Με σαγιονάρες! Με σαγιονάρες! Από τα χείλη του κρέμονταν εκατομμύρια κόσμου. Από ένα δικό του «ναι» ή ένα δικό του «όχι» μέσα σε ένα δευτερόλεπτο θα άλλαζαν χέρια εκατομμύρια ευρώ, θα άλλαζε η τροχιά του παγκόσμιου ποδοσφαίρου κι εκείνος εμφανίστηκε… με σαγιονάρες!
Καθόταν καμπουριασμένος σε μία λευκή καρέκλα, όπως ένας βαριεστημένος και ανόρεχτος μαθητής και τα χέρια του ήταν σταυρωμένα, δείγμα αμηχανίας, επιφυλακτικότητας, αμυντικής θέσης.
Ο Λίο Μέσι μπορεί να είναι προικισμένος με Θεία χάρη κάθε φορά που αγγίζει την μπάλα, θαρρείς ότι πετάει, χορεύει κάθε φορά που πατάει το χορτάρι, μα έξω από αυτό λες και είναι εγκλωβισμένος σε ένα αντι-τηλεοπτικό σώμα που ιδρώνει, τρέμει, κομπιάζει κάθε φορά που πρέπει να κοινωνήσει κάτι χωρίς τα μαγικά του πόδια.
Μεγαλώνοντας έπαψε να είναι… μουγγός. Μιλάει. Παίρνει θέση. Επεμβαίνει. Προειδοποιεί. Απαιτεί. Βλέποντας τον όμως να μιλάει, βλέπει κανείς κάποιον που υποφέρει. Κάποιον που θα προτιμούσε να επιστρέψει στην σιωπή του. Στο απλό λεξιλόγιο των 100 λέξεων. Στα απολύτως απαραίτητα. Στο παιχνίδι με τον σκύλο και τα παιδιά του. Ο Λίο Μέσι μπορεί να είναι αυτή τη στιγμή ο αθλητής με την μεγαλύτερη αξία / εμπορικότητα στον πλανήτη, αλλά δεν κάνει τίποτα για να το υποστηρίξει. Δεν το έχει. Δεν το θέλει. Δεν το επιδιώκει.
Πάτησε τα 33, αλλά στην πραγματικότητα παραμένει ένα παιδί. Εξακολουθεί να βλέπει το ποδόσφαιρο ως παιχνίδι, η διάθεση του επηρεάζεται άμεσα από ένα αποτέλεσμα. Στεναχωριέται, θυμώνει, κλείνεται στον εαυτό του, απογοητεύεται.
Ναι, απογοητεύεται. Ο κορυφαίος όλων, ενδεχομένως ο κορυφαίος όλων των εποχών, κάνει σαν μικρό παιδάκι, όταν δεν μπορεί να έχει το παιχνίδι που θέλει. Κάθεται μόνος στην γωνιά του, απειλεί ότι θα φύγει κι αφού ηρεμήσει και του περάσει γυρνάει πίσω.
Ένας υπέρ-συναισθηματικός τύπος που αγαπάει βαθιά και με αφοσίωση. Μία αγνή και άδολη καρδιά που άμα τον πιάσεις στο φιλότιμο, θα τον τουμπάρεις. Και το 2016 είπε ότι αποσύρεται από την Εθνική Αργεντινής, όταν απέτυχε για μία ακόμα φορά να σηκώσει κάτι με την «μπιανκοσελέστε», μα όταν οι συμπατριώτες του χτύπησαν την ευαίσθητη χορδή του, τον έκαναν να αναιρέσει την απόφαση του.
Εδώ, δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι η Μπαρτσελόνα. Εξάλλου, η Μπαρτσελόνα είναι σαν ένα ακυβέρνητο καράβι, πλέει όπου το πάει ο άνεμος σαν καρυδότσουφλο. Ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στον πλανήτη γίνεται σκέτο βούτυρο, όταν τα παιδιά του, πέφτουν στην αγκαλιά του και του λένε: «μπαμπά δεν θέλουμε να φύγουμε από εδώ». Και κάπου εκεί αλλάζουν όλα.
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Ούτε προσωπικές φιλοδοξίες, ούτε κύπελλα, ούτε ατομικές διακρίσεις, ούτε υστεροφημία. Υπάρχει μόνο το παιδικό χαμόγελο. Κι αυτό δεν ανταλλάσσεται, ούτε με όλο το χρυσάφι του κόσμου. Η Μάντσεστερ Σίτι θα πρέπει να κατάλαβε καλά ότι το πρόσωπο που έπρεπε να πείσει δεν ήταν ο πατήρ Χόρχε Μέσι, ούτε ο υιός Λιονέλ, μα ο Ματέο και ο Τιάγκο Μέσι. Αυτοί είναι τα πραγματικά αφεντικά του σπιτιού. Μπροστά τους, ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη δεν είναι παρά μια… αλοιφή, είναι οι μόνοι που τον μαρκάρουν, τον ντριμπλάρουν, τον τουμπάρουν, τον κάνουν να φαίνεται αδύναμος και μικρός.
Ο Μέσι έχει δίκιο σε όλα όσα λέει. Έδωσε τα πάντα για το barcelonismo. Έμεινε πιστός στα ιδανικά του. Εξέλιξε, μεγάλωσε, απογείωσε την Μπαρτσελόνα, άλλαξε την ιστορία της, την έκανε Νο. 1 στον κόσμο. Δεν πρόδωσε, αλλά προδόθηκε. Χρησιμοποιήθηκε, δεν χρησιμοποίησε. Οι αδέξιοι χειρισμοί της διοίκησης τον άφησαν να χαραμίζει τα τελευταία του πιο παραγωγικά χρόνια της καριέρας του, παριστάνοντας τον Ιησού στο γήπεδο. Μόνο που κάποια στιγμή τα θαύματα τελειώνουν. Το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα και τον Αργεντινό τον άφησαν να παίζει μόνος του, περιμένοντας να παίρνει την μπάλα και να περνάει 11 άτομα στην καθισιά του, για να μπει στα δίχτυα. Μόνο που αυτά δεν γίνονται (πια).
Ο Λίο έχει μία γοητευτική αντίθεση πάνω του που τον κάνει συγκλονιστικά συμπαθή. Ενώ είναι (αναμφισβήτητα) ο καλύτερος όλων, δεν μπορεί να τα έχει όλα. Δεν μπορεί να πάρει ένα Μουντιάλ, έστω ένα Κόπα Αμέρικα. Δεν μπορεί πια να παίζει στην Μπάρσα μαζί με τα φιλαράκια του, μαζί με τα οποία άλλαξε τον τρόπο που παίζεται το ποδόσφαιρο. Δεν μπορεί να φύγει και να πάει εκεί που γουστάρει να παίξει, είναι εγκλωβισμένος σε ένα χαρτί. Η ομάδα του τρώει οκτάρες. Ζει εφιαλτικά βράδια όπως αυτά του Ολίμπικο, του Άνφιλντ, του Ντα Λουζ.
Έχει μείνει μόνος του, σαν ένας σκύλος που κυνηγάει την ουρά του. Δεν το απολαμβάνει, δεν το ευχαριστιέται, δεν το χαίρεται. Είναι ένας τραγικός ήρωας που δεν μπορεί να ορίσει την μοίρα του, μα η οποία τον κλωθογυρνάει από εδώ και από εκεί, αφήνοντας τον τελικά στο ίδιο μέρος -ακίνητο και ταλαιπωρημένο.
Ο Λίο θα μείνει τελικά στο μοναδικό μέρος που μπορεί να αποκαλεί σπίτι. Και θα το παλέψει, όπως μπορεί. Ακόμα και με σαγιονάρες…