MENU

Δεν αποτελεί θέση στο debate που προηγήθηκε του αντίστοιχου για τον Σπανούλη και τον Διαμαντίδη, τον Διαμαντίδη και τον Σπανούλη. Επίσης δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούμε. Είναι απαραίτητο όμως, σε αυτή τη γαμώχωρα να μην βρίσκουμε συνεχώς αφορμές για να χωριζόμαστε σε στρατόπεδα. Επιτέλους πια! Πολίτες μίας χώρας που έχουν μάθει μονάχα να κρίνουν αυτούς που δρουν και να στριμώχνονται σε καβούκια, όταν τους ζητηθεί να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Να πρωτοστατήσουν.

Μετά τα βήματα του Σπανούλη, που αναστατώνουν ακόμα την ελληνική κοινωνία και πριν κοπάσει ο κουρνιαχτός του ENSTA-SI, ENSTA-NO (πετυχημένο meme μα την αλήθεια), προέκυψε η απόφαση του Κοντονή να διαιρέσει και πάλι τη χώρα, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και οι λιγοστές πράξεις που γίνονται σε τούτον τον τόπο προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι υποχρεωτικό να έχουν οπαδικό υπόβαθρο.

Τα αίσχη που γράφονται στα social media από ανιστόρητους κάφρους, που νομίζουν ότι ο κόσμος γεννήθηκε την εποχή του Διαμαντίδη, του Σπανούλη, του Ομπράντοβιτς, του Πρίντεζη, δε χρίζουν σχολιασμού. Είναι απλά η απογοητευτική σφραγίδα ενός λαού που μεγαλώνει με επισφαλές κριτικό αίσθημα, με θρησκεία του το χρώμα και έλλειμμα παιδείας. Ευγένειας και σεβασμού στην ιστορία.

Η Ελλάδα χωρίζεται στα δύο με την απόφαση Κοντονή, όχι γιατί είναι τσιγκούνα στα ευχαριστώ, όπως έγραψε ένας φίλος, αλλά γιατί ανδρώνεται αναγνωρίζοντας μόνο τις αξίες που φουντώνουν την ατομική θρησκευτική κατάνυξη. Μεγαλώνει μαθαίνοντας ότι οφείλει να λέει το «ευχαριστώ» σε αυτόν που γεμίζει τη αχόρταγη χούφτα, κι όχι στο χέρι που ταϊζει τον διπλανό του. Πράξεις ευεργεσίας και οι δύο.

Ο Κοντονής δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το αυτονόητο. Χάρισε το όνομα του κορυφαίου παίκτη μπάσκετ όλων των εποχών, αυτόν που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή (όχι μόνος του φυσικά, μαζί με τον Δράκο, τον Φάνη, τον Πάνι και τους υπόλοιπους) στην ανάπτυξη του αθλήματος, στην σπουδαιότερη μπασκετική εγκατάσταση της χώρας. Τα τοπικιστικά περί καταγωγής, εντοπιότητας και προέλευσης, που ξεβράζουν τα μεγαλύτερα συμπλέγματα του τόπου, τα αφήνω στην άκρη. Μάθετε φίλοι μου, πράσινοι, κόκκινοι, κίτρινοι, ή μπλε, ότι τα τέκνα του ελληνικού αθλητισμού δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Ανήκουν σε όλους τους Ελληνες και κυρίως στους υγιείς, σε αυτούς που έστω κι αν έχουν διαφορετική συναισθηματική αφετηρία, έχουν την παιδεία και την κουλτούρα να σέβονται, να αναγνωρίζουν, να θαυμάζουν και να αποδέχονται.

Ο Διαμαντίδης δεν είναι του Παναθηναϊκού, είναι κληρονομιά όλων αυτών, που αισθάνονται δέος όταν τον παρατηρούν να γράφει ραψωδίες στο παρκέ. Το ίδιο και ο Σπανούλης. Οπως συμβαίνει με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη και όλους τους υπόλοιπους.

Δε θα διαχωρίσω τις αξίες, ούτε έχω διάθεση να υποτιμήσω, ή να υπερτιμήσω κάποιον. Αυτό που ξέρω και όλοι οι συνομήλικοί μου μπορούν να το επιβεβαιώσουν είναι ότι σε σχέση με τον Διαμαντίδη, ή τον Σπανούλη, ο Γκάλης έβαλε το χέρι του στην διαμόρφωση ενός αθλητικού γίγνεσθαι, εντελώς διαφορετικού από αυτό που γνωρίζαμε μέχρι το 1987. Ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Φάνης, ο Πάνι και η παρέα τους (για εμένα περισσότερο ο Νικ, για άλλους ο Δράκος, δεν έχει σημασία), άλλαξαν με το θαύμα του ’87 ολόκληρη την ελληνική κοσμοθεωρία και η επιρροή τους ήταν βαθιά κοινωνική, όσο κι αθλητική (το γεγονός ότι εξαιτίας τους το μπάσκετ έγινε πέντε χρόνια μετά επαγγελματικό, είναι αποκλειστικά και μόνο δικό τους επίτευγμα, είναι το ελάχιστο όφελος που γνώρισε το άθλημα). Ο Διαμαντίδης και ο Σπανούλης, ο Παπαλουκάς είναι «εθνικοί αθλητικοί ευεργέτες», αλλά επί των ημερών τους το μπάσκετ είχε ήδη τροχοδρομήσει, γνωρίζοντας στην πορεία βέβαια αρκετούς εκτροχιασμούς κι ατυχήματα. Μετά το 1987 (και δυστυχώς όχι νωρίτερα, όταν και υπήρξαν μεγάλες μορφές, όπως ο Γιώργος Αμερικάνος, ο Τρόντζος, ο Κολοκυθάς και πολλοί άλλοι) το μπάσκετ έγινε οικονομικός παράγοντας στη χώρα, ανοίγοντας νέες θέσεις εργασίας, προβάλλοντας μία νέα πηγή τροφοδοσίας εργασιών στους νέους.

Εύχομαι ειλικρινά πολύ σύντομα στον Παναθηναϊκό να αποκτήσει τη δική του στέγη και να την βαφτίσει στο όνομα του μεγαλύτερου παίκτη που φόρεσε ποτέ τη φανέλα του. Το ίδιο και στον Ολυμπιακό, αλλά και σε κάθε ομάδα που αγωνιά να τιμήσει το παρελθόν της. Το ίδιο οφείλει να κάνει και η Πολιτεία όμως. Χωρίς ημίμετρα και μικρότητες. Στους κορυφαίους, αξίζουν οι ύψιστες τιμές. Και ο Νικ είναι ένας από αυτούς. Οπως στο μέλλον θα είναι ο Διαμαντίδης και Σπανούλης. Βάλτε στη λίστα όποιον θέλετε. Θα συμφωνήσω. Ολα τα υπόλοιπα είναι προσωπική ικανοποίηση του οπαδικού εθισμού. Τίποτα περισσότερο.

Το ΟΑΚΑ πιθανότατα δεν θα υπήρχε και στη θέση του θα ήταν χτισμένο κάποιο γυάλινο κτίριο του Βωβού, ή του Αγιοστρατίτη, αν ο Γκάλης δεν είχε εμφανιστεί στη χώρα. Σε ακόμα χειρότερη περίπτωση η έκταση θα είχε κηρυχθεί προστατευόμενη για την ομαλή διαβίωση των επιτσιμέντιων γυπαετών.

Πάντως, ακόμα και την οικογένεια του Διαμαντίδη, ή του Σπανούλη να ρωτήσετε, την ίδια απόφαση με τον Κοντονή θα έπαιρναν. Και είμαι σχεδόν σίγουρος για αυτό.

Ειλικρινά, δεν μπορώ να φανταστώ που θα μπορούσε να είναι το ελληνικό μπάσκετ χωρίς τον Γκάλη και τα υπόλοιπα χρυσά παιδιά του 1987. Χωρίς την επιτυχία του ’87, προϊόντα του οποίου είναι όλοι οι μεταγενέστεροι. Μάλλον, ξέρετε, κάτι; Δε θέλω να φανταστώ...!

Υ.Γ. Ακόμα κι από αυτή την παρά φύσιν αιτία, αναδεικνύεται ένα πρόβλημα που δεν το ακουμπάει κανείς, διότι είναι άπαντες βολεμένοι στην κρατική προσφορά. Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός, ή ο Αρης δεν έχουν δικά τους γήπεδα, να τα κάνουν ό,τι θέλουν, να τα χρησιμοποιήσουν όπως νομίζουν, να τα βαφτίσουν σύμφωνα με την απαιτήσεις της ιστορικής διαδρομής τους. Και ειδικά στο μπάσκετ, υπεύθυνη δε είναι μόνο η Πολιτεία. Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός είναι μεν ιδανικοί, αλλά παραμένουν ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ δημόσιας περιουσίας. Κι όσο συμβαίνει αυτό η Πολιτεία έχει το χρέος να αλλά και τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται τους χώρους της όπως αυτή νομίζει. Η λογική: «Ναι, ας μην ήμασταν εμείς να συντηρούμε τα γήπεδα» έχει ισχυρή βάση, αλλά, παιδιά, φύγετε! Δε σας κράτησε κανείς με το ζόρι!

Υ.Γ.1 Στη δεκαετία του ’90, μεγαλώσαμε ακούγοντας τις μεγάλες μορφές του ελληνικού μπάσκετ να υποστηρίζουν ότι «μπασκετικοί» της νέας γενιάς θα πρέπει να πληρώνουν σε όλη τη ζωή τους «Γκαλόσημο». Μάλλον κάτι θα ξέρουν κι αυτοί.

Υ.Γ.2 Οταν μία χώρα διαιρείται ακόμα και για τις τιμητικές διακρίσεις που θα αποδοθούν σε ένα πρόσωπο, τότε αυτή η χώρα, πράγματι, δεν έχει απολύτως καμία τύχη.

Χωρίς εσένα...!