Το να είσαι πρωτοπόρος σε έναν τομέα έχει πάντα μια διπλή πλευρά. Είναι ευχή και παράλληλα κατάρα. Ευχή γιατί θα μπορείς να φουσκώνεις από περηφάνια για αυτό που έχεις προσφέρει στον τομέα που είναι το μετερίζι σου. Κατάρα γιατί όταν αναπόφευκτα ξεπεραστείς (και τα πάντα ξεπερνιούνται σε αυτή την ζωή, τίποτα δεν εξαιρείται από αυτόν τον κανόνα) θα πρέπει να διαχειριστείς με τόσο μεγάλη προσοχή και σοφία την μελαγχολία του ξεπεράσματός σου ώστε να μην επηρεαστεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων η σημασία του έργου σου. Όταν το 1999, ο Τζορτζ Λούκας αποφάσισε να διαχειριστεί την μελαγχολία του ένδοξου παρελθόντος του αναβιώνοντας τον μύθο που ο ίδιος έχτισε, έπεσε σε αυτή την παγίδα.
Στα τέλη της δεκαετίας του '90, η πρωτοπόρα τριλογία του «Πολέμου των Άστρων» ήταν ένα τοτέμ στον χώρο των sci fi ταινιών. Ο κινηματογράφος όμως είναι κίνημα: δεν μένει ποτέ σταθερός. Προχωράει και εξελίσσεται και στην πραγματικότητα των '90s, με το Matrix να καθορίζει πλέον το sci-fi και τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» να έρχεται επιθετικά για να μετατραπεί ο ίδιος, με την σειρά του, σε πρωτοποριακό τοτέμ του ιδιότυπου είδους των «τριλογιών», ο Λούκας επιχείρησε να κάνει τον μύθο του να φωνάξει «παρών» εν μέσω μιας πραγματικότητας που όσο και αν σεβόταν αυτόν τον μύθο, τον είχε πλέον ξεπεράσει. Το αποτέλεσμα της prequel τριλογίας του μυθικου «Star Wars» ήταν μια παταγώδης αποτυχία.
Υπό αυτή την έννοια, η αποστολή του Τζέι Τζέι Έιμπραμς, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόκληση να γυρίσει την έβδομη ταινία Star Wars, δεν ήταν και η πιο εύκολη. Το να δημιουργήσεις άλλωστε ένα μύθο είναι πολλές φορές πιο εύκολη υπόθεση από το να τον συνεχίσεις. Το να τον συνεχίσεις μάλιστα ανασταίνοντάς τον είναι μια πολύ δύσκολη κατάσταση.
Ο Έιμπραμς θα μπορούσε να γυρίσει μια ταινία-φόρο τιμής στην αρχική τριλογία ζητώντας έτσι ένα άτυπο συγγνώμη στους άπειρους φαν της για την προηγούμενη αποτυχημένη προσπάθεια του Λούκας. Αυτό όμως θα ήταν ανούσιο. Θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εξ' ολοκλήρου δικιά του μυθολογία βασισμένη στην μυθολογία των Star Wars, έτσι ώστε να αποφύγει τις άβολες συγκρίσεις με το παρελθόν και να προχωρήσει αγνοώντας το. Αυτό όμως θα ήταν ασέβεια. Το πάντρεμα ενός φόρου τιμής που ταυτόχρονα αφήνει πίσω το παρελθόν και καλπάζει με πάθος προς το μέλλον θα ήταν το ιδανικό. Αυτό όμως έμοιαζε εξ' αρχής υπερβολικά δύσκολο. Αλλά αν τα κατάφερνε θα έγραφε ιστορία. Τελικά, τα κατάφερε και η ιστορία έχει ήδη γραφτεί.

Το «Star Wars: H Δύναμη Ξυπνάει», που έκανε πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες την παραμονή των Χριστουγέννων, σέβεται υπερβολικά την αρχική τριλογία αλλά αυτός ο σεβασμός δεν γίνεται η αφορμή για να φτιαχτεί μια ταινία που τελικά δεν έχει να πει τίποτα το 2015. Αντιθέτως: το νήμα πιάνεται απο εκεί που είχε μείνει το μακρινό 1983, με ευλάβεια επεκτείνεται και τελικά, συνεχίζεται όπως του αρμόζει. Νέοι και παλιοί χαρακτήρες, οι πρώτοι βγαλμένοι με έναν φυσικό τρόπο από τον φανταστικό κόσμο που χτίστηκε πριν 38 χρόνια (και όχι άγαρμπα τοποθετημένοι σε αυτόν) και οι δευτεροι άξιοι συνεχιστές της νεότητάς τους (και όχι μουσειακές καρικατούρες της), βουτάνε αρμονικά σε μια νέα περιπέτεια που ισορροπεί στις αντιφάσεις του σύμπαντός της όπως μας το δίδαξαν τα αρχικά Star Wars.
Το νέο αλληπεπιδρά με το παλιό με έναν απίστευτα αληθοφανή τρόπο (ειδικά από την στιγμή που μιλάμε για ταινία φαντασίας) και το «Καλό» βρίσκεται σε μια συνεχόμενη διαλεκτική σχέση με το «Κακό». Άλλωστε το ένα καθορίζεται από το άλλο. Δεν γίνεται αλλιώς. Αυτή είναι η μοίρα τους. Και ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, τα όρια ανάμεσα τους είναι μικρά, σχεδόν αδιόρατα στις αφετηρίες τους, πολλές φορές ακόμα και σχετικά. Μας το έχει διδάξει και η ιστορία: οι Νταρθ Βέιντερ και Λουκ Σκαϊγουόκερ είναι τα έμπρακτα παραδείγματα αυτής της σύγκρουσης που είναι καταδικασμένη να συντελείται αιώνια μπερδεύοντας τις αξίες της. Στο σύμπαν του Star Wars αυτοί είναι οι κανόνες. Και ο Έιμπραμς δεν έχει σκοπό να τους παραβιάσει.

Η επιβλητική έναρξη με τη παρουσίαση του ανατριχιαστικού «κακού» της ταινίας (το ξαναείπαμε: σε αυτό το σύμπαν όλα κάνουν κύκλους...) δίνει τη θέση της σε ένα χρονικό διάστημα τίμιας, μπλοκμπαστερικής, απολαυστικής δράσης κατά την διάρκεια της οποίας οι «παλιοσειρές» των περιπέτειων ξανασυστήνονται με συγκινητικό τρόπο και τα «νέα αίματα» χτίζουν τους χαρακτήρες τους με μια ζηλευτή σεναριακή επιδεξιότητα, η οποία όχι απλά δεν επιβαρύνει την δράση αλλά αντίθετα την ενισχύει.

Στο τρίτο μέρος οι ανατριχίλες, οι συγκινήσεις και τα δάκρυα στα μάτια έρχονται με φυσικό τρόπο: η συνέχεια του μύθου είναι εδώ, έχουμε τελειώσει με τα εισαγωγικά, τώρα πορωνόμαστε (και κλαίμε) με τις δραματικές εξελίξεις.
Το φινάλε είναι άξιο χειροκροτήματος: η νέα με την παλιά γενιά τα ιδανικά της μπερδεύει και όσο το «Κακό» (;) παραμονεύει δεν υπάρχουν περιθώρια εφυσυχασμού. Μέχρι την επόμενη ταινία, που θα μας βγάλει για λίγο από την μπρίζα που μας άφησε το τέλος αυτής, είθε η Δύναμη να είναι μαζί μας...