MENU

250 ευρώ. Αυτά ήταν και αν του αρέσουν. Ένα διαμέρισμα μικρό. Αυτό ήταν και αν του αρέσει. Οκτώ συγκάτοικοι: Εφτά Πορτογάλοι κι ένας από το Κάπο Βέρντε. Αυτοί θα ήταν και αν του αρέσουν. Η Λεϊσόες και όχι η Ρίο Άβε, όπως του είπαν όταν μπήκε στο αεροπλάνο. Εεε, τι να κάνουμε; Αυτή θα ήταν και αν του αρέσει. Η Λεϊσόες Β’, ούτε καν η πρώτη ομάδα αρχικά. Ναι, αυτό ήταν και αν του αρέσει.

Όχι, δεν του άρεσε. Σε ποιον θα φαινόταν ελκυστική μια τέτοια ζωή; Την αποδέχτηκε. Αν μη τι άλλο, θα σου πει, οι συγκάτοικοί του μιλούσαν Αγγλικά και μπορούσε να συνεννοείται. Αν μη τι άλλο φορούσε παπούτσια και θα γινόταν ποδοσφαιριστής. Ποιος ξέρει; Μπορούσε ακόμα-ακόμα να μοιάσει μια μέρα και σε εκείνον που εν αγνοία του, του κράτησε την ψυχή αμόλυντη τις δύσκολες ώρες στο Ματοσίνιος. «Η θλίψη μου ήταν απέραντη. Παρακολουθούσα με τις ώρες ή ακόμα και με τις μέρες βίντεο του Γιάγια Τουρέ στο youtube. Διάβαζα τα στατιστικά και την καριέρα του. Ήθελα να ακολουθήσω το μονοπάτι του, επειδή ως αθλητές είχαμε τις ίδιες αρετές. Και ως άνθρωποι; Κι εκείνος από το πουθενά ξεκίνησε και τώρα είναι ήρωας».

-Όταν λες πουθενά;

Στην απλή λογική – ενδεχομένως στενόμυαλη – του δυτικού κόσμου, κάπως έτσι περιγράφεται μια στην Αφρική. Ακόμα κι αν έχει 500.000 κατοίκους. Νότια, νότια, τέρμα νότια στη Νιγηρία βρίσκεται το Γουάρι. Πιάνει Ατλαντικό. Δεν είναι Λάγος για να πεις ότι μεγάλωσε με τον… εκμοντερνισμό μιας πρωτεύουσας, αλλά μια πετρελαιοπαραγωγική επαρχία, με όσα αυτό συνεπάγεται. Ο Άντερσον Εσίτι είναι το καμάρι του και το καμάρι του τον Φεβρουάριο του 2017 πάτησε «Wembley». «Έγινε πάρτι και όλοι χόρευαν. Ήθελαν με τον τρόπο τους να γιορτάσουν για την επιτυχία μου. Με πήραν τηλέφωνο και άκουσα πολύ κόσμο να ουρλιάζει και να κλαίει για την Γκεντ. Κατάλαβα ότι τα πάω καλά. Υπάρχουν πολλοί «Buffalos» (σ.σ. παρατσούκλι της Γκεντ) πλέον στο Γουάρι. Έχω μπει στην καρδιά τους».

Τρελό, έτσι δεν είναι; Το 2017 ο Εσίτι έπαιζε στο Wembley και έβγαζε σέλφι με τον Βίκτορ Βαγιανάμα για να είναι σίγουρος ότι θα έχει αναμνηστικά για όλη του τη ζωή. Περίπου πέντε χρόνια πριν πανηγυρίσει με τη βελγική ομάδα την πρόκριση μέσα στην Αγγλία, αγόραζε τα πρώτα του παπούτσια! Ένα puma και ένα Adidas! Αυτό ήταν και αν του αρέσει. Και παραδόξως και κόντρα στα τετριμμένα, όχι. Δεν του άρεσε καθόλου! Σιχαινόταν τα παπούτσια…

«Το ποδόσφαιρο δεν ήταν κομμάτι της ζωής μου για χρόνια, παρότι πάντα έπαιζα ξυπόλητος σε τουρνουά με τις ομάδες της γειτονιάς μου. Το σχολείο ήταν η προτεραιότητά μου και ειδικά του πατέρα μου. Κατέληξα να είμαι καλός μαθητής, γιατί πάντα και παντού ήθελα να είμαι ο καλύτερος. Με ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι επιστήμες και ήθελα να γίνω γιατρός ή μηχανικός. Οι αγώνες στη γειτονιά, όμως, ήταν πόλος έλξης για πολύ κόσμο. Υπήρχε ενδιαφέρον. Πολλές ερασιτεχνικές ομάδες ενδιαφέρθηκαν. Επέμεναν κι έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω. Με εκνεύριζαν αυτά τα ενοχλητικά παπούτσια, έχανα την αίσθηση της μπάλας. Τα παράτησα κατευθείαν. Ήταν πολύ πιο ικανοποιητικό να παίζω ξυπόλητος με τους φίλους μου, να νιώθω σαν Βραζιλιάνος στην παραλία. Μια μέρα είδα ένα ωραίο παπούτσια κάπου και είπα να δοκιμάσω, καθότι μια ομάδα επέμενε πάλι. Ο μπαμπάς μου, μου έδωσε ένα ευρώ για να το αγορά. Είναι ένα Adidas και έπρεπε να ψάξω να βρω κι ένα δεύτερο. Το δεύτερο ήταν Puma και προερχόταν από έναν φίλο του αδερφού μου, που είχε παίξει ποδόσφαιρο στην Γερμανία».

Αυτό ήταν! Ο Άντερσον Εσίτι πήγε… το marketing σε άλλο επίπεδο. Και την καριέρα του, επίσης.

Blessing στην Πορτογαλία!

Έχει ένα κάρο παρατσούκλια που τον ακολουθούν. Θηρία. Τέρας. Βράχος. Όλα σχετικά με τη σωματοδομή του και τη φυσική δύναμη που έχει. Ο ίδιος γελάει, όταν σκέφτεται τα αδέρφια του στη Νιγηρία. «Αν δεν ήμουν αθλητής στο κορυφαίο επίπεδο, πιθανότατα θα είχα κοιλίτσα σαν κι εκείνους», λέει. «Όλοι έχουμε το ίδιο σώμα, το έχουμε κληρονομήσει από τον πατέρα μου. Απλώς, εκείνοι έχουν λίπος!». Το Γουάρι είναι για τον Άντερσον ο τόπος του. Ένας τόπος γεμάτος θετικές αναμνήσεις, αλλά και ένας τόπος που τον πόνεσε. Περισσότερο από ποτέ όταν έφυγε. Γιατί η Ευλογία, όπως λεγόταν η αδερφή του, ήταν μαζί του, αλλά και δεν ήταν.

«Υπάρχουν τρεις γκρουπ πληθυσμού στο Γουάρι, όπου μεγάλωσα. Η οικογένειά μου ανήκει στους Ουρχόμπο. Έχουμε διαφορετική γλώσσα, διαφορετικά έθιμα όσο αφορά το ντύσιμο και τις συνήθειες στο γάμο. Ο πατέρας μου είναι πολυγαμικός και έχει τρεις συζύγους. Η μητέρα μου γέννησε συνολικά οκτώ παιδιά, τέσσερα εκ των οποίων είναι αγόρια. Εγώ είμαι ο μικρότερος και πάντα ήμουν ο χαϊδεμένος της. Όποτε έκλαιγα λίγο παραπάνω ή μούτρωνα, έτρωγα περισσότερο. Έχασα τη μεγαλύτερη αδερφή μου (σ.σ. ονομαζόταν Blessing) το 2012. Αρρώστησε και πέθανε. Ήταν πολύ δύσκολο γιατί είχα μόλις φύγει για Πορτογαλία. Ο Θεός με βοήθησε να διαχειριστώ την απώλεια. Ήταν σαν μια δεύτερη μητέρα για μένα και ήταν πάντα δίπλα μου».

Η οικογένειά του δεν πεινούσε. Ουδέποτε είχε ανέσεις, ουδέποτε μεγάλωσε με το στερεότυπο της αστικής, ευρωπαϊκής τάξης, αλλά ούτε και με το στερεότυπο (που έχει η αστική, ευρωπαϊκή τάξη) για κάθε αφρικανική οικογένεια. Φαγητό υπήρχε, σπίτι υπήρχε, εκπαίδευση υπήρχε και για τον Άντερσον Εσίτι υπήρχαν και όνειρα. Όταν έπαιζε ήθελε τη φανέλα με το νούμερο «10» για να μοιάζει στον Ρονάλντο και τον Ροναλντίνιο. Ήθελε να έχει ελεύθερο ρόλο, να τρέχει, να ντριμπλάρει να σκοράρει, να βρίσκεται παντού. Μέχρι που του είπαν ότι για να παίξει σε ομάδα δε γίνεται να παίζει τόσο ατομικά, τόσο ακανόνιστα. Δε γίνεται να είναι παίκτης του δρόμου! Ο Άντερσον έψαχνε θέση. Κι ενώ την έψαχνε ήρθε η ευκαιρία του.

«Μετά τον τελικό ενός τουρνουά στο δρόμο, ο Εμαριοτζάκε κι εγώ ενημερωθήκαμε ότι μας ζητάει η Ρίο Άβε στην Πορτογαλία και θα πάμε εκεί. Ο πατέρας μου συμφώνησε, με τον όρο να πάρω μαζί μου και το σχολικό μου πτυχίο. Να έχω μια επιλογή, αν κάτι πήγαινε στραβά. Πάθαμε μεγάλο σοκ όταν ανακαλύψαμε ότι δε θα παίξουμε στη Ρίο Άβε, αλλά δε μια ομάδα δεύτερης κατηγορίας, τη Λεϊσόες. Ο Λάκι έφυγε μετά από μια μέρα. Ήμουν απαρηγόρητος. Ήταν μόλις 18 ετών και πολύ ντροπαλός. Έμενα σε ένα διαμέρισμα με εφτά Πορτογάλους και ένα αγόρι από το Κάπο Βέρντε. Με εκτίμησαν όταν διαπίστωσαν την αφοσίωσή μου το ποδόσφαιρο. Μας έδιναν φαγητό, αλλά με το ζόρι έπαιρνα 250 ευρώ το μήνα. Κράτησα το κίνητρό μου. Δεν επιτρεπόταν να απογοητεύσω την οικογένειά μου. Μια μέρα θα τα κατάφερνα».

Είχε δίκιο… Άρχισε να παίζει με τη Λεϊσόες και πήρε αύξηση! 500 ευρώ το μήνα, ένα ουάου είναι πρέπον στην περίσταση. «Ήμουν σε αυτή τη θέση για να μπορώ να συμβουλέψω τα νέα παιδιά: Τα λεφτά δεν πρέπει ποτέ να είναι κριτήριο στο ξεκίνημα της καριέρας τους. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουν αυτό». Ο Άντερσον Εσίτι άρχισε να φτιάχνει το όνομά του.

Η Στουτγκάρδη τον ζήτησε, αλλά δεν μπορούσε να πάει λόγω άδειας εργασίας. Έφτασε μέχρι το αεροδρόμιο με το διαβατήριό του και γύρισε πίσω άπραγος. Η Σπόρτινγκ τον ζήτησε και η Λεϊσόες αρνήθηκε. Πήρε αύξηση και έφτασε να αμείβεται με 15.000 ευρώ το μήνα. «Με μια υπογραφή και μπορούσα να κάνω την οικογένειά μου πλουσιότερη. Δεν μπορούσα, όμως, παρά να σκέφτομαι: Μήπως έχασα την ευκαιρία μου; Μήπως δε θα περάσει ξανά το τρένο. Είχα διδαχτεί, όμως, το νόμο του δρόμου: Ο σκληρότερος επιβιώνει».

Έτσι επιβίωσε! Κι όχι μόνο επιβίωσε, αλλά θριάμβευσε. Το 2014 πήγε στην Εστορίλ και άρχισε να γίνεται γνωστός σε ολόκληρο την Ευρώπη. Έπαιξε ρόλο και η συμβουλή του γυμναστή της πορτογαλικής ομάδας, ο οποίος του απαγόρευσε να κάνει οποιαδήποτε άσκηση με βάρη. Μόνο το βάρος του σώματός του, ώστε να αποκτήσει ευλυγισία και να μην σφίξει περισσότερο. Το όνομά του έπαιξε σε μεταγραφικά σενάρια από τον Παναθηναϊκό και την Αϊντχόβεν, μέχρι την Ντόρτμουντ και Παρί Σεν Ζερμέν. Και παρότι ο Εσίτι δεν σταμάτησε και δεν έχει σταματήσει να ονειρεύεται την Premier League, θέλει να το πάει βήμα-βήμα.

Το 2016 υπέγραψε για τέσσερα χρόνια στην Γάνδη. Φοβόταν αρχικά τον Χέιν Φανχάζεμπρουκ, ήταν μαζεμένος, ντροπαλός. Όταν ανέλαβε ο Ίβες Βάντερχέγκε, απελευθερώθηκε. «Μπορείς να δεις τρεις παίκτες να κρέμονται πάνω του κι εκείνος να μην πέφτει», θα έλεγε ο προπονητής του, με τον Άντερσον να νιώθει καλύτερα μέρα με τη μέρα και να ξεπερνάει ακόμα και τον εκνευρισμό του, που όλα έκλειναν στις 6μ.μ. και δεν είχε τι να κάνει στην πόλη. «Στην αρχή δεν τολμούσα να κουνηθώ. Είμαι εκ φύσεως ντροπαλός. Ξέρω να επιβιώνω. Και τώρα με έκαναν ένα με το γκρουπ. Τραγουδάω μόνος μου στα αποδυτήρια, κάτι που δεν έγινε ούτε μια φορά στην Πορτογαλία. Είμαι ευτυχισμένος. Νιώθω σαν στο σπίτι μου, χορεύω και σφυρίζω μελωδίες. Είμαι, πλέον, πιστός στα αφρικανικά έθιμα: Η ζωή είναι διασκέδαση. Είμαι στ’ αλήθεια ευτυχισμένος».

Του είπαν, λοιπόν, να τραγουδήσει. Κι αν του άρεσε! Όπως προέκυψε, του άρεσε. Για το καλό όλων, ας μην τον αναγκάσει και ο ΠΑΟΚ να το κάνει. Ο Άντερσον Εσίτι μπορεί στο γήπεδο να είναι ταλαντούχος, όσο και τρομακτικός, αλλά στο τραγούδι είναι μόνο τρομακτικός…

The beauty... in the beast!
EVENTS