Close

Το τηλεφώνημα που δεν θα ξεχάσω ποτέ...

Χρόνος ανάγνωσης: 8’

Ο Αλέξανδρος Σόμογλου γράφει για την τραγωδία που βιώνει η πόλη που ζει από μικρό παιδί και ξετυλίγει ένα κουβάρι συναισθημάτων που ξεκινά από την ντροπή και φτάνει μέχρι την οργή...

Η ώρα είναι 1.55 ξημερώματα Πέμπτης. Θεωρητικά θα έπρεπε να αισθάνομαι κουρασμένος, όπως εκατοντάδες εθελοντές – κυρίως νέα παιδιά – που αποτελούν τη μοναδική ίσως όαση ελπίδας στην ερημιά και την οδύνη της στάχτης που άφησε πίσω της η τραγωδία της Δευτέρας. Νιώθω την ανάγκη, όμως, να γράψω. Ανέκαθεν το γράψιμο αποτελούσε μια μορφή διεξόδου, ένα αποκούμπι στα δύσκολα. Συγχωρέστε με, εκ των προτέρων, αν το κείμενο που θα διαβάσετε δεν είναι αμιγώς δημοσιογραφικό, παρά μια σύνθεση σκέψεων και συναισθημάτων ενός ανθρώπου που μεγάλωσε από μικρό παιδί στη Νέα Μάκρη, που έκανε φίλους εδώ, που επέλεξε να ζήσει με την οικογένειά του σε αυτόν τον επίγειο παράδεισο και που βιώνει, για πρώτη φορά στη ζωή του, την πραγματική διάσταση του όρου «τραγωδία».

Ξέρετε, όλοι πονάμε κάθε φορά που χάνονται ζωές έτσι μαζικά, είτε από σεισμούς, είτε από πλημμύρες, είτε από πυρκαγιές. Μετά από κάθε Ηλεία, κάθε Μάνδρα, κάθε Κεφαλονιά, προσπαθούμε να φέρουμε τον εαυτό μας στη θέση συνανθρώπων μας. Όσο κι αν επιχειρούμε, όμως, να νιώσουμε τον δικό τους πόνο, πιστέψτε με είναι αδύνατον να τα καταφέρουμε, αν μια τραγωδία δεν χτυπήσει τη δική μας πόρτα. Αν δεν έρθει στη δική μας γειτονιά. Μόνο τότε μπορείς να καταλάβεις πραγματικά τι θα πει πόνος.

«Θυμάσαι τι μου έλεγες πριν από τέσσερα χρόνια;»

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Καθισμένος χθες στα έδρανα του Δημοτικού Συμβουλίου, έβλεπα γύρω μου ανθρώπους να κλαίνε, να ψάχνουν να βρουν το δίκιο τους, να αναζητούν έστω λιγοστή ειλικρίνεια, να προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Κι εγώ να ντρέπομαι να τους κοιτάξω στα μάτια. Να νιώθω και τη δική μου οργή να ξεχειλίζει. Να νιώθω την ντροπή να με κυριεύει. «Θυμάσαι τι μου έλεγες πριν από τέσσερα χρόνια» με ρώτησε ένας κάτοικος του Ματιού, που είχα γνωρίσει σε μια προεκλογική συνάντηση του 2014. Διάολε δεν είμαι πολιτικός για να τον κοροϊδέψω ξεδιάντροπα. Να του πιάσω ψεύτικα τον ώμο και να του αραδιάσω ξύλινα λόγια. Ντράπηκα, όπως ντρέπομαι εδώ και τρεισήμισι χρόνια για την ενεργή εμπλοκή μου στον ερχομό Ψινάκη, στον τόπο μας.

Όχι, όμως, δεν αξίζει να αφιερώσω ούτε μισή αράδα παραπάνω σε αυτόν τον… (δεν χρησιμοποιώ τους χαρακτηρισμούς που έρχονται στο μυαλό μου, βάλτε εσείς ότι θέλετε) που δεν σεβάστηκε ούτε τον πόνο ανθρώπων που θρηνούν αγαπημένα τους πρόσωπα. Που δεν σεβάστηκε ούτε την αγωνία ανθρώπων που αναζητούν κάτω από τις στάχτες αγνοούμενους, συγγενείς, φίλους, αδελφούς, παιδιά. Που ελπίζουν ακόμη και σήμερα στο θαύμα, που ζουν με το φόβο για τι μπορεί να ξεβράσει η θάλασσα τις επόμενες μέρες. Που δεν είχε καν την αξιοπρέπεια να έρθει μπροστά τους και απλά να τους κοιτάξει στα μάτια.

Απλά ντρέπομαι. Όχι γι’ αυτόν. Για μένα. Ντρέπομαι για τις ευθύνες μου, ντρέπομαι για την ευκολία που γοητεύτηκα από το κάτι διαφορετικό. Και, ειλικρινά, δεν ξέρω ποιο συναίσθημα είναι αυτή τη στιγμή πιο ισχυρό. Η ντροπή ή η οργή; Δεν ξέρω…

Το έγκλημα της Λεωφόρου Μαραθώνος

Δευτέρα απόγευμα, ώρα 19.15. Βρίσκομαι στην εθνική οδό, επιστρέφοντας από τη Λαμία στη Νέα Μάκρη. Ξαφνικά, τα τηλέφωνο δεν σταματά να χτυπά. «Αλέξανδρε, έχεις κανένα νέο από τη φωτιά. Απειλεί το Ζούμπερι; Έχει φτάσει Άγιο Ανδρέα;»…
Τα χάνω! Φίλοι να με παίρνουν τηλέφωνο και να ζητούν απεγνωσμένα πληροφορίες. Μα ποια φωτιά; Στο Νταού Πεντέλης; Τι δουλειά έχει ο Άγιος Ανδρέας;
«Πάρε μου τον Στέργιο άμεσα», ψελλίζω στη γυναίκα μου και της ζητώ να επικοινωνήσει με γνωστό μου δημοτικό σύμβουλο με χρόνια εμπειρίας σε αντίστοιχα περιστατικά. Η απάντησή του έκανε το αίμα να παγώσει: «Αλέξανδρε, θα καούν άνθρωποι ζωντανοί. Περνάει τη Λεωφόρο Μαραθώνος, θα καούν άνθρωποι ζωντανοί»…
Δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου αυτό το τηλεφώνημα. Και η αλήθεια είναι μία: Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ξέραμε. Όλοι όσοι ζούμε στην περιοχή ξέραμε ότι αν ποτέ υπήρχε μεγάλη πυρκαγιά που θα πέρναγε από την κάτω μεριά της Λεωφόρου Μαραθώνος, θα θρηνούσαμε θύματα. ΟΛΟΙ ΤΟ ΞΕΡΑΜΕ!
Αν και βρισκόμαστε στα παράλια της Ανατολικής Αττικής, γνωρίζουμε καλά από πυρκαγιές. Από τη μια πλευρά ο Ευβοϊκός, αλλά από την άλλη οι πρόποδες της Πεντέλης και του Διονύσου. Μια ιδιότυπη ευλογία και κατάρα της Μητέρας Φύσης για τον τόπο μας.
Και η Καλλιτεχνούπολη και ο Νέος Βουτζάς και η Αγία Μαρίνα και η Ανατολή όλες περιοχές που έχουν δει τον πύρινο εφιάλτη να τους χτυπάει την πόρτα, χτενίζοντες τις πλαγιές των ορεινών συνόρων της πόλης μας. Πάντα, όμως, η πρωταρχική μέριμνα ήταν μία: Η Λεωφόρος Μαραθώνος. Να μην φτάσει και πολύ περισσότερο να μην περάσει η φωτιά τη Λεωφόρο Μαραθώνος.
Όσες πυρκαγιές κι αν θυμάμαι, η Πυροσβεστική – σε συνεργασία με το Δήμο και τους εθελοντές – έστηναν πάντα δύο «οχυρά προστασίας». Ένα στους πρόποδες του βουνού, ανάλογα με το σημείο που βρίσκονταν οι φλόγες και ένα στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Πάντα στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Αυτή τη φορά όμως η κεντρική λεωφόρος αφέθηκε στο έλεος του Θεού. Δεν ξέρω γιατί… Υποτιμήθηκε η σημασία της φωτιάς στο Νταού Πεντέλης; Δεν υπήρχαν επαρκείς δυνάμεις της Πυροσβεστικής λόγω των πυρκαγιών σε Κινέτα και Κάλαμο; Καμιά απάντηση δεν μοιάζει πειστική. Η ουσία είναι ότι τη στιγμή που οι φλόγες έφτασαν με απίστευτη ορμή στη Λεωφόρο Μαραθώνος, υπήρχε μόνο ένα πυροσβεστικό όχημα να παλεύει να τις αναχαιτίσει!
 

«Έβλεπες στροβίλους από χειροβομβίδες»

«Κάθε πεύκο που έπαιρνε φωτιά, μετατρεπόταν σε φονική μηχανή. Έβλεπες στροβίλους από χειροβομβίδες να φεύγουν προς κάθε κατεύθυνση, όχι μόνο προς τα εκεί που φύσαγε ο άνεμος. Σε πέντε λεπτά, η φωτιά έφτασε από τη Μαραθώνος στη θάλασσα»…
Με όσους κατοίκους του Ματιού κι αν μίλησα το τελευταίο διήμερο, όλοι είχαν την ίδια αφήγηση να μου δώσουν. Μπορούσε να αντιμετωπιστεί μια πυρκαγιά που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα τη στιγμή που στην περιοχή έπνεαν άνεμοι που έφτασαν ακόμη και τα 11 μποφόρ; Δεν ξέρω και δεν θα μάθουμε και ποτέ…
Αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι υπήρχε χρόνος να μην θρηνήσουμε τόσα πολλά θύματα. Να μην μετατραπεί το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι σε εκατόμβη νεκρών. Η φωτιά άναψε στο Νταού Πεντέλης και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς τον Βουτζά αρκετή ώρα πριν ακολουθήσει τη φονική της διαδρομή προς την παραλία. Άρα υπήρχε χρόνος να ενημερωθεί σωστά ο κόσμος, να υπάρξει μια συντεταγμένη εκκένωση της περιοχής. Να σωθούν ζωές…
Κανένας, όμως, δεν εκτίμησε σωστά την απειλή που ερχόταν. Και φυσικά κανείς δεν είχε φροντίσει όλα αυτά τα χρόνια να εκπονήσει ένα οργανωμένο σχέδιο εκκένωσης της περιοχής. Τόσες τραγωδίες έχουμε ζήσει σε αυτή τη χώρα και ακόμη οι πολίτες της παραμένουν στο έλεος του Θεού. Είτε μένουν λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, είτε στα πιο μακρινά χωριά του Έβρου και της Κρήτης, παραμένουν το ίδιο απροστάτευτοι απέναντι στη μήνη της φύσης που από την μεριά της έχει χίλιους λόγους να μας εκδικείται.


Ασύμμετρη είναι η υποκρισία όλων μας
 

Όχι, δεν υπάρχουν ασύμμετρα καιρικά φαινόμενα. Δεν είναι δυνατόν να επικαλούμαστε πάντα τη μανία της φύσης, όταν δεν έχουμε πάρει ως κράτος, ως τοπικές αρχές το παραμικρό μέτρο πρόληψης για την προστασία των συμπολιτών μας. Τη λέξη «πρόληψη» τη θυμόμαστε κάθε φορά πάνω από τάφους και νεκρούς.
Στο Μάτι άνθρωποι οδηγήθηκαν στο θάνατο, επειδή κανείς δεν είχε φροντίσει να τους εκπαιδεύσει τι πρέπει να κάνουν σε στιγμή κρίσης. Στο Μάτι άνθρωποι χάθηκαν επειδή η περιοχή είχε μετατραπεί εδώ και χρόνια σε μια τεράστια μπαρουταποθήκη λόγω των βουνών από ξερά χόρτα που σκέπαζαν τα οικόπεδα και τους δρόμους της.
Στο Μάτι άνθρωποι χάθηκαν επειδή το 2018 πευκόφυτες περιοχές σε όλη τη χώρα, παραμένουν στο έλεος του Θεού, καθώς κανένας αρμόδιος δεν έχει μεριμνήσει να τοποθετήσει ένα σύγχρονο και οργανωμένο δίκτυο δασοπυρόσβεσης.
Όχι, η φύση δεν σκότωσε στο Μάτι! Απλά εκμεταλλεύτηκε τη δική μας ανυπαρξία, τη δική μας υποκρισία, τη δική μας ανικανότητα…
 

Γιατί ρε γαμώτο…

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Δεν ξέρω, αν έχουν την παραμικρή σημασία αυτά που γράφω. Σας ζητώ εκ των προτέρων συγνώμη. Δεν έχω ούτε την καθαρή σκέψη, ούτε την ηρεμία να ταξινομήσω με ορθότητα τις λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό. Ψάχνω να βρω τρόπους να αντιμετωπίσω την οργή και την ντροπή που αισθάνομαι. Δε νομίζω ότι θα τα καταφέρω…
Απλά, με τρώει και ένα μεγάλο «γαμώτο». Ζώντας από κοντά αυτή την τεράστια αγκαλιά αγάπης και αλληλεγγύης που έχει απλωθεί γύρω από τον τόπο που μεγάλωσα, βιώνοντας στο πετσί μου την υπέροχη πλευρά του Έλληνα που στα δύσκολα θα δώσει ακόμη και το σπίτι του για να βοηθήσει έναν άγνωστο συνάνθρωπό του, αναρωτιέμαι «γιατί ρε γαμώτο χρειάζεται να βγάζουμε τον συγκεκριμένο μας εαυτό, μόνο μετά από τραγωδίες; Γιατί δεν μπορούμε να τον καταστήσουμε πρωταγωνιστή της καθημερινότητάς μας; Γιατί δεν μπορούμε να απλώνουμε μια χείρα βοηθείας, σεβασμού και αλληλεγγύης στο διπλανό μας, χωρίς να θρηνούμε την απώλεια ανθρώπινων ψυχών».
Το έχω ξαναγράψει με δεκάδες αφορμές στα κείμενά μου: Μην περιμένετε από κανέναν πολιτικό να αλλάξει τις ζωές μας. Μην περιμένετε από κανέναν πολιτικό να βγάλει αυτή την παρατημένη χώρα από το βούρκο. Οι πολίτες είμαστε μόνοι. Κρατήστε ο ένας το χέρι του άλλου. Βοηθήστε ο ένας τον άλλον να σταθεί στα πόδια του. Και βοηθήστε αυτή τη νέα γενιά, τη γενιά που κι εγώ έχω αποκαλέσει «γενιά του facebook» – το μεγαλείο της οποίας έζησα και εξακολουθώ να ζω  κάθε λεπτό που ακολούθησε την τραγωδία – να αλλάξει αυτή τη χώρα.

ΥΓ. Οφείλω ένα μεγάλο δημόσιο ευχαριστώ στον Δήμαρχο Ραφήνας, Ευάγγελο Μπουρνού. Δεν θα γίνει ποτέ διάσημος, δεν θα αποκτήσει ποτέ πέπλο προστασίας από τα media και είναι σίγουρο ότι σύντομα θα επιστρέψει στην ανωνυμία ενός συνηθισμένου «άρχοντα» της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν είναι Δήμαρχος του δικού μου Δήμου, αλλά αν τον συναντούσα θα έκανα αυτό που έπραξαν δεκάδες άνθρωποι που σώθηκαν από την τραγωδία το εφιαλτικό βράδυ της Δευτέρας, χάρη στη δική του παρουσία, χάρη στη δική του αυταπάρνηση: Θα του φιλούσα απλά το χέρι…  
Ειλικρινά, δεν ξέρω πόσα θύματα θα μετρούσαμε σήμερα, αν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος…
 

ΥΓ 2: Δεν υπάρχουν λόγια να απευθύνεις ένα γραπτό «ευχαριστώ» σε όλους τους Έλληνες, επώνυμους ή ανώνυμους για τη συμπαράστασή τους σε μια πόλη που καλείται να αναγεννηθεί από τις στάχτες της. Μια χάρη σας ζητώ μόνο. Κάντε μια προσευχή να περιοριστεί όσο το δυνατόν περισσότερο ο αριθμός των θυμάτων. Κάντε μια προσευχή για να ζήσουμε κι εμείς ένα θαύμα ανάλογο με αυτό της Ταϋλάνδης. Ο φόβος είναι μεγάλος. Το άγνωστο όσων έχουν συμβεί όχι μόνο στη στεριά, αλλά και στη θάλασσα μοιάζει με εφιάλτη. Μια προσευχή μόνο…

ΥΓ3: Μια τελευταία έκκληση σε όσους φορείς, συλλόγους, παράγοντες στάθηκαν από την πρώτη στιγμή στο πλευρό της πόλης μας. Φροντίστε να πιάσει τόπο ακόμη και το τελευταίο ευρώ των τεράστιων οικονομικών ποσών που διαθέτετε. Φροντίστε από μόνοι σας κάθε ευρώ να πάει στις οικογένειες των θυμάτων και να συμβάλλει στην αναστήλωση της περιοχής. Μην αφήσετε κανέναν άλλον να τα διαχειριστεί.

ΥΓ4: Δεν ξέρω ποιο είναι αυτό το παλικάρι που έχω στην κεντρική φωτογραφία του άρθρου. Όπου κι αν είναι, όμως, ο Θεός να τον έχει καλά. Κι αυτόν και όλους τους πυροσβέστες και τους διασώστες της πρώτης γραμμής που εντελώς αβοήθητοι από τους επικεφαλείς τους πάλευαν να σώσουν ζωές. Χωρίς ουσιαστικό πλάνο, χωρίς ουσιαστική καθοδήγηση. Μόνοι απέναντι στη φύση…

Σας ζητώ συγνώμη αν σας κούρασα. Να είστε καλά και ο Θεός να σας δίνει δύναμη και υγεία…  

Close
Το τηλεφώνημα που δεν θα ξεχάσω ποτέ...
Χρόνος ανάγνωσης: 8’