Το ελληνικό μπάσκετ δεν έφθασε από ένα θαύμα εδώ, που έφθασε. Ναι, ο Γκάλης, ναι ο Γιαννάκης, ναι ο Φάνης, ναι ο Φασούλας, ναι ο Σπανούλης, ναι ο Διαμαντίδης, ναι ο Παπαλουκάς, αλλά πριν φθάσουμε στο παρκέ, πρώτα πρέπει να έχει γίνει η δουλειά από έξω.
Ο Γιώργος Βασιλακόπουλος έχει δώσει πάρα πολλά στο άθλημα και όποιος το αμφισβητεί αυτό, είτε άσχετος είναι, είτε έχει τους λόγους του. Ολα, όμως, τα πράγματα έχουν τον χώρο τους και τον χρόνο τους. Ο Βασιλακόπουλος είναι 78 χρόνων και να είναι πάντα ο άνθρωπος καλά. Να ζει και να ευτυχεί. Αλλά εκτός των άλλων το γεγονός ότι η Εθνική είναι μακριά από την διάκριση από το 2010, είναι περισσότερο ευθύνη της διοίκησής του, παρά οτιδήποτε άλλο. Το 1987 το Ευρωμπάσκετ το πήραν αυτοί, που αναφέραμε, αλλά και το αφεντικό της ΕΟΚ έβαλε το χεράκι του. Οπως και το 2005. Διαφωνεί κανείς; Οπως και για τις επιτυχίες των μικρών Εθνικών ομάδων, που είναι πάμπολλες, δεν βοήθησα εγώ, αλλά η ομοσπονδία. Είπαμε όμως: να κοιτάζουμε τον καθρέφτη μας και να βλέπουμε τα λάθη μας.
Η επιλογή του Μίσσα ήταν 100% λάθος έτσι, όπως έγινε. Το είπε άλλωστε και ο ίδιος ο «στρατηγός» ότι ήταν λύση ανάγκης. Με τα δεδομένα, που υπήρχαν,όμως, ο Μίσσας δεν πήγε άσχημα στο Ευρωμπάσκετ. Συμφωνώ με αυτό, που διαρρέουν από την ΕΟΚ ότι «έφερε εις πέρας την αποστολή του στην διοργάνωση». Και αυτό γιατί
α) δεν είχε δουλέψει ποτέ στο υψηλό επίπεδο, εννοούμε επίπεδο Ευρωλίγκας και Εθνικών ομάδων.
β) είχε να δουλέψει πολύ καιρό σε καθεστώς πίεσης και
γ) μεσούσης της προετοιμασίας έφυγε ο πιο ποιοτικός παίκτης του Ευρωμπάσκετ, βάσει αριθμών και όχι μόνο: ο Γιάννης Αντετοκούνμπο. Εφυγε, δηλαδή, από την Σλοβενία ο Ντράγκιτς, από την Ισπανία ένας Γκασόλ, από την Ρωσία ο Σβεντ και κάπως έτσι.
Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά, ο Μίσσας δεν τα πήγε άσχημα ως Μίσσας. Εφθασε ένα σουτ από την τετράδα και τουλάχιστον στα ματς με Λιθουανία και Ρωσία εμφάνισε ομάδα.
Αλλο, όμως, το ένα και άλλο το άλλο. Η ΕΟΚ, εκπροσωπώντας μία από τις κορυφαίες μπασκετικές χώρες παγκοσμίως, θα έπρεπε να είχε ενεργήσει διαφορετικά, παρά είναι η αλήθεια τις μεγάλες δυσκολίες, που υπήρχαν για ανεύρεση προπονητή. Και το θέμα είναι ότι για μία ακόμη σεζόν αποτύχαμε ως Εθνική.
Πάμε και στην επόμενη μέρα, εκεί, όπου «άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς», όπως είπε ένας γνωστός φίλος του μπάσκετ. Με τον Θανάση Σκουρτόπουλο να διαδέχεται τον Κώστα Μίσσα, ο οποίος θα παραμείνει στην ομάδα από άλλο πόστο. Αυτή η κίνηση της ΕΟΚ έχει λογική υπό την έννοια ότι τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2019 αρχίζουν στις 24 Νοεμβρίου και έπρεπε να αναλάβει την ομάδα ένας άνθρωπος, που ξέρει άριστα τα πώς και τα γιατί της Εθνικής. Ο Σκουρτόπουλος είναι ακριβώς αυτός ο άνθρωπος, αφού βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια στις τάξεις της επίσημης αγαπημένης. Την ίδια ώρα είναι ένας έμπειρος προπονητής, ένας άνθρωπος του μπάσκετ με μακρόχρονη πορεία σε όλα τα επίπεδα.
Την ίδια ώρα, όμως, και αυτός δεν έχει δουλέψει στο υψηλότερο επίπεδο ως χεντ-κόουτς. Γιατί είναι διαφορετικό να είσαι χεντ-κοουτς και διαφορετικό να είσαι ασίσταντ. Είναι η μέρα με την νύχτα ή κάπως έτσι. Ως χεντ-κόουτς έχει δουλέψει σε αρκετές ομάδες, όπως στον Πανιώνιο, τον Πανελλήνιο, το Ρέθυμνο και τον Απόλλωνα Πάτρας. Τώρα είναι προπονητής του Φάρου Λάρισας. Αλλο, όμως, Εθνική και άλλο αυτές οι ομάδες.
«Και σε ποιο σύλλογο έχει δουλέψει ο Κοκόσκοφ ως χεντ κόουτς;» μπορεί να ανταπαντήσει κάποιος. Σωστό κι αυτό. Στον αθλητισμό και στη ζωή γενικότερα, πολλά πράγματα είναι σχετικά.
Και επειδή πάντα σε μία ανάλυση, κριτική, επιχειρηματολογία, πρέπει να υπάρχει και η άποψη-θέση, η περίπτωση του Αργύρη Πεδουλάκη ήταν εκείνη, που θα μας άρεσε περισσότερο. Το γιατί, είναι κάτι, που μπορεί να το καταλάβει ο καθένας. Αλλά την απόφαση της ΕΟΚ, την δικαιολογούμε σε έναν βαθμό και το εξηγήσαμε παραπάνω. Ανθρωπος, δηλαδη, που να ξέρει άριστα τα πώς και τα γιατί της Εθνικής. Δηλαδή Θανάσης Σκουρτόπουλος.
Τα υπόλοιπα θα τα δούμε στο γήπεδο. 'Η μάλλον όλα τα θα δούμε εκεί. Το παρκέ είναι άλλωστε ο κριτής των πάντων.