MENU

Ο πρώτος και απαράβατος όρος της δημοκρατίας είναι ο απόλυτος σεβασμός της άποψης της πλειοψηφίας. Με καταμετρημένο το 100% των ψήφων, το πατριωτικό κόμμα του Ζαΐρ Μπολσονάρο έλαβε το 46,03% των ψήφων, ήτοι 49.276.990 σταυρούς, σχεδόν 50 εκατομμύρια λαός εμπιστεύτηκε έναν εξαιρετικά αμφιλεγόμενο πολιτικό, τον «Βραζιλιάνο Τραμπ», όπως βαφτίστηκε. Τεράστιο, γιγάντιο, νούμερο για να αγνοηθεί ή για να υποτιμηθεί.

Ανάμεσα σε αυτούς, ηχηρά ονόματα του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, όπως ο Ριβάλντο, ο Ροναλντίνιο, ο Καφού, ο Ζιοβάνι, ο Ζάντσον, ο Φελίπε Μέλο, οι οποίοι πήραν ανοιχτά θέση υπέρ του ακροδεξιού κόμματος του πρώην στρατιωτικού με τις αιρετικές, σχεδόν φασίζουσες πεποιθήσεις και ο οποίος με τις κατά καιρού δηλώσεις του έδειξε υπέρμαχος της μισαλλοδοξίας, του φανατισμού, της βίας και του άκρατου εθνικισμού, έννοιες τις οποίες γαρνίρισε με το γνωστό τρίπτυχο περί πατρίδας, θρησκείας και οικογένειας.

Είναι αυτός που δήλωσε ότι δεν θα έμπαινε σε ένα αεροπλάνο που θα πιλοτάριζε μαύρος ή δεν θα πήγαινε ποτέ σε έναν μαύρο γιατρό, αυτός που δήλωσε ότι θα προτιμούσε να δει τον γιο του νεκρό, παρά gay, αυτός που χαρακτήρισε όλες τις γυναίκες πολιτικούς ως «πόρνες», αυτός που παρομοίασε ακτιβιστές με «ζώα που θα έπρεπε να πάνε πίσω στη ζούγκλα», αυτός που αποθέωσε δημόσια τον Κάρλος Μπριγιάντε Ούστρα υπεύθυνο του προγράμματος βασανιστηρίων στην εποχή της χούντας, αυτός που δήλωσε ότι οι αστυνομικοί πρέπει να έχουν το ελεύθερο να ρίχνουν στο ψαχνό σε κάθε περίσταση. Τι είναι λοιπόν που έκανε το 46% της Βραζιλίας να ταχθεί με το μέρος ενός πολιτικού με τέτοιες ιδέες, τι είναι αυτό που γοήτευσε και έκανε μερικούς από τους πιο διάσημους και global ποδοσφαιριστές της χώρας να ταχθούν επώνυμα με το μέρος του; Η απάντηση είναι απλή και πολύπλοκη συνάμα.

Η ψήφος υπέρ του Μπολσονάρο χαρακτηρίζεται από πολλούς ειδικούς ως ψήφος διαμαρτυρίας, μετά από 13 συνεχόμενα έτη διακυβέρνησης από κόμματα της αριστεράς που όχι μόνο δεν βελτίωσαν τις συνθήκες οικονομικής ανισότητας, αλλά κατακρημνίστηκαν / λερώθηκαν από πολλαπλά σκάνδαλα διαφθοράς. Ναι, αλλά πως μπορεί τύποι όπως ο Ροναλντίνιο που μεγάλωσε στην απόλυτη φτώχεια στην πιο κακόφημη συνοικία του Πόρτο Αλέγκρε κι έχασε τον πατέρα του από εργατικό ατύχημα σε ηλικία 8 ετών, πως μπορεί ο Ζιοβάνι που μεγάλωσε στις όχθες του Αμαζονίου, πως μπορεί ο Ριβάλντο από τις φαβέλες του Ρεσίφε, ο οποίος παιδί ακόμα έχασε τα περισσότερα δόντια του από την ασιτία να τάσσονται στο πλευρό του Μπολσονάρο, ο οποίος θα ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός τους αν δεν ήταν πλούσιοι και διάσημοι; Κάτι παραπάνω πρέπει να κρύβεται πίσω από μία απλή ψήφο διαμαρτυρίας.

Η πρώτη εξήγηση έχει πίσω της μία θρησκευτική χροιά. Παρότι Καθολικός στο θρήσκευμα Μπολσονάρο κατάφερε και πήρε με το μέρος του σχεδόν όλους τους Ευαγγελιστές, αφού διαφήμισε έντεχνα το γεγονός ότι πρόσφατα ταξίδεψε στο Ισραήλ και βαφτίστηκε στα νερά του Ιορδάνη ποταμού από έναν ευαγγελιστή πάστορα. Σε μία χώρα, όπου η θρησκευτική πίστη επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό όλες τις καθημερινές αποφάσεις, η ψήφος στον Μπολσονάρο πήρε και θρησκευτική χροιά.

Αυτό που αξίζει προσοχής όμως είναι η απότομη στροφή των εκπροσώπων του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας σε μία πιο συντηρητική πολιτική λογική, κάτι παράδοξο με την ιστορική πορεία του αθλήματος στην χώρα. Η Κορινθιακή Δημοκρατία (Democracia Corinthiana) μία ιδιότυπη μορφή δημοκρατικής διακυβέρνησης στην λήψη όλων των αποφάσεων -μέχρι και τον καταρτισμό της ενδεκάδας- με αρχηγό τον Σόκρατες στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στην Κορίνθιανς ήταν ουσιαστικά, το κίνημα αφύπνισης που οδήγησε στις πρώτες δημοκρατικές εκλογές στην χώρα μετά από δύο δεκαετίες. Οι συνδικαλιστικοί αγώνες του Αλφονσίνιο, ενός… αναρχοαυτόνομου ποδοσφαιριστή - γιατρού που τέθηκε στο περιθώριο από την Μποταφόγκο λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων, εν μέσω σκληρής δικτατορίας στις αρχές του ’70, αποτέλεσε την απαρχή για τα πρώτα ποδοσφαιρικά συμβόλαια στην χώρα, αφού μέχρι τότε οι ποδοσφαιριστές ήταν κτήμα των ομάδων τους!

Τι είναι αυτό που κάνει τώρα τα πιο εκλεκτά ποδοσφαιρικά τέκνα της χώρας να ταυτιστούν με τις ακραίες ιδέες του Μπολσονάρο; Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στην ενστικτώδη στροφή τους προς τον συντηρητισμό, τώρα που αποτελούν πια μέρος κι αυτοί της οικονομικής ελίτ της χώρας. Τώρα που η ανέχεια είναι μακρινό παρελθόν, μόνο η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης που υπόσχεται ο Μπολσονάρο μπορεί να τους εγγυηθεί ατομική ευημερία και διατήρηση του πλούτου τους.

Η στήριξη τους στο «πατριωτικό κόμμα» δεν δείχνει μία συνειδητή ιδεολογική απόφαση (άλλωστε μιλάμε για κλασικά απολιτίκ περιπτώσεις ανθρώπων που ουδέποτε είχαν εκφέρει / εκφράσει πολιτικό λόγο), παρά μία εγωιστική προσέγγιση, με ιδιοτελή κίνητρα.

Η κραυγή του Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, ενός ανθρώπου που φαινομενικά έχει το προφίλ του μέσου ψηφοφόρου του Μπολσονάρο, προς τον Ροναλντίνιο ήταν το άκρον άωτον μίας πολιτικής κόντρας που αίφνης μεταφέρθηκε στα ποδοσφαιρικά γήπεδα: «Ενοχλούμαι όταν ένας παίκτης ή πρώην παίκτης υποστηρίζει τη δεξιά. Ερχόμαστε από χαμηλά, είμαστε ο λαός. Πως πάμε από αυτήν την πλευρά; Πως μπορείς να υποστηρίζεις τον Μπολσονάρο, αδερφέ;».

Οι πολιτικές συζητήσεις είναι ατέρμονες. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Η ψήφος είναι ατομική, υποκειμενική, προσωπική. Η αλήθεια δεν είναι μία. Ο καθένας έχει και μία δική του.

Εδώ δεν εξετάζουμε αν ο Ριβάλντο, ο Ζιοβάνι και ο Ροναλντίνιο έκαναν καλά και στήριξαν τον Μπολσονάρο ή αν ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο έχει το δίκιο με το μέρος του. Ο αθλητής δεν (θα πρέπει) κρίνεται από το αν είναι αριστερός ή δεξιός, μα από το πόσο ενεργός πολίτης είναι. Δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον φάκελο που ρίχνει στην κάλπη, αλλά από την κοινωνική του συνεισφορά κάθε μέρα που περνάει.

Την ώρα που στην Βραζιλία η πολιτική πόλωση έχει χτυπήσει κόκκινο, στην μακρινή Μαγιόρκα ο Ράφα Ναδάλ έκανε κάτι πιο χειροπιαστό. Άφησε την ρακέτα στο σπίτι κι έπιασε σκούπα και σφουγγαρίστρα. Φόρεσε στολή εργασίας, αδιάβροχο, γαλότσες και βγήκε στον δρόμο για να λερωθεί, να φτυαρίσει λάσπες, να βοηθήσει το νησί του που δοκιμάζεται από την Θεομηνία, η οποία άφησε πίσω της τουλάχιστον 12 νεκρούς. Δεν ήταν απλώς μία σημειολογική κίνηση (που εξόχως προβλήθηκε από τα ισπανικά Μ.Μ.Ε. ως κάτι πολύ πιο μεγάλο από όλα τα γκραν-σλαμ που έχει κατακτήσει), αλλά μία ανθρώπινη πράξη αλληλεγγύης.

Ο κοινωνικός ρόλος του αθλητή είναι πολύ πιο σημαντικός και σύνθετος από ένα απλό ποστάρισμα στο Instagram, από καφέδες, εξόδους και χλιδάτη ζωή. Η εποχή του ημι-αγράμματου αθλητή που παράτησε το σχολείο για να κάνει πρωταθλητισμό και είναι κενός λοιπού περιεχομένου, γνωρίζοντας καλά μόνο να κλωτσάει μια μπάλα ή να την βάζει στο καλάθι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο ρόλος του επαγγελματία αθλητή, του σταρ είναι πια πολύ σημαντικός, κυρίως γιατί στα μάτια της κοινής γνώμης είναι πολύ πιο άφθαρτος (και ίσως πιο επιδραστικός) από οποιονδήποτε φορέα εξουσίας είτε πολιτικής είτε θρησκευτικής. Καιρός είναι να βγουν μπροστά. Να αφυπνίσουν συνειδήσεις, να βγουν μπροστά σε κοινωνικά ή φιλανθρωπικά ζητήματα, να πάρουν θέση σε θέματα που κάνουν… τζιζ, να τσαλακωθούν, να προσφέρουν.

Η προεκλογική στήριξη στον Μπολσονέρο, στον αντίπαλο του, Φερνάντο Χαντάντ ή σε οποιονδήποτε πολιτικό είναι πράξη κενή περιεχομένου, έστω κι αν αποτελεί στάμπα που δύσκολα βγαίνει. Η σκούπα του Ράφα είναι κάτι χειροπιαστό. Είναι προσφορά. Είναι παράδειγμα. Είναι το σωστό.

Όχι δεν θέλουμε άλλους «Ρίμπο», «Ρόνι» ή «Ζιό». Από Ράφα έχουμε ανάγκη….

Όχι άλλοι «Ρίμπο», «Ρόνι» ή «Ζιo». Από Ράφα έχουμε ανάγκη….
EVENTS