MENU

26 Απριλίου 1986. Ένα από τα χειρότερα ατυχήματα στην ιστορία. Μια ανυπολόγιστη καταστροφή που μέχρι και σήμερα συνοδεύεται με αριθμούς που κανείς δε θέλει να ακούει. 9.000 άνθρωποι που πέθαναν πρόωρα. 1.400% αύξηση του καρκίνου του θυροειδούς σε νεογέννητα. Πένθος. Άγνοια. Φόβος. Χάος. «Εκείνη την ημέρα ήμουν έξω στο δρόμο. Θυμάμαι το σύννεφο που σκέπασε τον ουρανό. Φυσικά, κανείς δεν μας ενημέρωνε για τίποτα». Ο Γιούρι ήταν ένας από τους εκατομμύρια ανθρώπους στην κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση που έπρεπε να πάρει αποφάσεις για το μέλλον του. Έβλεπε φίλους του να μην το σκέφτονται και πολύ, έστω κι αν ελάχιστοι γνώριζαν τότε τις επιπτώσεις. «Άφηναν πίσω περιουσίες, προσωπικά αντικείμενα, ακόμα και φωτογραφίες κι έφευγαν. Επικρατούσε πανικός».

Το Γόμελ στη σημερινή Λευκορωσία απείχε κάτι λιγότερο από 200 χιλιόμετρα από το Τσερνόμπιλ της σημερινής Ουκρανίας. «Καμιά φορά το σκέφτομαι. Τι θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχε γίνει το ατύχημα; Τι θα ήμουν αν δεν είχα γίνει παίκτρια του τένις; Νιώθω ευλογημένη που οι γονείς μου αποφάσισαν να με πάρουν από εκεί». Δεν είναι τόσο εγωκεντρικό όσο ακούγεται. Η Μαρία Σαράποβα, Μάσα για τον στενό της κύκλο, επιστρέφει συχνά στα μέρη που θα έπρεπε να είχε γεννηθεί. Προσφέρει, ενδιαφέρεται, έχει προσωπική επαφή με παιδιά που δεν είχαν την ίδια τύχη με εκείνην. Με παιδιά των οποίων οι γονείς δεν σκέφτηκαν ή δεν κατάφεραν να βρουν διαφυγή.

Ήταν τέσσερις μήνες μετά το ατύχημα, όταν η Γέλενα και ο Γιούρι έμαθαν ότι θα αποκτήσουν παιδί. Οι συνθήκες στη Σοβιετική Ένωση ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολες, όμως η αγέννητη Μαρία είχε προτεραιότητα. Από έμβρυο ακόμα στην κοιλιά της μητέρας της ένιωσε ότι η ζωή της θα ήταν γεμάτη ταξίδια και αποχαιρετισμούς. «Τότε ζούσαμε όλοι μαζί στο Γόμελ», θυμάται η Γκαλίνα, μητέρα του Γιούρι. «Φοβόντουσαν για το αγέννητο παιδί τους. Ήμασταν τόσο κοντά στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ. Τότε αποφάσισαν ότι ήρθε η στιγμή να φύγουν».

Ο προορισμός δεν ήταν από εκείνος που κάνουν τα ταξίδια να αξίζουν… Και το Νιαγκάν στη Σιβηρία έμοιαζε με μια εφιαλτική Ιθάκη. Σπίτι με ένα υπνοδωμάτιο για τρία άτομα, ελάχιστα χρήματα, σκληρή δουλειά στα πετρέλαια, θερμοκρασία κοντά στους μείον 40 βαθμούς Κελσίου το χειμώνα, τοξικά σύννεφα από τα εργοστάσια πάνω από την πόλη, αλλά «τουλάχιστον ήταν 3.500 χιλιόμετρα μακριά από την καταστροφή». Ο Γιούρι γνώριζε ότι δεν θα έμενε καιρό εκεί. Μόλις κατάφερε να μαζέψει κάποια χρήματα, πήρε την οικογένειά του και μετακόμισαν στο Σότσι. Ακόμα ένα ταξίδι για την Μαρία, άλλα 3.500 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα στη Μαύρη Θάλασσα, όμως, όλα ήταν πιο όμορφα. «Για μένα είναι η πιο όμορφη πόλη του κόσμου», λέει με περηφάνια η Σαράποβα που για χρόνια – μέχρι το Σότσι να διοργανώσει το 2014 τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες - έπρεπε να δείχνει σε όλους στον χάρτη, που συνέλλεξε τις πρώτες παιδικές της αναμνήσεις. «Κανείς δε το ήξερε. Κι αναρωτιόμουν: «Θεέ μου, είναι δυνατόν να μην ξέρουν το Σότσι;» Έχει θάλασσα, έχει βουνά, είναι πανέμορφα».

Η Μάσα ήταν δύο ετών όταν βρέθηκε στην πόλη του Κράσνονταρ και ο πατέρας της συνήθιζε να την παίρνει μαζί του όταν έπαιζε τένις. «Μια μέρα βαριόταν και την είδα που πήρε τη ρακέτα κι άρχισε να χτυπάει μπαλάκια», περιγράφει ο Γιούρι Γιούτκιν, βετεράνος προπονητής του τένις, που έμεινε έκπληκτος με αυτό που έβλεπε. «Ήταν απίστευτο. Η ρακέτα ήταν μεγαλύτερη από το μέγεθός της κι όμως είχε εκπληκτικό συντονισμό».

O Γιούτκιν έγινε ο πρώτος προπονητής Μαρίας Σαράποβα, στην ηλικία των τεσσάρων ετών. Μόνο που τότε κι αφού πλέον έχουμε μπει στην εποχή της κατάρρευσης του Κομμουνισμού, υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα: Δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί παιδική ρακέτα, οπότε η Μάσα έπρεπε να μάθει με το μεγάλο μέγεθος. Το ταλέντο της την οδήγησε τρία χρόνια μετά στη Μόσχα. Εκείνο το τουρνουά για ανερχόμενα ταλέντα, η Μαρτίνα Ναβρατίλοβα ξεχώρισε την 7χρονη Μαρία. Έπιασε τον πατέρα της και τον συμβούλεψε να πάει το παιδί του στις Ηνωμένες Πολιτείες και να βρουν τρόπο να μπουν στην ακαδημία του Νικ Μπολετιέρι στη Φλόριντα. Είχε και η ίδια ακολουθήσει παρεμφερή διαδρομή, έστω κι αν κατάφερε να αφήσει την Τσεχοσλοβακία σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία.

Τα λόγια της ήταν στο μυαλό του Γιούρι για καιρό. Εύκολο να το λες, αλλά δύσκολο να το κάνεις. «Το ρίσκο που πήρε ο γιος μου ήταν τεράστιο. Οτιδήποτε πήγαινε στραβά, σήμαινε ότι θα έπρεπε να γυρίσει πίσω και να δουλεύει για χρόνια χωρίς να πληρώνεται», διηγείται η Γκαλίνα για τον γιο της που δανείστηκε 700 δολάρια για να κλείσει δύο εισιτήρια χωρίς επιστροφή το 1994.

«Το προηγούμενο βράδυ έβλεπα τη Μαρία όταν πήγαινε για ύπνο. Ήμασταν όλοι πολύ νευρικοί, η μητέρα της έκλαιγε ασταμάτητα αφού δεν μπορούσε να πάει μαζί τους. Δεν υπήρχαν λεφτά για τρεις. Κι εκείνη τα είχε όλα έτοιμα, είχε διπλώσει τα ρούχα που θα φορούσε την επόμενη μέρα πάνω στην καρέκλα. Σα να ετοιμαζόταν για το πεπρωμένο της».

Οι άγνωστοι… Φοίνικες!

Η Μαρία Σαράποβα τα θυμάται διαφορετικά. Όσα θυμάται, τέλος πάντων από εκείνο το ταξίδι που ετοιμαζόταν να κάνει. Το τρίτο της μέσα σε διάστημα εφτά ετών. «Δεν έχω πολλές αναμνήσεις από τότε. Θυμάμαι όμως με τη μανία έβαζα τα ρωσικά βιβλία στην τσάντα μου. Δεν ήξερα αν θα τα έβλεπα ξανά», θα πει και όταν ώρες μετά προσγειώνεται στο αεροδρόμιο του Μαϊάμι αντιλαμβάνεται ότι είχε βρεθεί σε έναν άλλο κόσμο. «Δεν είχα δει ξανά Φοίνικα στη ζωή μου. Ξέρετε, οι φοίνικες δεν φυτρώνουν στη Ρωσία».

Γι’ αυτόν τον καινούργιο και άγνωστο κόσμο δεν ήταν προετοιμασμένη. Όμως, ο πατέρας της ήταν τόσο αποφασισμένος που η μικρή έπαιρνε δύναμη από εκείνον. Έμαθε αγγλικά μέσα σε τέσσερις μήνες και τον έβλεπε να δουλεύει νυχθημερόν σε μεροκάματα για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα. Για δύο χρόνια έκανε μόνη της μαθήματα, μέχρι επιτέλους εννέα χρονών να γίνει αποδεκτή στην Ακαδημία του Μπολετιέρι.

«Η οικογένειά μου κατόρθωσε από το μηδέν να φτιάξει μια διαφορετική ζωή για μένα. Δεν το έκανε κάποιος πλούσιος άντρας, ούτε ένα περιοδικό», δήλωνε αργότερα περήφανη για την πορεία της. Μια πορεία που ούτε έμοιαζε στην αρχή ότι θα είναι τόσο σπουδαία, ούτε ήταν εύκολη. «Δεν είδα τη μαμά μου για δύο χρόνια. Και τότε, δεν είχαμε κινητά τηλέφωνα, ούτε καν e-mail. Μόνο χαρτί και μολύβι για ένα γράμμα που θα έφτανε στη Ρωσία ένα μήνα μετά». Και η μαμά της δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος που στερήθηκε προκειμένου να φτιάξει την καριέρα της.

Ο πατέρας της, αναγκαζόμενος πολλές φορές να δουλεύει για ώρες και μίλια μακριά, αναγκάζεται να την βάλει εσωτερική στην ακαδημία. Η Μαρία είναι το μόνο κορίτσι δέκα ετών που μένει εκεί και οι μεγαλύτερες δεν της κάνουν ακριβώς τη ζωή εύκολη. «Με πείραζαν πολύ. Όταν το σκεφτόμουν αργότερα, έλεγα πως κι εγώ δεν θα έκανα παρέα στα 17 μου με ένα παιδί δέκα ετών. Αλλά μάλλον δεν θα του φερόμουν και τόσο χάλια», είχε πει μετά το πρώτο grand slam που θα κατακτούσε κι όταν μπορούσε να νιώθει ευλογημένη που έκανε ό,τι αγαπούσε περισσότερο.

«Δεν ήταν όλα τα πράγματα τόσο χάλια. Συχνά με ρωτάνε πόσο δύσκολο και πόσο βίαιο ήταν. Αλλά ξεχνάνε παράλληλα πως ήμουν ένα παιδί που έκανα αυτό που αγαπούσα. Ξυπνούσα το πρωί, έφτιαχνα την τσάντα μου και πήγαινα να κάνω αυτό που ονειρευόμουν». Στην Ακαδημία δεν ξεχώρισε εξ αρχής. Η ίδια ακαδημία, άλλωστε που ανέδειξε την Άννα Κουρνίκοβα, ήξερε γιατί έπρεπε να διατηρεί επιφυλάξεις. «Δεν είδαμε και πολλά στην αρχή στην Μάσα, επειδή ήταν αδύνατη και αδύναμη. Εκείνο που βλέπαμε ξεκάθαρα ήταν η ικανότητά της να μένει προσηλωμένη και να μην αφαιρείται», αφηγήθηκε ο Μπολετιέρι και πρόσθεσε: «Θα σας πω κάτι. Η Μαρία είναι τόσο σκληρή, όσο σκληρός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Μοιάζει με τη Μόνικα Σέλες και τη Στέφι Γκραφ».

Στη Φλόριντα το ταλέντο της εξελίχθηκε. Μαζί με την προσωπικότητά της. Εκείνη που η Μαρτίνα Χίγκινς συνόψισε ως «τόσο κακιά όσο ένα φίδι» και ο δάσκαλός της ως «τόσο σκληρή όσο ένα νύχι». Η Μαρία Σαράποβα για χρόνια θεωρούταν ως η σκύλα των tennis courts που δεν ενδιαφέρεται για την αντίπαλό της, ούτε καν στο ζέσταμα. «Πέρασα δύσκολα στην ακαδημία κι αυτό με έκανε σκληρή. Με ωρίμασε. Συνειδητοποίησα από μικρή ότι απλά πρέπει να αντέχεις μόνος σου. Σκεφτόμουν ότι θα αντέξω πέντε μέρες κι όλα θα είναι καλύτερα το Σαββατοκύριακο που θα δω πάλι τον μπαμπά μου. Το τένις είναι πολύ ανταγωνιστικό σπορ, εντελώς ατομικό. Δεν έχω φιλίες στα αποδυτήρια και δεν προσπαθώ καν να κάνω. Δεν αντιπαθώ τα άλλα κορίτσια, απλά θεωρώ ότι η καθεμία ζει στο δικό της μικρό κόσμο και δεν έχουμε κοινά ενδιαφέροντα. Επειδή παίζουμε όλες τένις, δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνουμε και φίλες».

Σκληρή και πρωταθλήτρια!

Υπάρχουν πολλά περισσότερα στη Μαρία Σαράποβα από το όμορφο κορίτσι, που κάνει φωτογραφήσεις, έχει χορηγούς, έχει τη δική της εταιρία παραγωγής καραμελών, τεράστια περιουσία και μια εξίσου σπουδαία καριέρα! Κι αν πίσω από την πορεία της στο τένις υπάρχει ο Γιούρι, πίσω από την κουλτούρα της υπάρχει η Γέλενα που ουδέποτε την άφησε να εφησυχάσει.

«Χτυπάω μια μπάλα για να ζω, αλλά έχω πάθος για μόρφωση. Αυτές τις αρχές μου έδωσαν οι γονείς μου και διαρκώς μου υπενθύμιζαν ότι πρωτίστως πρέπει να είμαι καλός άνθρωπος», λέει και χαμογελώντας θυμάται τις ημέρες που η μαμά της την έβαζε να διαβάζει ιστορία και μαθηματικά στα ρωσικά μετά την προπόνηση! Η Σαράποβα παρά τα συνεχή ταξίδια κατόρθωσε με την επιμονή της να πάρει απολυτήριο λυκείου δια αλληλογραφίας, ενώ όταν ήταν τραυματισμένη έμαθε και γαλλικά. Κι όλα αυτά, ενώ είχε ήδη σοκάρει τον κόσμο στα 17 της χρόνια…

«Έρχονται μικρά κορίτσια και μου λένε ότι θέλουν να γίνουν σαν κι εμένα. Τους απαντάω ότι αυτό είναι σπουδαίο… «αλλά πρέπει να θες να γίνεις καλύτερη από μένα»». Μια συμβουλή, μια φιλοσοφία ζωής. Η Μαρία Σαράποβα δεν μεγάλωσε με κάποιο είδωλο. Ίσως γι’ αυτό όταν βρέθηκε στον πρώτο τελικό grand slam της καριέρας της δεν φοβήθηκε. Νίκησε 2-0 τη Σερένα Ουίλιαμς – με την οποία στην πορεία θα είχαν τεράστια αντιπαλότητα και όχι λόγω τένις – και κατέκτησε το Wimbledon. Ήταν 17 χρονών, η τρίτη νεαρότερη που θα κατόρθωνε κάτι τέτοιο. Στις 3 Ιουλίου του 2004 ήταν στην κορυφή, έτρεξε στην αγκαλιά του μπαμπά της και μετά λειτούργησε με την άγνοια που είχε η ηλικία της!

«Έβαλαν τα λουλούδια στα χέρια μου και σάστισα. Μόλις είχε τελειώσει το ματς συνειδητοποίησα πόσο πολύ θέλω να πάω στην τουαλέτα!», θυμάται γελώντας, ενώ εκείνες τις πρώτες στιγμές προσπαθούσε και η ίδια να καταλάβει τι είχε πετύχει. «Ήταν σοκ ακόμα και για μένα. Δεν πίστευα ότι ήμουν σωματικά και πνευματικά έτοιμη να αντέξω δύο εβδομάδες και εφτά αγώνες απέναντι σε τέτοιους αντιπάλους Μερικές φορές η ζωή σου δίνει μικρά περάσματα σε μεγάλες πόρτες κι εγώ το είδα κι έπαιξα σπουδαίο τένις».

Ο θόρυβος από την άφιξη της Σαράποβα ήταν εκκωφαντική. Την επόμενη χρονιά ήταν νούμερο ένα στην παγκόσμια κατάταξη και για χρόνια αποδείκνυε ότι αφενός θα μείνει στην κορυφή και αφετέρου δεν είχε καμία σχέση με την Άννα Κουρνίκοβα. Ακόμα κι όταν κινδύνεψε η καριέρα της με από έναν τραυματισμό στον ώμο, σε ηλικία μόλις 21 ετών. «Ήμουν τόσο μικρή, ένιωθα ότι βρίσκομαι στο πικ της καριέρας μου, ετοιμαζόμουν να κατακτήσω το τρίτο grand slam και ξαφνικά βρισκόμουν στο χειρουργικό κρεβάτι στη Νέα Υόρκη. Ήταν μια εμπειρία που μου άνοιξε τα μάτια. Μέχρι τότε πίστευα ότι όλος ο κόσμος είναι το τένις. Ξαφνικά συνειδητοποιήσεις ότι δεν είναι όλη σου η ζωή. Από εκείνο το σημείο και μετά κατόρθωσα να διαχειρίζομαι νίκες και ήττες με πολύ πιο ψύχραιμο τρόπο».

Η επιστροφή της ήταν επίμονη, όσο και όλοι οι τραυματισμοί που έπαθε από τότε και μέχρι σήμερα. Πάντα έβρισκε δύναμη να γυρίσει στο γήπεδο, έστω κι αν διαρκώς ήθελε να βάζει ημερομηνία λήξης στην καριέρα της. «Όταν ήμουν 17 έλεγα μέχρι τα 25. Μετά έλεγα για ένα χρόνο ακόμα και για έναν και για έναν. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορώ αλλιώς. Νιώθω ευτυχισμένη μόνο όταν ξέρω ότι θα ξυπνήσω και θα πάω για προπόνηση. Βλέπω τον εαυτό μου για χρόνια ακόμα στο χώρο γιατί το τένις είναι ό,τι μου δίνει τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση στη ζωή μου».

Το σοκ από χθες για τον κόσμο του τένις μοιάζει το ίδιο μεγάλο με την ημέρα που κατέκτησε το Wimbledon. Η σκληρή, ψυχρή και κατά πολλούς σκύλα, Μαρία Σαράποβα το αντιμετώπισε και αυτό με δύναμη και σθένος. Το τέλος της καριέρας της μοιάζει, πλέον, τόσο ίδιο με την αρχή. Η ίδια μοιρολατρική αμφιβολία που την κυνηγάει 29 χρόνια, το ίδιο ερώτημα, πιο ξεκάθαρο από ποτέ. Τι θα γινόταν αν…

Η Μαρία που δεν σιώπησε!
EVENTS