικτών, θα ακολουθούσα τη διαδρομή του Παναγιώτη Γιαννάκη. Θα έπαιζα στην Εθνική μέχρι τέλους και συνδυάζοντας την αποχώρηση με το τέλος της καριέρας μου. Αυτοί οι τεράστιοι παίκτες είναι σύμβολα για το μπάσκετ και δεν πρόκειται να ξαναβγούν εύκολα. Κατά τη γνώμη μου, που είναι προσωπική και δεν αποτελεί μομφή για κάποιο από αυτά τα παιδιά, που έχουν δώσει πάρα πολλά και έχουν αγωνιστεί χρόνια στην Εθνική Ανδρών, η Εθνική σημαίνει δόξα και υστεροφημία. Ο Γκασόλ, για παράδειγμα, είναι η Ιστορία της Εθνικής Ισπανίας, για αυτό μπαίνει πιο ψηλά από όλους τους συμπατριώτες του. Φυσικά, μετράει το πώς αισθάνεται ο κάθε αθλητής το κορμί του. Υπάρχει τεράστια καταπόνηση με τόσες διοργανώσεις και αυτό πρέπει να το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη. Ρώτησες, όμως, τη γνώμη μου και επαναλαμβάνω ότι εγώ θα έπαιζα ως το τέλος της καριέρας μου».