MENU

Για πολλά χρόνια κοιτούσαμε προς την Ολλανδία και η απορία ήταν σχεδόν μόνιμη.

Πώς γίνεται μια όχι τεράστια ευρωπαϊκή χώρα να παράγει με τέτοια συνέπεια ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου και κυρίως, παίκτες που ξέρουν τι να κάνουν με την μπάλα στα πόδια;

Από τον Άγιαξ και την Αϊντχόφεν, μέχρι τη Φέγενορντ και την Άλκμααρ, το ολλανδικό ποδόσφαιρο «έχτισε» επί δεκαετίες μια ολόκληρη φιλοσοφία πάνω στην ανάπτυξη του παίκτη. Τεχνική, προσωπικότητα, επιθετική σκέψη, ένας εναντίον ενός, δημιουργία.

Λίγες ώρες πριν από το Ελλάδα – Ολλανδία στην Τούμπα για την 3η αγωνιστική του Nations League, αξίζει να αντιστρέψει κανείς για λίγο το ερώτημα.

Όχι, ασφαλώς για να ισχυριστεί πως η Ελλάδα έγινε ξαφνικά… Ολλανδία.

Αλλά για να παρατηρήσει κάτι που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας: το προφίλ του Έλληνα ποδοσφαιριστή που βγαίνει προς τα έξω, έχει αρχίσει να αλλάζει.

Από τα στόπερ, στα γκολ και στο ένας εναντίον ενός

Υπήρξαν εποχές που το ελληνικό ποδoσφαιρικό «διαβατήριο» στην Ευρώπη, είχε πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Σκληρός αμυντικός, δυνατός ανασταλτικός χαφ, παίκτης με τακτική συνέπεια και ικανότητα να υπηρετεί ένα συγκεκριμένο πλάνο.

Η Ελλάδα έβγαλε σπουδαίους ποδοσφαιριστές αυτού του τύπου που έκαναν και κάνουν σπουδαία καριέρα στο εξωτερικό και πάνω σε αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά ουσιαστικά…έχτισε και τη μεγαλύτερη επιτυχία της ιστορίας της. Την κατάκτηση του Euro 2004 στα γήπεδα της Πορτογαλίας.

Μόνο που κοιτώντας τη σημερινή…βιτρίνα της Εθνικής ομάδας, βλέπεις κάτι διαφορετικό.

Βαγγέλης Παυλίδης, Χρήστος Τζόλης, Φώτης Ιωαννίδης, Κωνσταντίνος Καρέτσας, Χαράλαμπος Κωστούλας, Ανδρέας Τεττέη.

Δεν είναι όλοι ίδιοι, ούτε βρίσκονται στο ίδιο στάδιο της καριέρας τους. Τους ενώνει όμως κάτι: πρόκειται για ποδοσφαιριστές που κάνουν τη διαφορά κυρίως όταν η ομάδα τους έχει την μπάλα.

Σκοράρουν, δημιουργούν, παίζουν στο ένας εναντίον ενός, επιτίθενται στον χώρο, κουβαλούν την μπάλα, παίρνουν πρωτοβουλίες.

Κι αυτό από μόνο του αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση.

Η Ολλανδία που «έφτιαξε» τον Παυλίδη

Υπάρχει μάλιστα μια υπέροχη ειρωνεία ενόψει της αποψινής αναμέτρησης. Ένας από τους βασικούς εκφραστές της νέας επιθετικής Ελλάδας, αποτελεί ποδοσφαιρικό… παιδί της Ολλανδίας.

Ο Βαγγέλης Παυλίδης δεν έγινε γνωστός στην Eredivisie ως έτοιμος επιθετικός. Μεγάλωσε μέσα σε αυτήν.

Η Βίλεμ αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο βήμα και η Άλκμααρ το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίχθηκε σε επιθετικό ευρωπαϊκού επιπέδου.

Στην τελευταία του σεζόν στην Άλκμααρ έφτασε τα 29 γκολ στο ολλανδικό πρωτάθλημα, πριν κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στην Μπενφίκα.

Οι Ολλανδοί, επομένως, δεν χρειάζονται scouting report για να μάθουν τον Παυλίδη. Τον είδαν να εξελίσσεται μπροστά τους.

Ξέρουν ότι δεν είναι απλώς ένας φορ που περιμένει την μπάλα μέσα στην περιοχή. Ξέρουν τις κινήσεις του, την ικανότητά του να βγαίνει μακριά από το «κουτί», να συνδέει το παιχνίδι και να εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή εκεί όπου πονά περισσότερο μια άμυνα.

Και τώρα τον βρίσκουν απέναντί τους.

Ο Δουβίκας που έφυγε ως πρώτος σκόρερ

Παρόμοια ιστορία υπάρχει και με τον Τάσο Δουβίκα. Η Ουτρέχτη πήρε έναν νεαρό Έλληνα επιθετικό και τον είδε να εξελίσσεται σε πρώτο σκόρερ της Eredivisie.

Τη σεζόν 2022-23 ο Δουβίκας ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα με 19 γκολ, μοιράστηκε την κορυφή του πίνακα των σκόρερ (μαζί με τον Τσάβι Σίμονς της Αϊντχόφεν) και λίγο αργότερα εξαργύρωσε εκείνη την πορεία με τη μετακίνησή του στη La Liga και τη Θέλτα.

Άλλος ένας Έλληνας επιθετικός, δηλαδή, που χρησιμοποίησε το ολλανδικό ποδόσφαιρο ως εργαστήριο εξέλιξης.

Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα αυτής της ιστορίας.

Η Ολλανδία δεν φοβάται να δώσει χώρο, χρόνο και ευθύνη σε έναν νεαρό επιθετικό. Δεν περιμένει απαραίτητα να γίνει πρώτα ολοκληρωμένος παίκτης για να τον χρησιμοποιήσει. Τον χρησιμοποιεί για να τον βοηθήσει να γίνει.

 

Τζόλης: Πέρασε κι αυτός από το ολλανδικό «σχολείο»

Και ο Χρήστος Τζόλης έχει τη δική του σύνδεση με την Ολλανδία.

Το καλοκαίρι του 2022, έναν χρόνο μετά τη μεταγραφή του από τον ΠΑΟΚ στη Νόριτς, μετακόμισε ως δανεικός στην Τβέντε, αναζητώντας παιχνίδια και την ευκαιρία να ξαναβρεί τον ρυθμό του.

Η ολλανδική εμπειρία δεν εξελίχθηκε ακριβώς όπως θα ήθελε. Ο Τζόλης έμεινε για μία σεζόν στην Eredivisie, χωρίς να καταφέρει να μετατρέψει το πέρασμά του από την Τβέντε στο μεγάλο restart της καριέρας του.

Παρόλα αυτά, η συγκεκριμένη στάση έχει τη σημασία της ενόψει του Ελλάδα – Ολλανδία.

Γιατί και ο Τζόλης είναι ένας ποδοσφαιριστής που οι Ολλανδοί έχουν δει από κοντά.

Τον έχουν αντιμετωπίσει στα δικά τους γήπεδα, έχουν παρακολουθήσει τα χαρακτηριστικά του και γνωρίζουν πως πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό τύπο Έλληνα επιθετικού από εκείνους που παραδοσιακά εξήγαγε η χώρα και έφτασε στο σημείο να κάνει...μπαμ με τη φανέλα της Άρσεναλ.

 

Καρέτσας και Κωστούλας...αλλάζουν τη συζήτηση

Αν Παυλίδης, Δουβίκας και Τζόλης αποτελούν την πρώτη απόδειξη, υπάρχουν κι εκείνοι οι Έλληνες διεθνείς που κάνουν την κουβέντα ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Ο Κωνσταντίνος Καρέτσας αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα. Τεχνική, χαμηλό κέντρο βάρους, δημιουργία, ντρίμπλα, κάθετο παιχνίδι. Ένας ποδοσφαιριστής που μεγάλωσε στο βελγικό μοντέλο ανάπτυξης και επέλεξε να φορέσει τη γαλανόλευκη.

Ο Χαράλαμπος Κωστούλας αντιπροσωπεύει μια άλλη εκδοχή. Επιθετικός με ένταση, αθλητικότητα, κίνηση και δυνατότητα να παίξει σε περισσότερες από μία θέσεις της γραμμής κρούσης.

Και πίσω ή δίπλα τους υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το φαινόμενο πιο ενδιαφέρον.

Ένας καλός επιθετικός μπορεί να είναι σύμπτωση. Δύο, μια καλή φουρνιά.

Όταν όμως αρχίζουν να εμφανίζονται ταυτόχρονα διαφορετικοί τύποι επιθετικών ποδοσφαιριστών, τότε αξίζει τουλάχιστον να αναρωτηθείς αν κάτι αλλάζει βαθύτερα.

Ιωαννίδης: Από την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή βιτρίνα

Ξεχωριστή θέση στη νέα γενιά των Ελλήνων επιθετικών, έχει ασφαλώς και ο Φώτης Ιωαννίδης.

Η δική του διαδρομή διαφέρει από εκείνες του Παυλίδη, του Δουβίκα και του Τζόλη, αφού…έχτισε το όνομά του μέσα από τον Παναθηναϊκό, προτού κάνει το επόμενο βήμα της καριέρας του στο εξωτερικό και στην Σπόρτινγκ Λισαβόνας.

Τα προηγούμενα χρόνια, άλλωστε, το όνομά του βρέθηκε επανειλημμένα στην ευρωπαϊκή μεταγραφική βιτρίνα, με ομάδες από μεγάλα πρωταθλήματα να εξετάζουν την περίπτωσή του.

Δυνατός, εκρηκτικός, ικανός να παίξει με πλάτη αλλά και να κουβαλήσει την μπάλα, αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα της αλλαγής του ελληνικού επιθετικού προφίλ.

Η περίπτωση Τεττέη και το άλλο...μάτι της αγοράς

Στην ίδια κουβέντα μπαίνει πλέον και ο Ανδρέας Τεττέη του Παναθηναϊκού.

Διαφορετική περίπτωση, διαφορετική διαδρομή, αλλά με ένα κοινό χαρακτηριστικό: μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στον αντίπαλο χωρίς να χρειάζεται ένα ολόκληρο σύστημα να δουλεύει αποκλειστικά γι' αυτόν.

Δύναμη, έκρηξη, προσωπική ενέργεια, παιχνίδι στον χώρο.

Και κάπως έτσι αλλάζει σταδιακά και η ματιά της ευρωπαϊκής αγοράς προς την Ελλάδα.

Ο Έλληνας ποδοσφαιριστής δεν εξάγεται πλέον αποκλειστικά ως «ασφαλής» επιλογή για την άμυνα ή τη μεσαία γραμμή.

Υπάρχουν παίκτες που μπορούν να πουληθούν ακριβά ακριβώς επειδή υπόσχονται αυτό που κοστίζει περισσότερο στη σύγχρονη αγορά: γκολ, δημιουργία και προσωπική ενέργεια.

Μια μεγάλη φουρνιά, ή μια νέα ελληνική σχολή;

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ερώτηση. Είναι όλα αυτά αποτέλεσμα μιας εξαιρετικής συγκυρίας, ή βλέπουμε τις πρώτες ενδείξεις μιας πραγματικής αλλαγής;

Για να μιλήσουμε για «ελληνική σχολή», χρειάζεται διάρκεια. Χρειάζονται ακαδημίες που θα παράγουν συστηματικά τέτοιους παίκτες, ομάδες που θα τους εμπιστεύονται και προπονητές που δεν θα φοβούνται το λάθος ενός 18χρονου.

Η Ολλανδία το κάνει επί δεκαετίες. Η Ελλάδα απέχει ακόμη από αυτό το επίπεδο συνέπειας.

Αλλά πριν από ένα Ελλάδα – Ολλανδία, υπάρχει κάτι όμορφα συμβολικό.

Απέναντι στη χώρα που μας έμαθε να θαυμάζουμε την παραγωγή επιθετικού ταλέντου, η Εθνική μπορεί πλέον να παρατάξει και να παρουσιάσει μια γενιά Ελλήνων που δεν χτίζει το όνομά της μόνο πάνω στην άμυνα, στο πάθος και στην τακτική.

Χτίζει καριέρες πάνω στο γκολ, στην ντρίμπλα, στη δημιουργία και στην προσωπικότητα με την μπάλα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νέας Εθνικής ομάδας.

Δεν έγινε Ολλανδία. Άρχισε, όμως, να παράγει ορισμένα πράγματα που για χρόνια κοιτούσε με… ζήλια προς την Ολλανδία.

 

Η Ελλάδα άρχισε να παράγει… ολλανδικά: Η νέα γενιά που αλλάζει τα δεδομένα