Μοιάζει με αστείο το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα συζητάμε για ποιον λόγο η μοναδική λύση για έναν υψηλό βαθμό αξιοπιστίας στο ελληνικό πρωτάθλημα όσον αφορά στη διαιτησία είναι παράλληλα με το VAR η επιλογή ξένων διαιτητών.
Ξένων, βέβαια με παραστάσεις κι όχι από το… πανέρι, σαν αυτούς που μας φέρνει δυστυχώς κατά περιόδους ο Κλάτενμπεργκ, απαξιώνοντας από μόνος του τον διδακτικό χαρακτήρα που μπορεί να έχουν για τους Έλληνες διαιτητές διαιτησίες υψηλού επιπέδου στα ελληνικά γήπεδα, αλλά και το συνολικό εγχείρημα που έχει φέρει πολύ πιο δίκαιο ποδόσφαιρο στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.
Μπορεί λοιπόν το ντέρμπι του Άρη με τον ΠΑΟΚ στο «Κλεάνθης Βικελίδης» να ήταν μέτριο από πλευράς αγωνιστικών συγκινήσεων, ωστόσο είχε κι ένα μάθημα, για όσους βέβαια θέλουν να το δουν, σχετικά με το πόσο ευεργετική για ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι είναι μία υψηλού επιπέδου διαιτησία.
Στο άκουσμα του ονόματος του Μπριχ στο συγκεκριμένο παιχνίδι της Super League, υπήρξε από όλους μία ανακούφιση ως αποτέλεσμα της επίκλησης στην αυθεντία του Γερμανού ρέφερι.
Η παράσταση που τελικά έδωσε στο «Κλεάνθης Βικελίδης» ήταν πολύ καλύτερη ακόμα και από τι προσδοκίες που δημιούργησε ο ορισμός του, τόσο που έφτασε να δικαιολογεί το εισιτήριο που πλήρωσαν οι φίλοι των «κιτρίνων» για να δουν ένα μέτριο παιχνίδι που σουλουπώθηκε από τον έμπειρο Γερμανό.
Πώς συνέβη αυτό; Από το πρώτο λεπτό ο Μπριχ έστειλε το μήνυμα στους ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων τι σημαίνει «άρχοντας της αναμέτρησης».
Και σίγουρα στην περίπτωση του δεν πρόκειται για ακόμα μία έκφραση κλισέ, από αυτές που χρησιμοποιούμε οι δημοσιογράφοι.
Ελάχιστα σφυρίγματα, ίδια αυστηρή αντιμετώπιση στα φάουλ και στον πειθαρχικό έλεγχο γενικότερα απέναντι στις δύο ομάδες, προτεραιότητα στη ροή αγώνα και όχι στη διακοπή στην κάθε επαφή και μία αίσθηση στους 22 πρωταγωνιστές πως το ίδιο το παιχνίδι είναι σε πρώτο πλάνο, μακριά από θέατρο, καθυστερήσεις και σκοπιμότητες που έχουν αλλοιώσει το άθλημα στην Ελλάδα.
Είχα λυπηθεί ακόμα μία φορά ποδοσφαιριστές σε ένα ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός πριν λίγα χρόνια, τότε που ο διαιτητής δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του, αφήνοντας το σκληρό παιχνίδι εκατέρωθεν και αδιαφορώντας για την… κλάψα στην προσπάθεια να εκμαιεύσουμε το υπέρ μας σφύριγμα.
Ήταν τόσο πληθωρική η παρουσία του Μπριχ που ακόμα και λάθος να έκανε σε κάποια περίπτωση ίσως κανείς να μην ασχολούνταν και τόσο πολύ, έχοντας πάρει το μήνυμα, κυρίως οι φίλαθλοι που πείθονται δύσκολα, πως ήταν στο γήπεδο για να αποδώσει δικαιοσύνη σε όποιον άξιζε τέτοια.
Όχι στον γηπεδούχο λόγω έδρας, όχι στη… μεγάλη ομάδα, αυτή με τους παίκτες ονόματα. Ήρθε στο «Βικελίδης» για να κάνει τη δουλειά ή σωστότερα να μας δείξει κι εμάς πως γίνεται, θυμίζοντας μας γιατί έχουμε κατακτήσει 14η και 15η επιλογή πρωταθλήματος για έναν ποδοσφαιριστή.
Το Άρης-ΠΑΟΚ δεν είχε γκολ, δεν είχε και ιδιαίτερο θέαμα, δεν είχε συγκινήσεις όπως άλλα αντίστοιχα ντέρμπι, αλλά σίγουρα ήταν από αυτά με τον περισσότερο καθαρό χρόνο αγώνα.
Και αν υπάρχει κανείς που έχει δεύτερες σκέψεις για το πόσο σημαντικό είναι για το ελληνικό ποδόσφαιρο να έχει διαιτησίες υψηλού επιπέδου από ξένους διαιτητές, ας βάλει να ξαναδεί το παιχνίδι της Θεσσαλονίκης.
Όσο για τους Έλληνες διαιτητές, ακόμα και στη νέα εποχή που έχουν ανταγωνισμό από το εξωτερικό, φαίνεται ότι συνεχίζουν να μην μπορούν να σταθούν στο ύψος τους, λυγίζοντας στην τοξικότητα και στις απειλές που κυριαρχούν στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Είναι ανθρώπινο και σίγουρα έχουμε όλοι ευθύνη για αυτό το κλίμα που δεν τους αφήνει να κάνουν τη δουλειά τους, ωστόσο είναι πολλά και τα παραδείγματα στα οποία οι ίδιοι οι (νέοι) Έλληνες διαιτητές δείχνουν έλλειμα προσωπικότητας και μοναδικό ενδιαφέρον το σήμα του διεθνή, κάνοντας ό,τι χρειάζεται για αυτό τον στόχο.
Μέχρι πάντως να βρεθεί μία σωστή λύση για την επόμενη ημέρα στην ελληνική διαιτησία, ας βλέπουμε όσους περισσότερους Μπριχ μπορούμε κύριε Κλάτενμπεργκ.
Υ.Γ. Να μην ξεχνάμε και ποια ήταν η ομάδα που… ούρλιαζε για την έλευση του VAR και των ξένων διαιτητών. Γιατί μία ήταν, μην μπερδευόμαστε.