Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε στις 14 Φεβρουαρίου 1973, όταν ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές της Αθήνας και συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Ζητούσαν την κατάργηση του Ν.1347, ο οποίος προέβλεπε την υποχρεωτική στράτευση όσων ανέπτυσσαν συνδικαλιστική δράση κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Η αστυνομία, παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο, εισήλθε στο χώρο του ιδρύματος, συνέλαβε 11 φοιτητές και τους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της «περιύβρισης αρχής». Οι 8 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, ενώ περίπου 100 άλλοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τις σπουδές τους και να ντυθούν στο χακί.
Επτά ημέρες μετά τα πρώτα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στις 21 Φεβρουαρίου οι φοιτητές κατέλαβαν το κτίριο της Νομικής σχολής στην Αθήνα, προβάλλοντας τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Κάτω η Χούντα» και «Ζήτω η Ελευθερία». Η αστυνομία επενέβη και πάλι για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά η βίαιη εκδίωξη των φοιτητών από το κτίριο της Νομικής ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγωνιστικότητά τους.
Η εξέγερση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1973 επρόκειτο να αποτελέσει την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων. Το πρωί εκείνης της ημέρας οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και αποφάσισαν την κήρυξη αποχής από τα μαθήματα, με αίτημα να γίνουν εκλογές για τους φοιτητικούς συλλόγους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου, όπως είχε ανακοινώσει το καθεστώς.
Ακολούθησαν συνελεύσεις φοιτητών στην Ιατρική και στη Νομική σχολή. Μάλιστα, οι φοιτητές της Νομικής εξέδωσαν ψήφισμα, με το οποίο ζητούσαν την ανάκληση των αποφάσεων της Χούντας για τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, εκδημοκρατισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 20% του προϋπολογισμού και ανάκληση του Ν.1347 για την αναγκαστική στράτευση των φοιτητών.

Όσο περνούσε η μέρα άρχισαν να μαζεύονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, αλλά και άλλοι που πληροφορήθηκαν το νέο. Η αστυνομία αποδείχθηκε ανίκανη να εμποδίσει την προσέλευση του κόσμου. Το απόγευμα πάρθηκε η απόφαση για κατάληψη του Πολυτεχνείου. Οι πόρτες έκλεισαν και από τότε άρχισε η οργάνωση της εξέγερσης. Το πρώτο βήμα ήταν η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, στην οποία μετείχαν 22 φοιτητές και 2 εργάτες, με σκοπό να καθοδηγήσει τον αγώνα. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν επιτροπές σε όλες τις σχολές για να οργανώσουν την κατάληψη και την επικοινωνία με την ελληνική κοινωνία.
Για το σκοπό αυτό άρχισε να λειτουργεί ένας ραδιοφωνικός σταθμός, αρχικά στο κτίριο του Χημικού και αργότερα στο κτίριο των Μηχανολόγων, με εκφωνητές τη Μαρία Δαμανάκη και τον Δημήτρη Παπαχρήστου. Επιπλέον, στο Πολυτεχνείο εγκαταστάθηκαν πολύγραφοι, που δούλευαν μέρα - νύχτα, για να πληροφορούν τους φοιτητές και τον υπόλοιπο κόσμο για τις αποφάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής και των φοιτητικών συνελεύσεων. Συγκροτήθηκαν συνεργεία φοιτητών, που έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ, σε τοίχους, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα ταξί, για να τα γνωρίσουν όλοι οι Αθηναίοι. Στο Πολυτεχνείο οργανώθηκε εστιατόριο και νοσοκομείο, ενώ ομάδες φοιτητών ανέλαβαν την περιφρούρηση του χώρου, ξεχωρίζοντας τους ενθουσιώδεις και δημοκράτες Αθηναίους από τους προβοκάτορες.
Η πρώτη αντίδραση του δικτατορικού καθεστώτος ήταν να στείλει μυστικούς πράκτορες να ανακατευθούν στο πλήθος που συνέρρεε στο Πολυτεχνείο και να ακροβολήσει σκοπευτές στα γύρω κτίρια. Στις 16 Νοεμβρίου μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του πλήθους που ήταν συγκεντρωμένο έξω από το Πολυτεχνείο, με γκλομπς, δακρυγόνα και σφαίρες ντουμ-ντουμ. Οι περισσότεροι διαλύθηκαν. Όσοι έμειναν έστησαν οδοφράγματα ανατρέποντας τρόλεϊ και συγκεντρώνοντας υλικά από νεοανεγειρόμενες οικοδομές, και άναψαν φωτιές για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα. Αργότερα, η αστυνομία έκανε χρήση όπλων, χωρίς όμως να πετύχει το στόχο της, την καταστολή της εξέγερσης.
Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, όταν διαπίστωσε ότι η αστυνομία αδυνατούσε να εισέλθει στο Πολυτεχνείο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το στρατό. Κοντά στο σταθμό Λαρίσης συγκεντρώθηκαν τρεις μοίρες ΛΟΚ και μία μοίρα αλεξιπτωτιστών από τη Θεσσαλονίκη. Τρία άρματα μάχης κατέβηκαν από του Γουδή προς το Πολυτεχνείο. Τα δύο στάθμευσαν στις οδούς Τοσίτσα και Στουρνάρα, αποκλείοντας τις πλαϊνές πύλες του ιδρύματος και το άλλο έλαβε θέση απέναντι από την κεντρική πύλη. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ζήτησε διαπραγματεύσεις, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε.

Στις 3 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου το άρμα που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη έλαβε εντολή να εισβάλλει. Έπεσε πάνω στην πύλη και την έριξε, παρασέρνοντας στο διάβα του μία κοπέλα που ήταν σκαρφαλωμένη στον περίβολο κρατώντας την ελληνική σημαία. Οι μοίρες των ΛΟΚ, μαζί με ομάδες -μυστικών και μη- αστυνομικών, εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο και κυνήγησαν τους φοιτητές, οι οποίοι πηδώντας από τα κάγκελα προσπάθησαν να διαφύγουν στους γύρω δρόμους. Τους κυνηγούσαν αστυνομικοί, πεζοναύτες, ΕΣΑτζήδες. Αρκετοί σώθηκαν βρίσκοντας άσυλο στις γύρω πολυκατοικίες, πολλοί συνελήφθησαν κα μεταφέρθηκαν στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, στις 17 Νοεμβρίου συνελήφθησαν 840 άτομα. Όμως, μετά τη Μεταπολίτευση, αξιωματικοί της Αστυνομίας, ανακρινόμενοι, ανέφεραν ότι οι συλληφθέντες ξεπέρασαν τα 2400 άτομα. Οι νεκροί επισήμως ανήλθαν σε 34 άτομα. Στην ανάκριση που διενεργήθηκε το φθινόπωρο του 1975 εναντίον των πρωταιτίων της καταστολής εντοπίστηκαν 21 περιπτώσεις θανάσιμου τραυματισμού. Ωστόσο, τα θύματα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερα, διότι πολλοί βαριά τραυματισμένοι, προκειμένου να διαφύγουν τη σύλληψη, αρνήθηκαν να διακομιστούν σε νοσοκομείο.
Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο, αλλά στις 25 Νοεμβρίου ανατράπηκε με πραξικόπημα. Πρόεδρος ορίστηκε ο αντιστράτηγος Φαίδων Γκιζίκης και πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος. Όμως ο ισχυρός άνδρας του νέου καθεστώτος ήταν ο διοικητής της Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, που επέβαλλε ένα καθεστώς σκληρότερο από εκείνο του Παπαδόπουλου.
Η δικτατορία κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου του 1974, αφού είχε ήδη προηγηθεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο Γκιζίκης και ο αντιστράτηγος Ντάβος, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού, κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να επιστρέψει στην Ελλάδα για να επαναφέρει τη δημοκρατική διακυβέρνηση.
Ποιήματα εμπνευσμένα από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου
- Μικρός Τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973) (Νικηφόρος Βρεττάκος)
Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.
Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,
Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.
- Φοβάμαι (Μανώλης Αναγνωστάκης)
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.
- Εδώ Πολυτεχνείο (Φώτος Γιοφύλλης)
Στον άγιο ήχο της φωνής: «Εδώ Πολυτεχνείο!...»
στο κάλεσμα της νιότης μας, που φέρνει προς το φως
άστραψε σ’ όλες τις ψυχές τ’ άφταστο μεγαλείο
της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός!
Τ’ ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα,
και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια
σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ’ άστρα
το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια.
Στα παλληκάρια που’ πεσαν στην άνιση την πάλη
δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια!
Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι
ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!...
- Κοίτα με στα μάτια (Νίκος Γκάτσος)
Κοίτα με στα μάτια κι έλα πιο κοντά
άγια μου καρδιά κι αγαπημένη
άκουσα κι απόψε πόρτα να βροντά
πέτρες θα κυλάν οι πεθαμένοι.
Πώ να το ξεχάσω κείνο το παιδί
στο περιβολάκι τ' Άι-Νικόλα
έπινε τον ήλιο σα χλωρό κλαδί
πριν το θυμηθούν τα πολυβόλα.
Κοίτα με στα μάτια και με το σουγιά
πάρε από τη φλέβα μου μελάνι
γράψε τ' όνομά του στην αστροφεγγιά
χέρι φονικό να μην το φτάνει.
Πού είσαι Πέτρο; Πού είσαι Γιάννη;
Στου κάτω κόσμου το σιντριβάνι.
Νεράκι πίνω να λησμονήσω.
Γύρισε πίσω. Γύρισε πίσω.
- Κωνικός Νοέμβρης (Έκτωρ Κακναβάτος)
Αλαλιασμένος έτρεχε πίσω απ’ την εξάτμιση·
Συμμάζωχνε τα πεπτικά του όπως όπως
το παχύ το τυφλό το σιγμοειδές
παρατατικός ταξίαρχος.
Χυμένες κατεπάνω του οι σφήκες σύννεφο
έζεχνε ψοφίμι ο μυελός των επωμίδων
το στομάχι να ξερνά ηγήτορες, το πάγκρεας
πορτοκαλί σιδερικό τινάχτηκε στο βάραθρο,
η φωνή του επάνω στο φεγγάρι ετζακίστη
σκόρπισε κι η χολή φελόνι,
μακρύ συλλείτουργο ίσα κάτω την Τσίμοβα.
Προωθημένος διεθνής ραβδούχος νοικιασμένος
με την ώρα σε κώχευεν ο πόρφυρας
μάτι κρύο έμπυο…μα οι μικρές εκείνες;
εκείνες του νερού που δεν λυγίσανε
που δεν ελύγιζαν ποτέ με την γεωδαισία;
λέω για τις σημαντικές ικτίδες των λαβυρίνθων.
Αλαφρωμένος, τρίχρωμος, τσέπες γεμάτες χελιδόνια
εφηβικά εξανθήματα στύσεις κι άλλα τέτοια
της ευθυβολίας, ομολόγησε πως όχι σπάνια
αυτιάζονταν ελευθερίαν ήτοι αρχαίο κρουστό
οιονοσκόπων· ύστερα χιόνισε όπως θυμάσαι.
Μούμιες ψαριών γελούσανε μες στ’ασπρογάλαζο.
Τέλος πήδησε στο κενό ο θεότρελλος κ’ εχάθη·
κάποτε το ’χε πει: όπου να’ναι ταξιδεύω με χιονοστιβάδες.
Εκείνους τους χρόνους άκουγε : αχ
Ευκαιρία που χάθηκε με την σπληνεκτομή.
Εσύ πηγαίνοντας κατά τα Πατήσια ή ετούτο:
πόσες μέρες ακόμη του μένουνε του ήλιου;
Τα τανκς μεταδοτικά δισύλλαβα άνοιγαν δρόμο
του βροντόσαυρου, καταμεσί οδόφραγμα
κωνικός Νοέμβρης
Μετρούσες, πάλι ακέφαλο έψιλον πετρωμένο ήτα
Το άλφα πολτός από τον φάλαγγα.
Στο στενό τι ήθελες μ’ εκείνη την αφίσσα
εσύ ένας σκύλος σε στάση εμετού;
Σου είπα μη από τα φαρμακεία τους μην περνάς
σου τη στήνουν πάλι ούθε κι αν περάσεις
πρόσεχε πού πατάς πρόσεχε τις πρόκες,
εσένα το λέω με την ουρανομήκη ανεμόσκαλα
φωλιά του πυρετού, ερωδιέ,
με τα βροντώδη τσόκαρα.
- Κίνδυνος στην πόλη (Γιάννης Κοντός)
Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.
Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν – αλλά
κανείς δεν βλέπει.
Τρέχω – τρέχουμε.
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.
Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.
- Ο Έφηβος των Αθηνών (Γιάννης Κουτσοχέρας)
Είμαι ο Διομήδης- ο έφηβος των Αθηνών
που έθαψα με της καρδιάς μου το αίμα
την τρανή κραυγή της λευτεριάς
τραγουδώντας την και αποχαιρετώντας.
- Πολυτεχνείο 79 (Αργύρης Μαρνέρος)
Είναι ωραίοι οι ανώνυμοι
Καθώς στο πανηγύρι έρχονται
Μ' ένα γαρύφαλλο στο χέρι
Για να τιμήσουν τους νεκρούς
Μα πιο ωραίοι είναι όταν φεύγουν
Κρατώντας στο ίδιο χέρι
Ένα σουβλάκι της ώρας
Πραγματικά ξελιγωμένοι
Από την υπερένταση της συγκίνησης.
- Εν Έτει 2000 (Φαίδρος Μπαρλάς)
Όταν μεγάλωσε, έμαθε
πως ο πατέρας του
ήταν κι αυτός,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Η θεία του η Λιλή,
ο θείος του ο Μιχάλης,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Όλοι οι γνωστοί του μπαμπά,
όλες οι γνωστές της μαμάς,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο…
Τώρα, κάθε πρωί,
καθώς κατηφορίζει την οδό Πατησίων
κι αντικρύζει την καγκελλόπορτα
την κλεισμένη «εις μνήμην».
στριφογυρίζει στο νου του
η ίδια απορία:
«Πώς διάβολο χώρεσαν
όλοι αυτοί εδώ μέσα;…»
- Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου (Λένα Παππά)
Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα
-δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-
για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,
και συ στο σπιτάκι σου,
μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι
και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.
Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,
η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.
Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό,
γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.
Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο
Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,
για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…
- Βεργίνα 1977 μ.Χ. (Γιάννης Πατίλης)
Φίλιππε δεν περίμενα πως θα σε βρίσκανε!
Άκου τα νέα μας λοιπόν
Ο Σάχης της Περσίας υποστήριζε τον Παπαδόπουλο
αλλά στη μάχη του Πολυτεχνείου νίκησαν οι Έλληνες!
Εκεί στην πύλη την πλατειά έγινε ο τάφος του περσισμού
ενώθηκαν όλοι οι καθηγητές με τον Λαό.
Βγάλαμε πάλι την ελευθερία από τον γύψο.
Μας αναγνώρισαν γι’ αυτό οι Σκύθες και οι Τριβαλλοί.

Αριστοτέλης Σαρρηκώστας: Ο μοναδικός φωτορεπόρτερ που απαθανάτισε την στιγμή όπου το τανκ εφορμά στην πύλη του Πολυτεχνείου
Στον άνθρωπο αυτόν οφείλουμε την τεκμηρίωση μιας ιστορικής αλήθειας. Αλλά ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας δεν είναι ιστορικός. Είναι ο μοναδικός φωτορεπόρτερ που απαθανάτισε με τον φακό του την στιγμή όπου το τανκ εφορμά για να γκρεμίσει την πύλη του Πολυτεχνείου. Χάρις στο δικό του μάτι, το μάτι του ρεπόρτερ, αλλά και το δικό του θάρρος, υπάρχει μια φωτογραφία που είναι αδιάψευστος μάρτυρας των γεγονότων.
Τη λεζάντα αυτής της ιστορικής φωτογραφίας τη γράφει ο ίδιος μιλώντας στο ΑΠΕ: «Ήταν περίπου τρεις παρά πέντε τα ξημερώματα όταν είδα το κανόνι του τανκ που βρισκόταν έξω από την πύλη του Πολυτεχνείου να στρέφεται προς την άλλη μεριά. Προφανώς το έκαναν για να μην χτυπήσει στα κάγκελα. Έπειτα το τανκ έκανε όπισθεν. Ανέβηκε πάνω στο πεζοδρόμιο του ξενοδοχείου «Ακροπόλ», το οποίο είναι ακριβώς απέναντι, και με όση δύναμη είχε πήγε και έπεσε πάνω στην κεντρική πύλη. Οι κολώνες της πύλης δεξιά και αριστερά ήταν γεμάτες φοιτητές. Τα παιδιά έπεφταν σαν τα πορτοκάλια μιας πορτοκαλιάς που τινάζεις με όλη σου τη δύναμη».
Τη βραδιά της 16ης προς την 17η Νοεμβρίου ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας δούλευε στα γραφεία του Associated Press στην οδό Ακαδημίας 27. «Κατά τις δέκα το βράδυ, κι ενώ βρισκόμουν στο πλυσταριό του κτηρίου που είχα μετατρέψει σε φωτογραφικό θάλαμο, άκουσα έναν θόρυβο που μου φάνηκε ότι ήταν από τανκς». Η επόμενη ενέργειά του ήταν να ενημερώσει τον διευθυντή του, Φιλ Δόπουλο. Με την παρότρυνση του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα αποφασίζουν να βγουν στον δρόμο. Όπως θα αποδεικνυόταν στη συνέχεια, η κάλυψή τους θα γινόταν η πράσινη Τζάγκουαρ με αγγλικές πινακίδες που είχε στην κατοχή του ο Ελληνοαμερικανός διευθυντής του γραφείου του Associated Press ως ξένος ανταποκριτής.
Από την οδό Αμερικής η Τζάγκουαρ στρίβει στην οδό Πανεπιστημίου. Ηταν ακριβώς τη στιγμή που από εκείνον τον δρόμο κατέβαινε μια φάλαγγα τεσσάρων πέντε τανκς με κατεύθυνση προς την Ομόνοια. Ανάμεσα στα άρματα μάχης κινούνταν και μικρότερα οχήματα μεταφοράς προσωπικού. Οι δυο τους αποφασίζουν να γίνουν μέρος της πομπής: «Το φαντάζεστε; Τεράστια τανκς και στη μέση μια πράσινη Τζάγκουαρ». Στο ύψος των Προπυλαίων τους σταματά ο αστυνομικός ενός περιπολικού κραδαίνοντας το όπλο του. Τους ζητά να φύγουν αμέσως. Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας αντιδρά με έναν τρόπο που αιφνιδιάζει τον αστυνομικό: φέρνει το δάχτυλο στα χείλη υποδεικνύοντάς του με αυτόν τον τρόπο να σιωπήσει. «Προφανώς μας πέρασαν για πράκτορες ή των Αμερικανών ή των Αγγλων» θυμάται ο φωτορεπόρτερ.
Το κόλπο «έπιασε» και η Τζάγκουαρ συνεχίζει τη διαδρομή της ως το Μινιόν. Εκεί ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και «ακροβολίζεται» στη συμβολή των οδών Στουρνάρη και Πατησίων. Παρατηρεί το τανκ που έχει στηθεί ακριβώς έξω από την πύλη του Πολυτεχνείου με τους αναμμένους προβολείς του στραμμένους προς την πύλη. Γύρω του υπάρχουν μόνο αστυνομικοί, είτε ένστολοι είτε με πολιτικά, αλλά και πρόσωπα που ο ίδιος πλέον μπορεί να αναγνωρίσει ως προβοκάτορες. «Η δουλειά τους - αναφέρει - ήταν να σπάνε τα τζάμια από τις κλούβες ή να τρυπάνε τα λάστιχα για να αποδίδεται μετά η ευθύνη στους φοιτητές». Τον πλησιάζει ένας αστυνομικός διευθυντής με τον οποίο γνωρίζονται εξ όψεως. «Κάτσε εδώ να σε βλέπω» του λέει αυστηρά.
Είναι το εισιτήριο του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα για την τραγωδία που θα ακολουθήσει. Ο φωτορεπόρτερ τραβά πέντε έξι καρέ σε κάθε φιλμ και το δίνει στον διευθυντή του γιατί θεωρεί βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα τον πιάσουν. Κατά τις 12 τα μεσάνυχτα του προτείνει να φύγει για να σωθούν οι φωτογραφίες που έχει τραβήξει. «Κάθε στιγμή που περνούσε την μετρούσα σαν να ήταν χρόνος. “Δεν μπορεί” σκεφτόμουν. “Κάποια στιγμή θα με βουτήξουν, δεν μπορεί να με αφήσουν να φωτογραφίζω"». Ο ίδιος συνεχίζει να φωτογραφίζει, κρύβοντας τα φιλμ στις κάλτσες του και τα εσώρουχά του. Βλέπει και ακούει τους φοιτητές να ανοίγουν τα πουκάμισά τους για να απευθυνθούν στους στρατιώτες: «Είμαστε αδέλφια, ελάτε μαζί μας». Ακούει και τον εισαγγελέα να προτείνει με μια ντουντούκα στους φοιτητές να αποχωρήσουν δίνοντας την υπόσχεση ότι δεν θα υποστούν συνέπειες.
«Οι περίπου τριάντα φοιτητές που τον πίστεψαν και βγήκαν απ' τα παράθυρα της οδού Στουρνάρη, ξυλοκοπήθηκαν άγρια λίγα μέτρα πιο κάτω από τους αστυνομικούς. Δεν είχαν κλομπ τότε αλλά μακριά κοντάρια. Δεν θα ξεχάσω ποτέ έναν φοιτητή που είχε πέσει αιμόφυρτος κάτω και μια κοπέλα που είχε πέσει επάνω του για να τον καλύψει. Την χτύπησαν και εκείνη. Ήθελα πολύ να φωτογραφίσω εκείνη τη σκηνή αλλά δεν το έκανα γιατί ήξερα ότι εάν τραβούσα έστω και μια φωτογραφία θα ήταν το τέλος για μένα. Έπρεπε να μείνω». Έμεινε για να δει το τανκ να εφορμά όχι μία αλλά δυο φορές στην πύλη και την πύλη να καταρρέει. «Δεν περίμενα ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Για να έχω καλύτερη οπτική γωνία πήγα στο κέντρο της Πατησίων. Πρόλαβα και τράβηξα τρία καρέ. Κι αυτά λίγο κουνημένα γιατί έρχονταν κατά πάνω μου τρεις αστυνομικοί. Προσπάθησαν να με χτυπήσουν με τα δοκάρια που κρατούσαν αλλά τους απέφυγα. Είδα ότι ένας πήγε να βγάλει όπλο. Δεν είχα άλλη επιλογή, άρχισα να τρέχω ζικ ζακ. Βγήκα στην Ακαδημίας και πήγα αμέσως στο γραφείο».
Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας είχε διατρέξει όλα τα ταραγμένα προδικτατορικά χρόνια - από τον Ανένδοτο του Γεωργίου Παπανδρέου και τη φυγή Καραμανλή στο Παρίσι έως τη σύγκρουση του Παπανδρέου με το Παλάτι και τα Ιουλιανά. Είχε καλύψει πολέμους και συγκρούσεις - από το Ιράν και το Ιράκ έως το Πακιστάν και τον Λίβανο. Έχει δει νεκρούς, έχει δει τη ζωή του να απειλείται από έναν Ιρανό μουτζαχεντίν που κρατούσε αυτόματο όπλο στο τρεμάμενο χέρι του σημαδεύοντάς τον στον κρόταφο. «Τίποτε όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη τη νύχτα» λέει.«Ήμουν στην πατρίδα μου. Και είχα μια συναισθηματική φόρτιση που δεν είχα νιώσει πουθενά αλλού». Ξαναπήγε στο Πολυτεχνείο το επόμενο πρωί. Για να φωτογραφίσει αυτή τη φορά σκισμένα ρούχα, πεταμένα παπούτσια που αστυνομικούς που ξέπλεναν το προαύλιο του Πολυτεχνείου με αντλίες νερού. Κι από τι το ξέπλεναν; «Προφανώς από το αίμα» απαντά.
πηγή: sansimera.gr