MENU

Λένε πως όταν χαλάει μια ερωτική σχέση, καταλήγουμε να δυσανασχετούμε με όλα εκείνα τα στοιχεία του συντρόφου μας που κάποτε υπήρξαν οι αιτίες να τον ερωτευτούμε: η φθορά της καθημερινότητας κάνει απωθητικά όλα αυτά που κάποτε φάνταζαν απείρως γοητευτικά. Η διαφαινόμενη πτώση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τέσσερα και βάλε χρόνια μετά την πρώτη της εκλογή, μοιάζει να είναι ακριβώς αυτό: τα πολιτικά και ιδεολογικά στάνταρ της ελληνικής κοινωνίας μοιάζουν πολύ βαθιά ριζωμένα για να διατηρηθεί για πάνω από δυο τετραετίες ο «έρωτας» προς ένα κόμμα με το πολιτικό προφίλ του ΣΥΡΙΖΑ.

Η μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με τους περί του αντιθέτου μύθους, υπήρξε μια διαδικασία εξαιρετικά σύντομη: μόλις δυο εβδομάδες μετά το ιστορικό δημοψήφισμα του 2015 αλλά και περίπου ένα μήνα πριν την δεύτερη διαδοχική εκλογή του, ο ΣΥΡΙΖΑ ηγήθηκε της ψήφισης ενός μνημονίου μέσα στη Βουλή. Ήταν άλλωστε σαφείς και οι εξαγγελίες του Τσίπρα πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015: σε αντίθεση με τις ρητορικές περί κατάργησης των μνημονίων, η δεύτερη συνεχόμενη εκλογή του στην κορυφή της ελληνικής κυβέρνησης βασίστηκε στην πεποίθηση πως με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ οι μνημονιακές πολιτικές θα εφαρμοζόντουσαν με πιο ανώδυνο τρόπο σε σχέση με τις εποχές των δεξιών κυβερνήσεων.

Όμως, το είπαμε: όλα εκείνα που ίσως κάποτε να θεωρήθηκαν θελκτικά, μπορούν πανεύκολα να γίνουν οι αιτίες χωρισμών. Και το εκλογικό κοινό δεν θέλει πια έναν Τσίπρα που θα αποτελεί την πιο ανθρώπινη εκδοχή μιας πολιτικής λιτότητας. Ακόμα και αν ο έτερος κυβερνητικός πόλος, εκείνος της Νέας Δημοκρατίας, αποτελεί μια πολιτική πρόταση συνειδητής αυταρχοποίησης του πολιτικού συστήματος, οι ρωγμές της προηγούμενης τετραετίας ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και την κρίσιμη μάζα που τον έβγαλε κάποτε κυβέρνηση, ήταν πολύ βαθιες για να ξεπεραστούν.

Και κάπως έτσι, η συντριπτική νίκη της Νέας Δημοκρατίας στην αναμέτρηση των ευρωεκλογών μοιάζει με την ιδανική πρόβα τζενεράλε για την επικράτηση στις προσεχείς, εθνικές εκλογές του Ιουνίου: τέτοια διαφορά όχι απλά δεν γυρίζει αλλά το πιθανότερο είναι πως θα εκτοξευτεί παραπάνω. Τι κι αν το προφίλ που επέδειξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο αναδείκνυε όλο και περισσότερο την απόστασή του από τα κατώτερα στρώματα; Από τη στιγμή που στο μεσοδιάστημα θίχτηκαν τα πατριωτικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας (η Συμφωνία των Πρεσπών αποδείχθηκε εξαιρετικά κομβική για τη διαμόρφωση των νέων συσχετισμών), ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε προφίλ αντιπάλου.

Σε ένα πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον όπως το ελληνικό όπου οι πατριωτικές συνειδήσεις δομούνται πανεύκολα και αποδομούνται με τεράστια δυσκολία, τα υλικά διακυβεύματα μιας εκλογικής αντιπαράθεσης είναι δεδομένο πως θα υποτιμηθούν όταν στο μυαλό του μέσου ψηφοφόρου η χώρα βιώνει εθνική κρίση. Η συντριπτική επικράτηση των δεξιών παρατάξεων άλλωστε έναντι των αριστερών που έλαβε χώρα σε συνολικό επίπεδο (και όχι μόνο στενά στη σύγκρουση ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας) είναι άμεσα συνδεμένη με μια τρομακτική συσπείρωση και αναζοπύρωση των (ακρο)δεξιών αντιλήψεων μέσα στην κοινωνία, έτσι όπως εξελίχθηκε από τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό και μετά.

Είναι λοιπόν η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το αποτέλεσμα μιας τιμωρητικής διάθεσης του κοινού απέναντί του; Ή μήπως, με συσπειρωμένες της (ακρο)δεξιές αντιλήψεις, η ήττα αυτή έρχεται ως φυσικό επόμενο; Είναι προφανές: η μια διαδικασία τροφοδοτεί την άλλη. Και με δεδομένο πως το βασικό συμπέρασμα της πτώσης ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συνοψιστεί στη φράση «μην υποτιμάς ποτέ τον ελληνικό πατριωτισμό», οι μελλοντικές κυβερνητικές πολιτικές (και όχι μόνο αυτές της Νέας Δημοκρατίας) θα χαρακτηρίζονται εκ των πραγμάτων από μια δεξιά λογική.

Κατά τα άλλα, με δεδομένο πως κάθε εκλογικό αποτέλεσμα έχει και μια αυτονομία, τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών παράγουν και διαφόρων ειδών συμπεράσματα για κάθε πολιτικό χώρο που έλαβε μέρος στις εκλογές:

-Η Νέα Δημοκρατία έδειξε πως όταν το εκλογικό της κοινό είναι συσπειρωμένο, αποτελεί τον οργανωτικό φορέα που εκπροσωπεί την συντριπτική πλειονότητα των αντιλήψεων που επικρατούν μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η παράταξη του Κυριάκου Μητσοτάκη «έχτισε» αυτή τη διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο επειδή κέρδισε όλους τους αναποφάσιστους που το 2015 είχαν ψηφίσει τον Τσίπρα αλλά και διότι επαναπάτρισε ένα πολυδιασπασμένο κοινό. Το 2015, ένα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων της, απογοητευμένο από την πολιτική της αλλά πολύ φανατικά αντι-αριστερό για να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, εξαπλώθηκε σε διάφορους συγγενικούς σχηματισμούς όπως το Ποτάμι, η Ένωση Κεντρώων, οι ΑΝΕΛ. Η Νέα Δημοκρατία σάρωσε αυτά τα κόμματα, ηγεμόνευσε απόλυτα μέσα στον φιλελεύθερο και πατριωτικό χώρο, έδειξε σε όλη τη Δεξιά ποιός είναι το αφεντικό σε συνθήκες πανστρατιάς. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, σε σχεδόν σε όλη τη Δεξιά...

-Η εθνικιστική Δεξιά παραμένει το πιο μπετόν αρμέ πολιτικό ρεύμα του εκλογικού παιχνιδιού σε ιδεολογικό επίπεδο. Η Χρυσή Αυγή έπεσε μεν στα μισά ποσοστά από αυτά που είχε τον Σεπτέμβρη του 2015 αλλά οι ψηφοφόροι που συνιστούν την εκλογική της αιμοραγία φαίνεται πως μεταφέρθηκαν συντεταγμένα προς την Ελληνική Λύση του Βελόπουλου: με άλλα λόγια, ακόμα και αυτή η Νέα Δημοκρατία μοιάζει πολύ light για της προξενήσει εκλογική ζημιά, χρειάζεται ένας ανοικτά ακροδεξιός φορέας -όπως αυτός του Βελόπουλου- για να την κοντράρει. Το κόμμα του Βελόπουλου έρχεται να αμφισβητήσει την κεντρική θέση της Χρυσής Αυγής στον εθνικιστικό χώρο και να στριμωχτεί πλάι της. Και η παράλληλη διαπίστωση που προκύπτει από αυτό είναι πως ο εθνικισμός όχι μόνο έχει πλέον αυτονομηθεί πλήρως από την παραδοσιακή Δεξιά αλλά διακατέχεται και από μια πρωτόγνωρη πολυμορφία στο εσωτερικό του. Και η πολιτική πολυμορφία είναι σχεδόν πάντα δείγμα ζωτικότητας.

-Αν κοιτούσε κανείς τις πρώτες αντιδράσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στα τηλεοπτικά πάνελ θα παρατηρούσε πως επαναλάμβαναν σχεδόν μονότονα τη φράση «δεν πρόκειται για μια στρατηγική ήττα». Η αληθινή κωδικοποίηση αυτής της πρότασης δεν έχει να κάνει με το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλέον τον έναν πόλο του σύγχρονου δικοματισμού -κάτι που άλλωστε κανείς δεν αμφισβητούσε- αλλά κάτι πολύ πιο «εσωτερικό»: ότι αποτελεί την βασική συνιστώσα της κεντροαριστεράς. Το ΚΙΝΑΛ από την άλλη, εκπροσωπήθηκε στα πάνελ με ψυχολογία θριάμβου όχι τόσο λόγω της τρίτης θέσης αλλά κυρίως εξαιτίας της μηδαμινής εκλογικής του αιμορραγίας σε σχέση με τα ποσοστά του 2015: τίποτα απολύτως δεν έχασε το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ. Οι προεκλογικοί ψίθυροι έλεγαν πως αν ο Τσίπρας ηττηθεί στις εκλογές, το επόμενο στρατηγικό του βήμα θα είναι να ηγηθεί ενός ενιαίου, κεντροαριστερού φορέα. Οι εκτιμήσεις θέλουν την παράταξη της Γεννηματά να καλοβλέπει μια συγκυβέρνηση με την Νέα Δημοκρατία αλλά οι πιο διορατικοί λένε πως το ΚΙΝΑΛ πρέπει να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός νέου φορέα. Με τα νούμερα της συσπειρωμένης Δεξιάς να προκαλούν ίλιγγο, πολλοί είναι εκείνοι που λένε πως τα παζάρια για το πως θα δημιουργηθεί και με τη βούλα το «νέο ΠΑΣΟΚ» ενδέχεται να ξεκινήσουν σύντομα.

-Και μέσα σε όλη αυτή την κινητικότητα που ορίζει την ζωή των άλλων πολιτικών χώρων, η Αριστερά παραμένει στάσιμη και η λέξη «αυτοκριτική» μοιάζει να είναι η πιο πολυφορεμένη στους κύκλους της τα τελευταία 24ωρα. Τόσο το ΚΚΕ που διατήρησε την εκλογική του βάση στα νούμερα που αυτή έχει σταθεροποιηθεί μετά την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 όσο και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (με βασικές συνιστώσες την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την ΛΑΕ) διαπίστωσαν με λύπη πως η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ δεν στάθηκε ικανή να του κόψει ούτε λίγες μονάδες από τα αριστερά: αν μη τι άλλο, μεγάλη αποτυχία. Τρανταχτή εξαίρεση το ΜΕΡΑ25 του Βαρουφάκη που άγγιξε το 3% και το οποίο, μάλλον όχι τυχαία, αποτελεί τον μοναδικό φορέα που εγγραφεται στην Αριστερά χωρίς ταυτόχρονα να συνοδεύει την ρητορική του με αντί-ΕΕ περιεχόμενο. Το χαρτί της εναντίωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει να έχει καεί για τα καλά ενώ αντίστοιχο αδιέξοδο βρίσκει και το από τα αριστερά νταραβέρι με τα λεγόμενα «υγιή κομμάτια του ελληνικού πατριωτισμού». Όσον αφορά το τελευταίο: ευτυχώς.

Εκλογές 2019: Άνοδος της (ακρο)δεξιάς ή «ηθελημένη» πτώση του ΣΥΡΙΖΑ;
EVENTS