Ο Μήτσος, ο πατέρας μου, είχε -και έχει- πολλά κουσούρια. Αυτά τα δύο είναι και τα μεγαλύτερά του. Το δεύτερο, το κάπνισμα, τον «βοήθησε» να φτάσει κοντά στο τέλος αλλά δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα. Το πρώτο, ο Ολυμπιακός, παραμένει ανίατη περίπτωση.
Το Φως του Θόδωρου Νικολαΐδη τον μεγάλωσε από τα δικά του παιδικά χρόνια και στη συνέχεια το σαράκι μεταβιβάστηκε. Άλλωστε μια από τις πιο δυνατές εικόνες που έχω σαν παιδί στα χρόνια που μείναμε μαζί, είναι τον Μήτσο να μπαίνει στο σπίτι μετά τη δουλειά με το «ευαγγέλιο» αγκαζέ και να μου κάνει νόημα ότι το αφήνει στην άκρη του τραπεζιού. Χωρίς λόγια. Το είχε ξεκοκαλίσει πολλές ώρες πριν, όμως δεν το πέταγε ποτέ. Ούτε μου είπε ποτέ τί να διαβάσω και που να δώσω σημασία. Ότι χρειαζόταν να «ειπωθεί» για τον Ολυμπιακό εκείνη τη στιγμή, το «έλεγε» ο κυρ Θόδωρος στο πρωτοσέλιδο.
Τα χρόνια πέρασαν, ο Μήτσος και ο Άκης μεγάλωσαν και το Φως για τον ένα ή τον άλλο λόγο σταμάτησε να μπαίνει στο σπίτι και των δύο. Αυτό δεν άλλαξε τίποτα βέβαια. Δεν άλλαξε ότι αμφότεροι μέσα από το Φως έμαθαν τον Θρύλο -όπως θα έπρεπε να είναι. Ευτυχώς ο μικρός Στρατόπουλος «κόλλησε» μόνο το ένα κουσούρι του μεγάλου, αφού σαν παιδί έφαγε αρκετό δηλητήριο στα πνευμόνια από τα Rothmans ώστε να μισήσει από νωρίς το κάπνισμα. Υποθέτω, ήταν και αυτός ένας από τους ιδιαίτερους τρόπους διαπαιδαγώγησης του Μήτσου, μαζί με το νόημα για το Φως στο τραπέζι και το «τελείωνε ντύσου, αργήσαμε» το μεσημέρι της Κυριακής πριν το Καραϊσκάκη.
Όπως ακριβώς μας «διαπαιδαγώγησε» και τους δύο -μαζί με όλες τις υπόλοιπες γενιές Ολυμπιακών- ο Θόδωρος Νικολαΐδης. Στη δική μου περίπτωση μάλιστα, μου δημιούργησε σε ένα μεγάλο ποσοστό -ευτυχώς ή δυστυχώς- ένα ακόμη... κουσούρι: αυτό το δουλειάς που επέλεξα να κάνω. Μέσα από τα ρεπορτάζ, τα άρθρα, τους τίτλους και τα πολύχρωμα πρωτοσέλιδα του Φωτός. Στα 34 μου δεν έχω ακόμη αποφασίσει αν έγινε για καλό ή για κακό. Παραμένει όμως γεγονός ότι με έκανε σε ένα μεγάλο ποσοστό αυτόν που είμαι.
Ένα «ευχαριστώ» και ένα «καλό ταξίδι».