MENU

Η νίκη της Τζόρτζια Μελόνι και της Ακροδεξιάς στην Ιταλία μπορεί να χαρακτηριστεί με πολλούς τρόπους. Σίγουρα όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί έκπληξη.

Τα μηνύματα ήταν εκεί εδώ και καιρό για όποιον ήθελε να τα διαβάσει και δεν αφορούσαν μονάχα τους Ιταλούς, οι οποίοι τις τελευταίες δυο δεκαετίες έχουν έτσι κι αλλιώς δείξει μια ροπή προς λαϊκιστές και συντηρητικούς πολιτικούς (λέγε με Σίλβιο). Σε ολόκληρη την Ευρώπη το πρόβλημα της Ακροδεξιάς επανέρχεται δυναμικά και ανησυχητικά έστω κι αν μεταμφιέζεται σε λύση.

Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για αυτό. Κάποιες προφανείς. Το μεταναστευτικό για παράδειγμα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, εξακολουθεί να τρομάζει σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων που αναζητούν θαλπωρή και ασφάλεια στην πολιτική των κλειστών συνόρων (και είναι διατεθειμένοι να κλείσουν τα μάτια ακόμα και σε εγκλήματα που συντελούνται στο βωμό της συγκεκριμένης πρακτικής).

Ο ακτιβισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επίσης έχει τρομάξει πολλούς – woke culture, #metoo και άλλα παρεμφερή κινήματα δεν χωνεύονται εύκολα, ειδικά από τις κοινωνικές τάξεις που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα στην καθημερινότητά τους και αναζητούν εύκολους στόχους και εχθρούς: το διαφορετικό, ειδικά όταν επιδιώκει την ορατότητα και δεν παραμένει κρυμμένο στη γωνιά του, εκλαμβάνεται ως επιθετικό από εκείνους των οποίων η πραγματικότητα έχει αλλάξει προς το χειρότερο και η ρευστότητα του σύγχρονου κόσμου συχνά – νιώθουν ότι- τους αποκλείει από τις εξελίξεις.

Το κερασάκι στα παραπάνω είναι η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δώσει λύσεις και πειστικές απαντήσεις στις απανωτές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας. Παραμένει αργή και άτολμη, εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία μα κυρίως σε ηγεμονικές λογικές που σαμποτάρουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση και οδηγούν όλο και περισσότερους να αμφισβητούν το ευρωπαϊκό ιδεώδες.

Ο ρόλος των social media που γίνονται καθημερινά πλατφόρμες συνάντησης του μίσους και της άγνοιας εκατομμυρίων χρηστών, οι οποίοι όταν βρίσκουν τους όμοιούς τους αντλούν δύναμη και αποθρασύνονται πλήρως, είναι επίσης προφανής και καθοριστικός.

Και υπάρχουν και οι όχι και τόσο προφανείς εξηγήσεις. Το προσεκτικό καμουφλάρισμα των ακροδεξιών πολιτικών, που χαμογελούν περισσότερο, γίνονται όλο και πιο φωτογενείς, λιγότερο τρομακτικοί και λένε τα πιο φριχτά πράγματα με χαμόγελο και ήρεμη φωνή, η στήριξή τους από μεγάλα λόμπι, το ξέπλυμα τους μέσω του lifestyle της δύναμης της εικόνας, συνδυάζονται με την χρονική απόσταση από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που μεγαλώνει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι σημερινοί ψηφοφόροι που δεν έχουν ζήσει τον τρόμο του φασισμού, επιπλέον να μην τον έχουν διδαχτεί κιόλας, τουλάχιστον όχι επαρκώς παρά μονάχα με ακαδημαϊκό και μάλλον απόμακρο τρόπο. Μέσα στο μπερδεμένο τους μυαλό τους λοιπόν, η σημερινή, δύσκολη πραγματικότητα είναι σίγουρα χειρότερη από την εναλλακτική, ακόμα κι αν την εναλλακτική αποτελεί ο φασισμός ή κάποιας άλλης αφετηρίας ολοκληρωτισμός.

Υπάρχουν τέλος και υπόγειες κοινωνικές διεργασίες, που ξεκινούν από τον αντισυστημισμό και οδηγούν σε συγκλίσεις των άκρων, με κοινό τόπο την απέχθεια για τις ελίτ (και όχι μόνο τις οικονομικές), την άνευ όρων παράδοση στον λαϊκισμό των εύκολων λύσεων και την ολοένα και πιο ισχυρή πεποίθηση ότι η δημοκρατία είναι προβληματική και υπερτιμημένη.

Η σημερινή μορφή δημοκρατίας, η αστική φιλελεύθερη δημοκρατία δηλαδή, είναι πράγματι προβληματική. Αλλά δεν είναι διόλου υπερτιμημένη. Είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε σε πολιτικό σύστημα τη δεδομένη στιγμή και αξίζει να παλέψουμε για να βελτιωθεί και να αμβλυνθούν οι μεγάλες παθογένειές του.

Το ίδιο ισχύει και για τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση: με όλα τα προβλήματά της και τα μεγάλα λάθη της, παραμένει ο καλύτερος τόπος στον κόσμο για να ζεις.

Δεν έχω τα εργαλεία προκειμένου να προτείνω λύσεις σε σχέση με τον κίνδυνο της Ακροδεξιάς. Η αυτοκριτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που ενίοτε εξελίσσεται στο αυτομαστίγωμα) συνιστά ίσως μια καλή αρχή, πλην όμως μέχρι να καταλήξει κάπου αυτή η διαδικασία (αν καταλήξει), χρειάζεται να δούμε τι συμβαίνει και στην χώρα μας.

Προς το παρόν, η έλλειψη μιας προσωπικότητας λιγότερο γελοίας από τις καρικατούρες της Χρυσής Αυγής ή του Μπογδάνου, κρατά τους ψηφοφόρους ακροδεξιών αντιλήψεων «κρυμμένους» σε άλλα κόμματα. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Υπάρχουν και τρέφονται από τον φόβο, την ανασφάλεια, την αδυναμία προσαρμογής στα δεδομένα και τις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου. Ο στιγματισμός τους, το να τους δείχνουμε με το δάχτυλο δηλαδή, απλώς δυναμώνει τους δεσμούς τους. Και η προσπάθεια κατανόησης και αντιμετώπισης του θέματος χρειάζεται χρόνο και επιστημονική προσέγγιση – κοινωνιολογική, ψυχολογική, πολιτικής επιστήμης, ιστορική. Δεν βλέπω ουδεμία πρόθεση για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως διαπιστώνω μια μάχη «ταμπελών» και αλληλοκατηγόριας, την ώρα που οι λέξεις χάνουν την ουσία τους - η ευκολία με την οποία μιλάει κάποιος στη σημερινή Ελλάδα για «χούντα», «φασισμό», «ολοκληρωτισμό», «αυταρχισμό» κ.λπ. είναι το καλύτερο «πλυντήριο» για τους αληθινούς φασίστες και ταυτόχρονα αφαιρεί από όρους με βαριά σημειολογία κάθε πραγματικό περιεχόμενο και ουσία . Και κάτι χωρίς περιεχόμενο και ουσία δεν μπορεί να τρομακτικό, σωστά;

Κι όμως είναι τρομακτικό. Και ακόμη πιο τρομακτικό είναι το γεγονός ότι μοιάζουμε εγκλωβισμένοι σε έναν ξεπερασμένο δημόσιο διάλογο, σαν να περιμένουμε πότε θα εμφανιστεί μια Μελόνι να σηκώσει όλο το χαρτί.

Η Ακροδεξιά είναι το πρόβλημα, όχι η λύση
EVENTS