Η μητέρα του είχε πάντα το μαράζι, που έχουν όλες οι μανάδες του κόσμου: «Τι θα γίνεις εσύ βρε όταν μεγαλώσεις;».
Όχι, πως ήταν κακός μαθητής. Κάθε άλλο. Οι βαθμοί του ήταν εξαιρετικοί, μέχρι την 12η τάξη, την αντίστοιχη δική μας 3η Λυκείου.
Ούτε πολλές αταξίες έκανε. Ήταν... άγιος μπροστά στον κατά έξι χρόνια μεγαλύτερο αδερφό του, που ήταν για αναμορφωτήριο, άσχετα αν σήμερα ομολογεί πως πιθανότατα είναι πολύ καλύτερος άνθρωπος από τον ίδιο.
Απλώς, στο μέρος που γεννήθηκε και μεγάλωσε, την πόλη Αλβέρκα, οι επιλογές δεν ήταν πολλές. Ούτε τα περιθώρια αποτυχίας. Γιος ενός οξυγονοκολλητή και μιας γραμματέως που δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ, ο Ρούι Βιτόρια είχε μπλέξει κάτι που έμοιαζε με σίγουρη επαγγελματική αποτυχία: το ποδόσφαιρο.
Σήμερα, μετά από 725 παιχνίδια στους πάγκους μπορεί να πει ότι τα έχει ζήσει όλα.
Έχει ζήσει και τα αλώνια και τα σαλόνια. Έχει ζήσει εποχές που έψαχνε το ευρώ με το τουφέκι, αλλά και εποχές που οι τραπεζικοί λογαριασμοί είναι γεμάτοι από μηδενικά. Έζησε τους καύσωνες της αραβικής ερήμου και τους παγωμένους χειμώνες της Μόσχας. Έχει αντέξει 3,5 χρόνια στον ηλεκτρικό πάγκο της Μπενφίκα, δεν έχει τρομάξει από ντου οπαδών σε προπονήσεις όπως εκείνα στο Γκιμαράες.
Έχει παίξει για την άνοδο, την αποφυγή του υποβιβασμού, αλλά και για τον τίτλο. Πήρε πρωταθλήματα σε δύο διαφορετικές ηπείρους, έπαιξε σε ευρωπαϊκό και ασιατικό Champions League, προπόνησε από ερασιτεχνικά σωματεία, μέχρι εθνικές ομάδες.
Ξεκλείδωσε όλες τις πίστες.
Η μητέρα του από εκεί ψηλά, θα πρέπει να είναι ήσυχη πια, να καμαρώνει για τις επιλογές του.
Ωστόσο, τι είναι αυτό που τον κάνει στα 54 του, να αφήσει την πολυτελή του έπαυλη στην Λισσαβόνα, την οικογενειακή γαλήνη με τα τέσσερα παιδιά του για μία ακόμα προπονητική περιπέτεια σε μία «άρρωστη» ομάδα;
Το σαράκι.
Αυτό το προπονητικό μικρόβιο που σε κατατρώει όσο κάθεσαι. Η περιπέτεια. Η πρόκληση. Η φιλοδοξία. Η όρεξη για ζωή.
Το θυμάται σαν τώρα. Ήταν περίπου 3 το μεσημέρι ενός συνηθισμένου Σαββάτου. Έπινε καφέ έξω. Το ημερολόγιο έδειχνε 21 Σεπτεμβρίου. Ήταν 32 ετών, έπαιζε ακόμα μπάλα σε τοπικό επίπεδο, αν και από τα 25 είχε δίπλωμα προπονητή.
Του είπαν ότι έπρεπε να γυρίσει αμέσως στο πατρικό του διότι είχε συμβεί κάτι πολύ σοβαρό. Ένα τροχαίο είχε κόψει το νήμα της ζωής του πατέρα του και της μητέρας του, αλλά και των γονιών του καλύτερου του φίλου και κουμπάρου του, Πάουλο Σαβιέ. Ο κόσμος του κατέρρευσε.
Εκείνο το μοιραίο τροχαίο άλλαξε ολόκληρη την κοσμοθεωρία του. Έκτοτε, κανένα πρόβλημα δεν μπορούσε να τον λυγίσει. Κανένα πρόβλημα, δεν ήταν πια τόσο… πρόβλημα. Χρησιμοποιεί αυτή την ιστορία σε κάποιες από τις ομιλίες του, όταν θέλει να δώσει κίνητρο ή θάρρος στους παίκτες του. Πρόβλημα δεν είναι μία λάθος ενέργεια, μια χαμένη ευκαιρία, μία ήττα ή ένας τραυματισμός. Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι. Δεν θέλει φόβο, αλλά θάρρος. Και τόλμη.
Ως ποδοσφαιριστής ήταν ένας τεχνίτης, οργανωτικός χαφ που ήθελε να τακτοποιεί το παιχνίδι της ομάδας του. Ωστόσο απεχθανόταν το πολύ τρέξιμο, το σώμα του δεν τον βοηθούσε πολύ. «Ο προπονητής Ρούι Βιτόρια δεν θα έβαζε ποτέ στις ενδεκάδες της ομάδας του τον ποδοσφαιριστή Ρούι Βιτόρια», λέει σαρκαστικά.
Μία ημέρα, αφότου αποχαιρέτισε για πάντα τους γονείς του, αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του. Δευτέρα βράδυ έκανε την τελευταία του προπόνηση με την Αλκοσετένσε και Τρίτη πρωί έκανε την πρώτη του προπόνηση ως προπονητής της Βιλαφρανκένσε -δυο κατηγορίες πάνω από εκεί που έπαιζε.
Την επέλεξε γιατί ήταν η πρώτη από τις δύο ομάδες που του τηλεφώνησαν και του πρότειναν δουλειά. Ήταν τόσο απλό.
Το τηλέφωνο, αυτή τη φορά ήταν για καλό.
Εν μία νυκτί, έπρεπε να «σκοτώσει» μέσα του τον ποδοσφαιριστή, ο οποίος δεν έφτασε ποτέ πάνω από την τρίτη κατηγορία και να αρχίσει να σκέφτεται καθαρά ως προπονητής, όπου το ταβάνι που είχε θέσει ήταν ο… ουρανός.
Εκεί κατάλαβε για πρώτη φορά πως είναι να μπαίνεις στο μυαλό 30 διαφορετικών ανθρώπων, να τους νιώθεις, να βιώνεις το πρόβλημα τους, να τους συσπειρώνεις.
Οι καθυστερήσεις πληρωμών έφταναν ακόμα και τους 9 μήνες. Κάποιοι παίκτες δεν είχαν ούτε για βενζίνες. Εκείνος είχε και ένα μισθό ως καθηγητής φυσικής αγωγής, οι παίκτες του όμως δεν είχαν ούτε τα βασικά.
Έμεινε εκεί για δύο χρόνια, σκληραγωγήθηκε και το 2004 αποδέχθηκε την πρόκληση για να δουλέψει στις ακαδημίες της Μπενφίκα. Το έκανε καθαρά για να φτιάξει βιογραφικό. Μέσα του δεν ήθελε να λογίζεται ως προπονητής των μικρών. Άντεξε για δύο χρόνια.
Μέσα του ήθελε την περιπέτεια. Επέλεξε την Φάτιμα, μία ομάδα τρίτης κατηγορίας, που είχε ως πρόεδρο έναν… ιερέα τον πατέρα Αντόνιο Περέιρα, όμως είχε και καλύτερο, αφού καθημερινά έπρεπε να κάνει 200 χιλιόμετρα με ένα βανάκι του συλλόγου!
Το πρωί καθηγητής φυσικής αγωγής, το απόγευμα προπονητής. Το ακόμα καλύτερο; Στην πορεία του προς το γήπεδο, πήγαινε να συλλέγει από τα σπίτια τους, όσους παίκτες δεν είχαν ούτε για τα οδοιπορικά.
Φρόντιζε με κάθε τρόπο να δημιουργήσει οικογενειακό κλίμα, στην ιστορία έμειναν τα μπάρμπεκιου με ψητό κοτόπουλο κάθε Παρασκευή για παίκτες και προπονητικό τιμ, αλλά και οι γεμάτες ποικιλία προπονήσεις του.
Το 2007 η μικρούλα Φάτιμα έγραψε ιστορία, όταν απέκλεισε την Πόρτο στα πέναλτι για το πορτογαλικό Λιγκ Καπ, κι εκείνος επέλεξε να μην δει ποτέ την ρώσικη ρουλέτα. Αυτή παραμένει μία από τις ελάχιστες προλήψεις του, όπως το να μπαίνει πάντα με το δεξί να να φοράει κάποια γούρικα ρούχα: σε όλες τις διαδικασίες πέναλτι επιλέγει να γυρίζει την πλάτη του προς την εστία που διεξάγεται η διαδικασία.
Το 2010 μπουκάρει εντυπωσιακά ως προπονητής στην μεγάλη κατηγορία οδηγώντας την Πάσος Φερέιρα στην 7η θέση και στον τελικό του Λιγκ Καπ, τον οποίο χάνει από την Μπενφίκα με 2-1, κάνοντας την Βιτόρια Γκιμαράες να του αναθέσει την αποστολή να συσπειρώσει έναν κοιμώμενο γίγαντα με… τεράστια οικονομικά προβλήματα. Παλιά του τέχνη κόσκινο. Εξάλλου, σε όποια ομάδα κι αν είχε δουλέψει μέχρι τότε, δεν υπήρχε μία!
«Ήμουν έτοιμος να βγω στο γήπεδο για την πρώτη προπόνηση, όταν άκουσα κάποιους παίκτες να λένε ότι οι οπαδοί εισέβαλαν στο προπονητικό κέντρο και ήρθαν στα χέρια με τον Φαουζί. Είπα μέσα μου: "Τέλεια! Εδώ είμαστε. Τώρα μπορώ να πω ότι ήρθα σε μία μεγάλη ομάδα"».
Έκτοτε, όλες του οι προπονήσεις γίνονται αυστηρά κεκλεισμένων των θυρών. Σε ένα περιβάλλον απόλυτης δυσπιστίας προς την διοίκηση που άφηνε για μήνες απλήρωτους τους παίκτες, ο Βιτόρια κατάφερε να μείνει τέσσερα χρόνια και να αφήσει το απόλυτο αποτύπωμα του.
Η κατάκτηση του Κυπέλλου Πορτογαλίας το 2013, ο πρώτος τίτλος στην ιστορία της Γκιμαράες, είναι ένα αληθινό έργο τέχνης. Ήταν η εβδομάδα που η Μπενφίκα είχε χάσει τρία τρόπαια (πρωτάθλημα, τελικό Europa League και κύπελλο), σε μία εβδομάδα, όλα από γκολ στο φινάλε, φτάνοντας τον Ζόρζε Ζεσούς στα όρια της απελπισίας
Υποτίθεται ότι στον τελικό του Jamor οι αετοί θα ξεσπούσαν, αλλά ο Ρούι Βιτόρια είχε προετοιμάσει τα πάντα: «Ήξερα πως μία μεγάλη ομάδα είναι πολύ πιο εύθραυστη όταν προέρχεται από συνεχόμενες αποτυχίες. Είχα σχεδιάσει στο Powerpoint έξι διαφορετικά σενάρια για τον τελικό, ένα από αυτά ήταν να είμαστε πίσω στο ημίχρονο, όπερ και εγένετο. Στην ανάπαυλα είπα στους παίκτες μου ότι ο τρόπος που έμειναν ενωμένοι μετά από το τυχερό γκολ του Γκαϊτάν ήταν ένα μήνυμα ότι το κύπελλο θα ήταν δικό μας».
Με δύο γκολ στο τελευταίο δεκάλεπτο, η Γκιμαράες, ολοκλήρωσε την επική ανατροπή και ο ίδιος μπήκε για τα καλά στα κιτάπια της Μπενφίκα. Δύο χρόνια αργότερα, όταν η εξαετής θητεία του Ζόρζε Ζεσούς έλαβε τέλος, ο πρόεδρος Λουίς Φιλίπε Βιέιρα σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου του και τον ρώτησε στα ίσα: «Θέλεις να έρθεις να γίνεις πρώτος προπονητής στην Μπενφίκα;».
Για μία ακόμα φορά, ένα τηλεφώνημα είχε αλλάξει την ζωή του. Αυτή τη φορά, προς το καλύτερο.
Ένας από τους απαράβατους κανόνες του είναι πως: «στο σπίτι δεν μιλάμε ποτέ για μπάλα». Καμία από τις τρεις κόρες του (η μεγάλη από τον πρώτο του γάμο) ή τον μπόμπιρα Σαντιάγκο δεν έχει ιδέα από ποδόσφαιρο, παρότι ο μπαμπάς έφτασε να είναι η πιο σημαντική αθλητική φιγούρα στην χώρα για 3,5 χρόνια, όσο έμεινε στον... ηλεκτρικό πάγκο της Μπενφίκα.
Εκεί έμαθε ότι το ποδόσφαιρο που έμαθε, έχει πεθάνει: «Παλιότερα το να παίξεις μπάλα ήταν ένα παιδικό όνειρο. Τώρα οι παίκτες σκέφτονται μόνο τα χρήματα και την δημόσια εικόνα τους», λέει. Τον ενοχλεί αφάνταστα όταν βλέπει πως η πρώτη κίνηση των ποδοσφαιριστών του στα αποδυτήρια είναι να ανοίξουν το κινητό τους και να ποστάρουν στα social media.
Απεχθάνεται όλο αυτόν τον μηχανισμό που έχει στηθεί γύρω τους, εκτιμά ότι έχει κάνει τους παίκτες να ζουν σε ένα φανταστικό κόσμο: «πως να πεις σε κάποιον παίκτη με τεράστιο μισθό ότι έπαιξε άσχημα, όταν έχει δημιουργήσει γύρω του ένα περιβάλλον από 200 αυλικούς που του λένε συνεχώς ότι έπαιξε φανταστικά»;
Μετά από 6 χρόνια απόλυτης ηγεμονίας του Ζόρζε Ζεσούς στην Λισσαβόνα κανείς δεν του έδινε τύχη, κανείς δεν πίστευε πως αυτός ο επαρχιώτης που είχε ως ταβάνι τον πάγκο της Γκιμαράες θα μακροημερεύσει στον πάγκο της Μπενφίκα, παρότι είχε υπογράψει τριετές συμβόλαιο.
Κι εκείνος τους διέψευσε. Κάθισε 3,5 χρόνια, πήρε δύο πρωταθλήματα, το πρώτο τρεμπλ μετά το 1981, παρουσίασε μία ελκυστική ποδοσφαιρική πρόταση, διαχειρίστηκε την πίεση, διέψευσε όλες τις προσδοκίες.
Τι του στέρησε η Μπενφίκα; Το παρελθόν του: «πιο μικρός είχα την τάση να παρακολουθώ τα πάντα. Δεύτερη, τρίτη κατηγορία, ήξερα όλους τους παίκτες, όλες τις ομάδες, τα πάντα. Ήμουν ένα ποδοσφαιρικό φρικιό. Από ένα σημείο και μετά δεν είχα χρόνο, έχασα τελείως την επαφή»!
Η Μπενφίκα ήταν ένα δύσκολο καράβι -πιθανώς το πιο δύσκολο στην χώρα- και στην αρχή κανείς δεν πίστευε τον νέο καπετάνιο. Έζησε μεγάλες στιγμές, έζησε την προπονητική του κορύφωση, αλλά η φθορά σε ένα selling club είναι πάντα αναπόφευκτη.
Ήξερε ότι είχε τελειώσει μετά από εκείνο το ντροπιαστικό 5-0 από την Βασιλεία, μαζί με τον πρόεδρο Βιέιρα το κράτησαν για λίγο ακόμα μέχρι τις αρχές του 2019, όταν αποφασίστηκε ότι ο κύκλος είχε κλείσει.
Κι όμως. Μόλις μία εβδομάδα μετά είχε αλλάξει ομάδα, ήπειρο, οικονομικό υπόβαθρο. Το τηλέφωνο αυτή τη φορά έκρυβε μία μυθική πρόταση από την Σαουδική Αραβία. Παρασκευή απολύθηκε από την Μπενφίκα και την Δευτέρα είχε μία ασύλληπτη προσφορά από την Αλ-Νασρ και περιθώριο 5 ωρών για να απαντήσει. Ήταν η ώρα να εξαργυρώσει, να ρευστοποιήσει τους κόπους μιας ζωής.
Οι εξωτικοί προπονητικοί προορισμοί που ακολούθησαν στην Σπαρτάκ Μόσχας και την Εθνική Αιγύπτου ήταν περισσότερο επιλογές ενός προπονητή που θέλει να ζήσει (με το αζημίωτο) την περιπέτεια, παρά αποφάσεις που αποσκοπούσαν στην προπονητική του πρόοδο και εξέλιξη.
Παρότι είχε υπογράψει τετραετές συμβόλαιο, με στόχο να προετοιμάσει τους «φαραώ» για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026, αποχώρησε μετά ένα εντελώς αποτυχημένο Κύπελλο Εθνών Αφρικής, όπου δεν κέρδισε κανένα από τα τέσσερα παιχνίδια. Αποχώρησε έχοντας μόλις με μία ήττα σε 19 συνολικά παιχνίδια, χωρίς όμως να καταφέρει να περάσει την δική του νοοτροπία σε μία πολύ δύσκολη χώρα.
Η εικόνα του θάμπωσε την τελευταία πενταετία, ήταν σαν να αυτοεξορίστηκε από το υψηλό επίπεδο. Έχοντας λύσει το οικονομικό του πρόβλημα, αυτό αποζητά πια. Ένα πρότζεκτ που θα τον κάνει να βρει το κέφι, την ενέργεια, την έμπνευση του.
Αν δεν ήταν προπονητής ή καθηγητής φυσικής αγωγής, θα έβλεπε τον εαυτό του ως λογιστή, αφού στην κοσμοθεωρία του όλα είναι κουτάκια, τετραγωνισμένα, σε τάξη. Δεν είναι τυχαίο πως παίζει ντραμς, άλλωστε είναι αυτός που θέλει να δίνει τον τόνο και τον ρυθμό τις ποδοσφαιρικές ορχήστρες που φτιάχνει.
Έχει επηρεαστεί όσο τίποτα από τον Σουν Τζου και το βιβλίο του «The Art of war», ουσιαστικά το έχει αποδώσει με τις δικές του πινελιές στα πορτογαλικά, ως συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου που διδάσκει την μεταφορά και την εφαρμογή της φιλοσοφίας του Κινέζου στρατηγού, που υπήρξε εξπέρ στην στρατηγική και την στρατιωτική σκέψη.
«Ποτε δεν φανταζόμουν ότι μια μέρα θα έχω την ζωή που έχω σήμερα», ομολόγησε σε ένα πρόσφατο podcast.
Μαζί του το θέμα δεν είναι το 4-3-3, το 4-1-3-2, το 3-4-3. Τα έχει παίξει όλα. Τα έχει δοκιμάσει όλα. Το θέμα είναι η χημεία. Για να αποδώσει πρέπει να… νιώσει. Να ταυτιστεί.
Ως φανατικός οπαδός της Μπεφίκα από μικρό παιδί, δεν δυσκολεύτηκε να μπει στο πετσί του ρόλου.
Όσο πιο δύσκολες οι συνθήκες, όσο περισσότερη η αμφισβήτηση και τα οικονομικά προβλήματα, τόσο πιο αποδοτικός ήταν στις δουλειές του.
Σε καθεστώς ευημερίας, ευμάρειας, πολυτέλειας που συνάντησε στην Σαουδική Αραβία, την Ρωσία, αλλά και την Αίγυπτο έμοιαζε κάπως παράταιρος, ξένος, χωρίς φλόγα.
Ο Ρούι Βιτόρια σήκωσε το τηλέφωνο, πήρε μία γρήγορη απόφαση όπως έκανε σε όλη του την ζωή, έφτιαξε στα πεταχτά μία βαλίτσα και ξεκινάει ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα του στον Παναθηναϊκό. Το περιβάλλον εδώ μοιάζει άκρως προβληματικό, σχεδόν δυστοπικό.
Από αυτά που του αρέσουν…