MENU

Ρώτησα τον Σίτο Αλόνσο, τον προπονητή της Μπιλμπάο... «Τι είναι αυτό που κάνει τον Μπόγρη ξεχωριστό;»... Η απάντησή του προκαλούσε καταιγιστικές σκέψεις... «Πέραν του ταλέντου που έχει, όταν ένας παίκτης σου δείχνει με τον τρόπο του ότι θέλει με κάθε κόστος να παίξει στην ομάδα σου και να δουλέψει σκληρά για να κερδίσει τη θέση του, δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Ηρθε και απέδειξε ότι αυτά που έλεγε, τα εννοούσε».

Σε πολλούς μπορεί να προκαλεί έκπληξη, σε άλλους καμία, δεν αλλάζει το περιεχόμενο όμως: Ο Γιώργος Μπόγρης, στο δεύτερο χρόνο μακριά από την Ελλάδα, δείχνει ότι μπορεί να τα καταφέρει! Μόνος του. Σε μία ξένη χώρα. Οπου οι Ελληνες παίκτες δεν είναι απαραίτητοι. Οπου ο επαγγελματισμός είναι προϋπόθεση και προαπαιτούμενο. Ο Μπόγρης αποφάσισε να μετρήσει τις δυνάμεις του μαζί με τα αστέρια του Λουντέμη. Ως ξένος σε μία ξένη χώρα, όπου το μόνο που έχει σημασία είναι η πραγματική αξία. Και τα πηγαίνει περίφημα. Σε εξέπληξε;

«Σαν να έχεις πάρει μυικά κιλά και όγκο» παρατήρησα... Τον είχα δει και στο γήπεδο, στον καθρέπτη του, παρατηρώντας έναν παίκτη, που μετά τη φυγή του Σον Τζέιμς από το Μπιλμπάο, έχει εξασφαλίσει θέση βασικού. Οχι μόνο λόγω της ικανότητάς του να προσεγγίζει εγκεφαλικά το ματς, αλλά και γιατί μία (είτε το θες, είτε όχι, αυτή είναι η πραγματικότητα), ισχυρή προσωπικότητα, ένας γεννημένος πρωταγωνιστής της ζωής του, αποφάσισε να μετατραπεί σε έναν εθελοντή ευεργέτη του συνόλου. Σε έναν εργάτη πολυτελείας, που παίζει για να κερδίζει η ομάδα του και όχι για τα νούμερά του.

«Εχω πάρει ναι, αλλά νιώθω καλύτερα από ποτέ. Φαντάσου ότι έχω κάνει 25 καρφώματα από την αρχή της σεζόν, ενώ κάθε χρόνο, άντε το πολύ να έκανα, πέντε συνολικά» μου απάντησε... Μα κι εμένα, πως μου ήρθε άραγε να του πω τέτοια κουβέντα; Δεν δυσκολεύτηκα να βρω την απάντηση. Ο ντελικάτος Γιώργος Μπόγρης, ο παίκτης που είχε μάθει να χορεύει στο παρκέ και να σκοράρει όπως θέλει, έχει αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό ότι η ολοκλήρωσή του ως παίκτης περνάει κι από τη βελτίωση του κορμιού του, της δύναμής του, της μαχητικότητάς του. Στο Φάιναλ Ειτ του ισπανικού Κυπέλλου τα έβαλε με θηρία, πήρε ριμπάουντ, έσπρωξε, έκανε σκληρά φάουλ... Εκανε όλα αυτά που δεν τον είχαμε συνηθίσει. Κι άλλο να το βλέπεις από την τηλεόραση, άλλο δια ζώσης. «Τώρα, πάντως, έχω πλάνο να πέσω λίγο» μου εκμυστηρεύτηκε.

«Πάντα παίκτης ομάδας ήμουν... Δεν αλλάζει αυτό. Πάντα εξαρτιέμαι από τους συμπαίκτες μου. Αλλά παίζει ρόλο και ο κόουτς. Το καλοκαίρι μου είπε ότι με πιστεύει πολύ αλλά χρειάζεται να βελτιώσω κάποια πράγματα και κυρίως το επιθετικό μου ριμπάουντ. Από τότε που έφυγε ο Σον Τζέιμς έχω 3.5 επιθετικά ριμπάουντ μ.ο., που είναι μεγάλος αριθμός. Από εκεί και πέρα ο κόουτς ξέρει πως θα με χρησιμοποιήσει. Με εμπιστεύεται για να με κάνει δημιουργό της ομάδας, διότι γνωρίζει ότι δε θα πάρω ποτέ κακό, ή βεβιασμένο σουτ». Οπως καταλαβαίνετε η συνέντευξη είχε ήδη ξεκινήσει. Η επόμενη κουβέντα του έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία: «Τώρα που τελείωσαν οι ευρωπαϊκοί αγώνες, μιλήσαμε με τον κόουτς, κι επειδή ήξερε ότι μπορώ να παίξω στο low post, είπαμε ότι πρέπει να αναπτύξουμε αυτόν τον τρόπο επίθεσης, όπως και το τρίποντο στον αιφνιδιασμό. «Αφού τα βάζεις από τα 6 μέτρα, γιατί να μην πηγαίνεις λίγο πιο πίσω να σουτάρεις από τα 6.75;». Ετσι μου είπε. Επειδή βλέπω ότι θέλεις κι εσύ και προσπαθείς και είσαι στην προπόνηση κάθε μέρα, γιατί να μην προσθέσουμε κι αυτό στο παιχνίδι σου;».

Η ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ, ΤΑ ΚΙΛΑ ΚΑΙ Ο ΣΙΤΟ

Ο Σίτο Αλόνσο δεν είναι απλά ο προπονητής του στο Μπιλμπάο... «Είναι ο άνθρωπος που μου δίνει κίνητρο να παίζω για αυτόν» μου είπε κάποια στιγμή στη διάρκεια της πολύωρης συνομιλίας μας. «Εχω πάθει πλάκα με τον προπονητή... Πιστεύω ότι είναι το επόμενο big thing στο ισπανικό μπάσκετ. Μη σου πω στο ευρωπαϊκό. Από την πρώτη συνάντηση που κάναμε, μου είπε: «Να ξέρεις πως ό, τι λέμε, αυτό θα είναι. Θα το κάνεις και θα είμαστε όλοι χαρούμενοι. Η δουλειά μου είναι πάνω από την οικογένειά μου... Είναι άρρωστος με το μπάσκετ. Εχει δική του φιλοσοφία, με πολλούς κανόνες, στην οποία είναι δύσκολο να προσαρμοστείς. Εχουμε πάρα πολλά plays, κοντά στα 50 με 60. Ενα σύστημα μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές παραλλαγές».

Οι άνθρωποι της Μπιλμπάο το επιβεβαιώνουν, ο ίδιος το θεωρεί φυσιολογικό αλλά ίσως σε κάποιους Ελληνες η εικόνα που έχει σχηματιστεί να είναι εντελώς διαφορετική... «Πηγαίνει κάθε μέρα στο γήπεδο για να κάνει προπόνηση» μου είπε κάποιος άνθρωπος των «Μαύρων» της χώρας των Βάσκων.

- «Αλήθεια είναι;» τον ρώτησα... «Φυσικά» μου απάντησε και άρχισε η εμβάθυνση στα διαφορετικά πρόσωπα του Γιώργου Μπόγρη, τουλάχιστον έτσι όπως τα είχαμε πολλοί από εμάς στο μυαλό μας...

«Πόσο έχει αλλάξει ο Γιώργος Μπόγρης;» απόρησα

«Καθόλου. Η σχεδόν καθόλου. Απλά τώρα παίζει καλά και ξαφνικά έγινε ο καλύτερος τύπος».

[Σημείωση: Κάποια στιγμή αργότερα, θα πει... «Αν μη τι άλλο οι συνεντεύξεις μου θέλω να μην είναι βαρετές». Κι αν συνεχίσετε την ανάγνωση, θα καταλάβετε ότι τα καταφέρνει περίφημα και εντελώς ανεπιτήδευτα]

Και συνεχίζει: «Εγώ πάντα ο ίδιος ήμουν. Οσοι με ξέρουν και με έχουν ζήσει καταλαβαίνουν ότι δεν έχω αλλάξει καθόλου. Αυτοί που δεν με έχουν γνωρίσει πιστεύουν ότι ξαφνικά, επειδή έπαιξα καλά, έγινα άλλος άνθρωπος στον ΠΑΟΚ. Για πολλά πράγματα όμως, υπάρχουν εξηγήσεις. Στον Πανιώνιο ήμασταν τρεις παίκτες για την ίδια θέση και παίζαμε από πέντε λεπτά. Ξέρεις ποια είναι η αλήθεια; Ρυθμό έτσι, δε μπορείς να βρεις ποτέ. Οταν έπαιξα λίγο παραπάνω, όταν έμεινα περισσότερα λεπτά συνεχόμενα στο παρκέ, βρήκα ρυθμό και ήμουν καλύτερος».

- Και στον Παναθηναϊκό;

«Στον Παναθηναϊκό δεν έκανα ούτε προπόνηση επί δύο χρόνια» λέει και αλλαζει κεφάλαιο: «Στον Αρη, όταν απέκτησα το δικαίωμα να αγωνιστώ, στο δεύτερο μισό της χρονιάς ήμουν καλός για αυτό και ήρθε η πρόταση από τον Πανιώνιο. Μετά τον ΠΑΟΚ τα πράγματα πήραν το δρόμο τους».

Ο ΠΑΟΚ, Η ΕΛΛΑΔΑ, ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ

Ο Μπόγρης έχει ιστορίες να μοιραστεί. Και να διηγηθεί. Χωρίς ιδιοτέλεια πια, αφού, δεν αναζητά θύτες ή κατηγορούμενους. Είναι απόλυτα ευτυχισμένος με αυτό που βιώνει στη διαδρομή του τα τελευταία δύο χρόνια. Εστω σε επίπεδο μπάσκετ. Παραδέχεται λοιπόν, ότι το δικό του κουμπί, η δική του θύρα που πρέπει να ανοίξει κάποιος για να εξερευνήσει τον πραγματικό Μπόγρη, είναι η εμπιστοσύνη.

«Πάντα πίστευα στον εαυτό μου, αλλά έχω ένα κακό: Πρέπει να μου δείξεις ότι μου έχεις εμπιστοσύνη, ότι με πιστεύεις! Αλλιώς επηρεαζόμουν και κατέβαζα ρολά αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Ξέρω ότι είμαι παίκτης ειδικών συνθηκών, ξέρω ότι δε θα μπορούσα να είμαι σε μία ομάδα που δεν έχει δημιουργό, ή καλούς σουτέρ. Παίζω όμως, ρόλο και η τύχη».

Και στον ΠΑΟΚ ο διεθνής σέντερ βρήκε αυτό ακριβώς που ζητούσε...

«Στον ΠΑΟΚ ήταν ο Μπάνε που με εμπιστεύτηκε και ο Σούλης Μαρκόπουλος που με βοήθησε. Ξέρω τον εαυτό μου, ως παίκτη. Θέλω χρόνο. Καλώς ή κακώς έτσι είμαι. Στον ΠΑΟΚ πήρα αυτό τον χρόνο. Ηταν ο Μπάνε που σε ένα από τα πρώτα ραντεβού, μου είπε: «Ακου, δε θέλω να αγχώνεσαι. Δεν είσαι παίκτης που μπορείς να κάνεις τη δουλειά ενός τρίτου σέντερ. Εσύ είσαι πρώτος. Παίξε λοιπόν, βρες το χώρο σου κι όταν θα πας 29-30 ετών, έλα να μου πεις τι προτάσεις θα έχεις». Ελπίζω να έχει δίκιο. Εκεί πήρα χρόνο κι εμπιστοσύνη».

Είχε προηγηθεί όμως ο Πανιώνιος, που τη σεζόν 2012-13, έμοιαζε, στο ξεκίνημα τουλάχιστον, να μοιάζει με την ιδανική κατάσταση: «Οταν πήγα στον Πανιώνιο τα πράγματα ήταν λίγο περίεργα. Στο τηλέφωνο που δέχθηκα για να πάω εκεί, αυτό που μου είπαν ήταν: «Ελα σε εμάς, θα παίζεις 25 λεπτά». Μία χαρά σκέφτηκα μέσα μου. Ομως, στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν. Ο Μπούκερ ξαφνικά μας βγήκε 5άρι, ο Βασίλης (Καββαδάς) που ήταν να φύγει, δεν έφυγε και το πράγμα μπερδεύτηκε. Κατανοώ απόλυτα τον κόουτς Σφαιρόπουλο, που ήρθε στην ομάδα μετά την έναρξη του πρωταθλήματος, και τη νοοτροπία που έχει και την οποία επιδεικνύει και τώρα στον Ολυμπιακό, αλλά πήγα εκεί για ένα λόγο. Όταν φυσικά ο κόουτς δεν ήταν στην ομάδα. Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, ίσως να το είχα σκεφτεί κι εγώ διαφορετικά. Ετσι κι αλλιώς αυτός ήταν ο στόχος μου. Να φύγω από την Ελλάδα. Με την ευκαιρία που μου έδωσε ο ΠΑΟΚ, μου άνοιξε ο δρόμος».

Η Ελλάδα δεν υπάρχει πια στη σκέψη του, από τη στιγμή που οι δύο μεγάλοι είναι αδύνατον να ρίξουν στα πόδια του τις προϋποθέσεις που ζητά. Το εξωτερικό είναι ο προσωπικός παράδεισός του. Και η ψυχή του ισορροπεί πλέον πολύ ξεκάθαρα στα do και τα dont's.

«Εχω αλλάξει σε ένα πράγμα. Πλέον, αν και φυσικά έχω την άποψή μου, δεν τη εκφράζω συνέχεια, γιατί δε βρίσκω κάποιο λόγο. Συνειδητοποίησα αρκετά πράγματα, πέρσι που έμεινα μόνος μου και σε σχετικά δύσκολες συνθήκες πάνω στο βουνό (Ανδόρα). Επιπλέον σκέφτηκα πολύ. Κατάλαβα ότι πολύ σημαντικό ρόλο στην καριέρα του αθλητή έχει η τύχη. Για παράδειγμα, αν, όταν ήμουν 19, αντί να πάω στον Παναθηναϊκό, επέλεγα τον Ολυμπιακό (που θα μπορούσα να το κάνω πίστεψέ με), ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά για εμένα. Επέλεξα μία κατάσταση, στην οποία δεν είχα χρόνο ούτε στην προπόνηση. Πέρασε καιρός για να αρχίσω να καταλαβαίνω κάποια πράγματα. Ημουν 19 χρονών, πρώτος σκόρερ και ριμπάουντερ της Εθνικής στο Ευρωμπάσκετ Νέων Ανδρών, όπου πήραμε το χρυσό μετάλλιο. Με ήθελε ακόμα και η Ρεάλ που είχε σκοπό να με δώσει δανεικό. Στον Παναθηναϊκό λοιπόν, όταν υπέγραψα, συνειδητοποίησα ότι το συμβόλαιό μου ήταν διετές. Δύο συν δύο χρόνια. Ποιος παίκτης 19 χρονών πάει σε μία μεγάλη ομάδα με διετές συμβόλαιο; Ποια ομάδα θα σε δει σαν πρότζεκτ με διετές συμβόλαιο; Ολοι οι άλλοι, ο Παπανικολάου, ο Σλούκας, ο Γιαννόπουλος, όλοι, υπέγραψαν πενταετή συμβόλαια».

- Θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι τα πάντα κερδίζονται στο παρκέ και όχι στα χαρτιά...

«Δε νομίζω γιατί δε σου δίνεται η ευκαιρία. Το παράδειγμα είναι ο Σλούκας, που έπαιξε ένα χρόνο, έφυγε μετά πήγε στον Αρη πήρε μεγάλο χρόνο και όταν επέστρεψε ο Ολυμπιακός ξέροντας ότι τον έχει για πέντε χρόνια, τον εκμεταλλεύτηκε».

Επέμεινα στην κουβέντα, γιατί ήταν από τις ελάχιστες φορές που διαφώνησα μαζί του. Δεν είναι θέμα υπογραφών και συμβολαίων η ανάδειξη ενός παίκτη, ακόμα και οι ευκαιρίες που θα του δοθούν.

«Κι εγώ έχω κάνει λάθη. Ναι! Η αλήθεια είναι πάντα κάπου στη μέση! Δεν ήμουν έτοιμος για ένα τόσο μεγάλο άλμα. Πεντάρι, 19 ετών, αδύνατος! Που να παίξω; Αλλά δεν μπορούσα να πω και όχι σε πρόταση του Παναθηναϊκού».

ΤΑ ΖΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

Η συζήτηση έχει ρυθμό, αλλά μόνο σε επίπεδο ανταλλαγής σκέψεων και όχι σε χρονική σειρά προσέγγισης των θεμάτων. Μου έκανε εντύπωση αυτό που είπε για το βουνό της Ανδόρας, της πρώτης ομάδας στην οποία αγωνίστηκε μακριά από την Ελλάδα. Και τον ρώτησα...

«Στην Ανδόρα ζορίστηκα πάρα πολύ. Κάθε εβδομάδα ετοίμαζα βαλίτσα για να φύγω. Ηταν μία καινούρια ομάδα και δεν έχει υψηλό επίπεδο οργάνωσης. Μπορεί εμείς να θεωρούμε απαραίτητο, ή πολυτέλεια (όπως το πάρει κανείς) να υπάρχει φροντιστής σε μία επαγγελματική ομάδα, αλλά εκεί δεν υπήρχε τίποτα. Είχαμε δύο προπονητικά σετ ρούχων και έβαζα πλυντήριο κάθε μέρα μόνος μου για να έχω ρούχα στην προπόνηση. Μα κάθε μέρα όμως. Επίσης, πριν από τα ματς, ή τις προπονήσεις έφτιαχνα και κουβαλούσα τσάντα, με τον μόνιμο φόβο να μην έχω ξεχάσει κάτι απαραίτητο».

Ωπα, αν βιαστείτε να τον χαρακτηρίσετε με όποιο τρόπο νομίζετε, θα κάνετε τεράστιο λάθος. Σε καμία ομάδα της Ευρώπης, ανάλογου επιπέδου συναντά κανείς παρόμοιες συνθήκες. Ο επαγγελματισμός, δεν αφορά μόνο στους παίκτες, αλλά και στις μίνιμουμ απαιτήσεις. Και η απουσία φροντιστή, ή η αγωνία ενός αθλητή να έχει πλυμένα ρούχα προπόνησης κάθε μέρα απέχει πολύ από το ελάχιστο επίπεδο επαγγελματισμού που αγγίζει μία ομάδα όχι μόνο του καλύτερου πρωταθλήματος στην Ευρώπη, αλλά ακόμα και σε αυτά χαμηλότερων ταχυτήτων.

«Ηταν ζόρικα. Επιπλέον, όλοι οι συμπαίκτες μου ήταν παντρεμένοι και μετά την προπόνηση εξαφανίζονταν, πηγαίνοντας σπίτια τους. Αρα έμενα μόνος μου, πήγαινα στα εστιατόρια κι έτρωγα μόνος μου, έκανα πολλά πράγματα μόνος μου. Δεν το μετανιώνω όμως. Μου έδωσαν την ευκαιρία αυτοί οι άνθρωποι. Σε μία χώρα που απ'ό,τι έχω καταλάβει δεν σέβονται καθόλου το ελληνικό πρωτάθλημα... Ως πρωτάθλημα. Η Ανδόρα όμως, με πίστεψε, μου άνοιξε την πόρτα, οπότε δεν έχω καμία κακή σκέψη για τη συγκεκριμένη ομάδα έστω κι αν οι συνθήκες ήταν δύσκολες».

Σεβασμός στο ελληνικό πρωτάθλημα... Μεγάλη κουβέντα. Η αλήθεια πάντως είναι πως αμέτρητοι ξένοι έχουν φύγει από την Ελλάδα βρίσκοντας σπουδαίες δουλειές σε καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Αλλά οι Ισπανοί μπορεί να έχουν τον δικό τους χαβά.

«Σέβονται, οφείλω να σου πω, τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Πάρα πολύ. Και περισσότερο ακόμα την Εθνική ομάδα και τους Ελληνες παίκτες. Ο Ραούλ Λόπεθ μου λέει συνέχεια πόσο πολύ θαυμάζει τους Ελληνες παίκτες: «Είναι οι πιο έξυπνοι που υπάρχουν» λέει.

Στο Μπιλμπάο τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα, καθώς έτσι κι αλλιώς είναι ομάδα υψηλού στάτους... Η θέλει να γίνει σε κάθε περίπτωση. Ο Μπόγρης δηλώνει πως... «Οι Ισπανοί μοιάζουν με εμάς, γιατί τους αρέσει η ζωή και οι απολαύσεις της, το φαγητό, η βόλτα, τα πάντα». Νοσταλγεί όμως λίγο... «Το «καφριλίκι» της Ελλάδας να σου πω την αλήθεια. Μου λείπει αυτή η κατάσταση που όταν ένιωθες εξουθενωμένος έπαιρνες την ανάσα του κόσμου για να συνεχίσεις. Εδώ δεν είναι έτσι. Φαντάσου ότι η δική μας έδρα θεωρείται από τις πιο καυτές της Ισπανίας, αλλά δεν...»

Κι αφού έκανε μία μικρή πλάκα με την Βιτόρια (την έτερη μεγάλη πόλη της χώρας των Βάσκων), όπου ζει ο Γιάννης Μπουρούσης («Είναι απαράδεκτη. Εχει δύο εστιατόρια κι έναν καθεδρικό ναό! Δε ζεις εκεί!» το ρίξαμε στην γαστριμαργική...

- Το Μπιλμπάο φημίζεται για τα εστιατόριά του. Εχει πάρα πολύ που είναι βραβευμένα με αστέρια Μισελέν. Ποια γεύση σου έχει κάνει περισσότερη εντύπωση;

«Ναι, δεν το συζητώ. Μιλάμε για σπουδαίους σεφ. Υπάρχει πράγματι λοιπόν, ένα εστιατόριο που συνδυάζει την κινέζικη κουζίνα με την Βάσκικη. Και τα καταφέρνει πολύ καλά».

Πάνω στην κουβέντα και μιλώντας για αλλαγές, ενός παίκτη που πέρασε από όλες (σχεδόν) τις μεγάλες ομάδες του ελληνικού μπάσκετ αλλά για δεν έμεινε σε καμία περισσότερο από ένα χρόνο, έρχονται στο μυαλό του κι άλλες αλλαγές που εντοπίζει στον εαυτό του: «Πλέον δεν επηρεάζομαι καθόλου από τα πράγματα που δεν μπορώ να ελέγξω. Ούτε από το χρόνο που θα παίξω. Ούτε από τους διαιτητές που μπορεί να κάνουν μία λάθος υπόδειξη. Κ αυτό είναι το πιο σημαντικό. Ουσιαστικά κατάλαβα ότι δουλειά μου είναι να παίζω, κι όχι να ρωτάω γιατί δεν παίζω... Μπορεί να έχω την άποψή μου, αλλά αποφάσισα ότι θα την κρατήσω για τον εαυτό μου μέχρι να γίνω προπονητής και να την κάνω φιλοσοφία την άποψή μου και να τη εκφράζω τότε».

Ναι ναι... Η απόφασή του είναι ειλημμένη πια και πολύ δύσκολα θα αλλάξει. Ο Μπόγρης, έχει σώας τα φρένας. Γνωρίζει ότι κάποια στιγμή η αθλητική καριέρα θα τελειώσει, τα φώτα θα πέσουν και τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσει την πραγματική ζωή... Τα σχέδιά του είναι έτοιμα για το μέλλον.

«Προσπάθησα να πάω στη Νομική, να σπουδάσω. Εμεινα ένα χρόνο. Επιχείρησα να περάσω κάποια μαθήματα, αλλά δεν είναι αυτό που μου ταίριαζε. Πέρασα καλά όμως, δεν μπορώ να πω. Τον πρώτο χρόνο μάλιστα, θέλησα να ενταχτώ στο κλίμα. Τι έκανα; Επαιρνα ένα σοφιστικέ ύφος, έβαζα την «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» κάτω από τη μασχάλη και περπατούσα στους διαδρόμους της σχολής». Βάζει τα γέλια ακόμα και ο ίδιος... «Είχε πολύ πλάκα, αλλά επειδή το μέλλον του καθενός δεν είναι πλάκα, κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν είμαι εγώ για να τελειώσω τη συγκεκριμένη σχολή».

ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΣ ΕΤΩΝ 22

Τα λόγια του στάζουν αυτοεκτίμηση κι εμπιστοσύνη... Οχι άδικα εδώ που τα λέμε. Το φετινό συμβόλαιό του στην Μπιλμπάο, μετά την Ανδόρα, λογίζεται και ως προαγωγή. Τα κατάφερε, όταν πολλοί πίστευαν ότι δεν έχει κανένα μέλλον στο μπάσκετ.

«Η αλήθεια είναι ότι έχω δουλέψει αρκετά. Εχω δουλέψει πάρα πολύ. Από μικρός. Δεν έχω αλλάξει καθόλου. Δε μου χάρισε κανείς το παραμικρό και είμαι πολύ χαρούμενος διότι βλέπω ότι σιγά σιγά ...πάω ταμείο! Και δεν αναφέρομαι φυσικά στα χρήματα, αλλά στην καθιέρωση σε ένα υψηλό επίπεδο. Δεν ασχολούμαι καθόλου με τον κόσμο και όσα γράφονται. Πλέον ακόμα και κάποιοι που έλεγαν τα χειρότερα για εμένα, πλέον λένε τα καλύτερα. Αλλά δε με νοιάζει. Οσο πιο μακριά από την Ελλάδα μπορώ να είμαι, τόσο το καλύτερο».

Οπως αντιλαμβάνεστε, ακόμα ένας παίκτης, διεθνής, που φεύγοντας από την Ελλάδα, νιώθει την ανάγκη τα ρίξει μαύρη πέτρα. Το δυσάρεστο είναι ότι δε γραφτεί το δικό του όνομα τελευταίο στη λίστα. Εχουν προηγηθεί πολλοί και θα ακολουθήσουν ακόμα περισσότεροι.

«Στην Ελλάδα δεν υπάρχει υπομονή και έχουν όλοι άποψη. Εδώ δεν είναι έτσι. Στην Ελλάδα βέβαια υπάρχουν και πάρα πολλά μέσα. Εδώ είναι τρεις εφημερίδες όλες κι όλες. Δεν υπάρχει κάτι περισσότερο. Στην Ελλάδα κάθε ομάδα έχει τόσο κόσμο γύρω της, κάθε είδους. Οπότε σε κάθε περίπτωση είτε τα διάβαζες, είτε στα μετέφεραν».

- Εσύ ασχολήθηκες ποτέ με δημοσιογράφους;

«Οχι, και μετά από ένα σημείο μάλιστα σταμάτησαν να με ενδιαφέρουν τα πάντα. Στην αρχή έβλεπα τι γραφόταν, στεναχωριόμουν, με επηρέαζε αυτή η κατάσταση. Φαντάσου ότι είχα διαβάσει άρθρο με τίτλο «Πέντε τελειωμένοι παίκτες» και ήμουν στο νούμερο 1 με τον Λάμπρο Χούτο και τον Χρήστο Κωστή. Τότε ήταν που είπα: «Εντάξει παιδιά, έχετε πρόβλημα». Μα ήμουν μόνο 22 ετών!»

- Παρόλα αυτά ένιωσες ποτέ την καριέρα σου να φεύγει από τα χέρια σου;

«Οχι! Ποτέ. Είχα δουλέψει πάρα πολύ, ήξερα ποιος είμαι και τι μπορώ να κάνω. Το πάλεψα και το παλεύω πάρα πολύ. Γνώριζα ότι αν ήμουν υγιής, θα έρχονταν η δική μου στιγμή. Πήγα στο Περιστέρι, επειδή μου είπαν έλα να παίζεις βασικός και τότε απέρριψα τη Μπιέλα. Εφυγα από τον Αρη γιατί ήθελα να κυνηγήσω κάτι καλύτερο. Πάντα είχα στο μυαλό μου να κάνω ένα βήμα πιο πάνω. Ακόμα κι όταν η επιλογή εκ του αποτελέσματος δεν αποδεικνυόταν καλή, εγώ είχα τη συνείδησή μου ήσυχη ότι έκανα κάτι για να αναπτύξω την καριέρα και τους στόχους μου».

- Στο Περιστέρι τι έγινε;

«Ούτε κι εγώ ξέρω. Δεν κατάλαβα. Είναι λίγο περίεργο βέβαια, διότι φεύγοντας από τον Παναθηναϊκό, έκανα μεταβατική στο Περιστέρι στο τέλος της σεζόν και το καλοκαίρι πήγα στο Σικάγο για να δουλέψω ατομικά. Οσο ήμουν στις ΗΠΑ ο κόουτς Πεδουλάκης με έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο για να μου εκφράσει πόσο πολύ με ήθελε και με πίστευε. Πράγματι, έμεινα! Είχαμε συμφωνήσει για κάποια χρήματα εκχωρημένα στα τηλεοπτικά, αλλά ακόμα και μία-δυο μέρες πριν αρχίσει το πρωτάθλημα δεν είχα υπογράψει συμβόλαιο. Τότε ήταν που μου είπαν ότι δεν μπορούσαν να μου δώσουν αυτά που είχαμε συμφωνήσει και με τον τρόπο που είχαμε συμφωνήσει. Το προσπερνώ! Παίζουμε το πρώτο ματς κερδίσαμε και βάζω 17 πόντους μέσα στα Τρίκαλα. Πάμε μετά από τρεις μέρες να παίξουμε με τον Απόλλωνα στην Πάτρα και βάζω 12 πόντους στο πρώτο ημίχρονο. Στο δεύτερο δεν έπαιξα καθόλου. Την επόμενη μέρα έρχεται ο κόουτς Πεδουλάκης και μου λέει: «Ψάξε να βρεις ομάδα. Δεν μου κάνεις αγωνιστικά».

- Για κάτσε όμως.... Δεν υπήρξε κανένα θέμα συμπεριφοράς;

«Ακουσέ με, και να υπήρξε, που μπορεί όντως να είχα λίγο αέρα παραπάνω τότε, (ξέρεις τώρα, ήρθα από τον Παναθηναϊκό εγώ και κάτι τέτοια χαζά), με υπέγραψαν μία μέρα πριν με διώξουν. Αν όντως υπήρξε θέμα συμπεριφοράς, ενώ έκανα ένα μήνα προετοιμασία, ας μου το έλεγαν νωρίτερα. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τι έγινε και δε θα το καταλάβω ποτέ. Και μην ξεχνάς ότιν τότε δεν επιτρεπόταν μεταγραφή σε άλλη ομάδα. Εγινε τεράστιος αγώνας για να αποκτήσω το δικαίωμα να πάω στον Αρη τον Ιανουάριο. Ισως με πήγε λίγο πίσω αυτό, αλλά κάθε εμπόδιο είναι για καλό. Ευτυχώς που ο Αρης με περίμενε και με πήρε μόνο για τα ευρωπαϊκά ματς γιατί ο κόουτς Αλεξανδρής και ο Δαμιανίδης με πίστεψαν. Αλλιώς μπορεί να πήγαινε μία χρονιά χαμένη».

- Το όνομά σου θα είναι στη λίστα των επιλογών της Εθνικής ομάδας;

«Δεν ξέρω τι να σου πω; Δεν έχω ιδέα! Και πέρσι το πίστευα και δεν είδα πουθενά το όνομά μου. Και φέτος, έχω μία καλή πορεία, αλλά κάθε προπονητής έχει ένα πλάνο στο μυαλό του. Και πέρσι πίστευα ότι θα μπορούσα να είμαι, αλλά βλέποντας το ρόστερ και τις επιλογές, ακόμα κι εγώ να ήμουν προπονητής δε θα με επέλεγα. Θα πήγαινα όπως πήγε ο Φώτης. Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα το ήθελα πάρα πολύ και είναι όνειρο ζωής για εμένα.

- Σου λείπει;

«Πάρα πολύ. Αυτό που ζω τώρα, εδώ, με όλες τις ομάδες στο ίδιο ξενοδοχείο, στο μυαλό μου μοιάζει με Ευρωμπάσκετ και είναι τρομερό. Κυνηγάω να πηγαίνει στο 3 on 3 για να ζω αυτό ακριβώς το πράγμα.

ΤΟ ΜΠΙΛΜΠΑΟ, Η ΓΙΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ Η ...ΣΟΟΥ ΜΠΙΖ

Κακά τα ψέματα. Στη χώρα των Βάσκων, ο Γιώργος Μπόγρης δεν εκπροσωπεί μόνο τον εαυτό του, αλλά και την κληρονομιά, την αιώνια παράδοση που έχουν αφήσει οι προκάτοχοί του Ελληνες, με μερικούς εκ των οποίων στη σύνθεσή της η Μπιλμπάο σημείωσε τις κορυφαίες νίκες της ιστορίας της και πέτυχε τα πιο σπουδαία κατορθώματά της.

«Αλήθεια είναι αυτό. Γενικά στο Μπιλμπάο μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για τους περισσότερους Ελληνες, όχι για όλους. Πάνω απ'όλους είναι ο Νίκος Ζήσης, τον οποίο σέβονται πάρα πολύ και μετά ο Κώστας (Βασιλειάδη) που έχει κάνει σπουδαία πράγματα με την ομάδα. Και για τον Φώτη Κατσικάρη έχουν τρομερή άποψη. Τον αποθεώνουν».

- Ασχετο, αλλά πως ήταν/είναι η ζωή σου ως μέλος της σόου μπιζ;

«Τι να σου πω; Εμένα δε με έχει επηρεάσει σε κάτι... Δικαίωμα δεν έδωσα ποτέ σε κανένα, οπότε δεν άλλαξε κάτι σε εμένα. Τα ίδια πράγματα κάνω με αυτά που έκανα. Ισως έγινα λίγο πιο αναγνωρίσιμος, αλλά και πάλι ουσιαστικές αλλαγές δεν υπήρξαν. Είμαι κι άτομο που παίρνει ενέργεια από τον κόσμο. Εξάλλου ήμουν κι έτοιμος για αυτό. Δεν έκρυβα κάτι, ακολουθούσα με σεμνότητα το δρόμο της ζωής μου. Ισα ισα θα έλεγα με ωρίμασε κιόλας. Με βοήθησε να ωριμάσω. Να φέρομαι αλλιώς. Δεν ήμουν μόνος μου πια. Ηξερα ότι δεν εκθέτω μόνο εμένα και ότι πλέον ασχολούνται μαζί μου. Δεν ήμουν πια ο παίκτης του Ηλυσιακού ή ο 15ος του Παναθηναϊκού που δεν ασχολείται κανείς.

Ακου να δεις περιστατικό. Είχε έρθει μία γιαγιά να βγάλει φωτογραφία μαζί μου στο αεροδρόμιο και πετάγεται ο Περπέρογλου και τη ρωτάει: «Συγγνώμη, κυρία να σας ρωτήσω κάτι; Αυτόν τον ξέρετε;» και δείχνει τον Διαμαντίδη. Και λέει η κυρία: «Οχι, ποιος είναι αυτός; Το Γιωργάκη ήθελα εγώ, το Γιωργάκη».

Η συνέντευξη δεν είχε κανένα στόχο να εισέλθει σκανδαλοθηρικές λεπτομέρειες. Η ιδιωτική ζωή κάθε ανθρώπου αφορά στον ίδιο. Η απορία μου όμως, ήταν σχετική όχι τόσο με την προσωπική ζωή του, αλλά με την αλληλοεκτίμηση και την προσφορά τους ενός προς τον άλλον.

«Με έχει βοηθήσει πολύ ο άνθρωπός μου κι έχω βελτιωθεί πολύ σε κάποιες πτυχές της ζωής μου. Δίνω με μεγάλη χαρά αυτά που μπορώ να δώσω και παίρνω άλλα τα οποία θεωρώ σημαντικά. Για εμένα είναι ένας άνθρωπος πρότυπο, διότι και σε αυτή δεν έχει χαριστεί κάτι, τα κατάφερε όλα μόνη της. Την θαυμάζω για τους δικούς μου λόγους, με θαυμάζει για τους δικούς της και για αυτό έχει κρατήσει τόσο πολύ αυτή η σχέση. Με βοήθησε να μη μιλάω τόσο πολύ. Να κρατήσω τη γνώμη μου για εμένα και για τους λίγους φίλους που έχω. Οτι κάποια πράγματα δε χρειάζονται. Είναι περιττά».

Ο ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΕΘΝΙΚΗ

Η ώρα ήταν ήδη περασμένη, στην τηλεόραση του ξενοδοχείου έπαιζαν τα χάιλαιτς της ημέρας του Κυπέλλου και η συζήτηση είχε επεκταθεί. Ο Μπόγρης έχει άποψη και την καταθέτει. Κι επειδή παρακολουθεί τα δρώμενα, ξέρει τι γίνεται:

«Με έχει σοκάρει η αντίδραση που δεν υπάρχει από κανέναν για τον Διαμαντίδη. Από κανέναν. Γίνεται η Ευρωλίγκα να μην κάνει κάθε εβδομάδα κάτι για τον Διαμαντίδη, όπως γίνεται στο ΝΒΑ με τον Κόμπι; Μα ο Δημήτρης είναι ένας από τους δικούς μας, τους Ευρωπαίους, Κόμπι... Οι Ισπανοί σέβονται απεριόριστα το γεγονός ότι οι τρεις πρώτοι πασέρ στην ιστορία της Ευρωλίγκας είναι από την Ελλάδα. Το εκτιμούν και το σέβονται. Τους αρέσει πάρα πολύ το διάβασμα που κάνουν οι Ελληνες παίκτες στο παιχνίδι».

- Καλά, πες μου κάτι, ο Μπουρούσης τι τους κάνει φέτος;

Τι κάνει; Τους κοροϊδεύει... Εχει βρει καλό κλίμα. Εναν προπονητή που τον εμπιστεύεται. Ολοι ξέρουμε τι μπορεί να κάνει ο Γιάννης. Απλά κι αυτός δεν μπορεί να είναι ο τρίτος σέντερ. Χρειάζεται χρόνο κι όταν του τον προσφέρεις, μαζί με την εμπιστοσύνη, θα κυριαρχήσει. Εχει ηγετικές ικανότητες και παίρνει την ομάδα από το χέρι.

Με τον Ομπράντοβιτς τι έγινε;

Δεν έχει γίνει κάτι... Απλά δεν ασχολήθηκε μαζί μου! Τότε δεν το καταλάβαινα. Πήγαινα κάθε μέρα σαν το σκυλί στην προπόνηση, πλακωνόμουν στα βάρη διότι μου είχαν πει ότι πρέπει να γίνω Πέκοβιτς. Είχα γίνει μοσχάρι, 125 κιλά. Κάποια στιγμή σκέφτηκα όμως, ότι δεν ήταν το παιχνίδι μου αυτό. Είχα άλλα στοιχεία.

Με έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Ο τρόπος που έμαθα να αντιλαμβάνομαι το ματς είναι όλος δικός του. Εμαθα να κρίνω, το λάθος το σωστό και πολλά πράγματα μου κακοφαίνονταν. Σίγουρα με πείραζε που σε κάποια ματς έμπαινα όταν βάζαμε 100 πόντους, ενώ έμενα κι εκτός 12άδας, αλλά ο άνθρωπος έτσι αντιλαμβανόταν το παιχνίδι. Ηθελε τους παίκτες που θα του κάνουν σίγουρα τη δουλειά.

Απωθημένα έχεις;

Εχω, την Εθνική ομάδα! Αν δε καταφέρω να παίξω στην Εθνική, θα έχω κόμπλεξ σε όλη τη ζωή μου. Αν τα καταφέρω θα είμαι μία ζωή ευτυχισμένος».

- Συγγνώμη, είπες κόμπλεξ;

«Ναι, Θα έχω κόμπλεξ μία ζωή... Ναι! Γιατί θα λέω στον εαυτό μου συνέχεια ότι είμαι χαζός και δεν τα κατάφερα. Και η Ευρωλίγκα είναι ένα απωθημένο, αλλά αν πετύχω το στόχο της Εθνικής θα έχω γαλήνη στη ζωή μου μετά».

Μπόγρης: «Θα έχω κόμπλεξ μια ζωή αν...»