MENU

Είναι ένας οργανισμός που αποπνέει καψούρα σε κάθε του ανάσα. Δεν μπορείς απλά να υποστηρίζεις την ΑΕΚ. Πρέπει να είσαι χοντρός καψούρης για να τρέχεις ξοπίσω της και να την ακολουθείς σε κάθε της βήμα.

Η καψούρα είναι περίεργη έννοια. Υπερβατική. Ακραία. Σε κάνει να ξενυχτάς, να πίνεις, να αδειάζεις πακέτα τσιγάρα, να ονειροπολείς, να ακροβατείς, να μένεις εκεί κολλημένος, αλλά και να μην μπορείς να δεις μπροστά σου, στα δυο μέτρα.

Ολόκληρη η ιστορία της ΑΕΚ είναι χοντρές καψούρες. Ο Θωμάς, ο Λουκάς, ο Νέστορας, ο Μίμης, ο Ντέμης, ο Ντούσαν, ο Τίγρης -σίγουρα ξεχνάω δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες άλλους- ήταν κάτι παραπάνω από παίκτες, από προπονητές ή από ιδιοκτήτες. Ήταν σύμβολα. Και η ΑΕΚ προσπαθούσε να ετεροπροσδιοριστεί από αυτούς, ζώντας στην εποχή τους.

Την καψούρα δεν την ξεχνάς ποτέ, μπορεί να είναι παντρεμένη, αλλού, σε άλλη χώρα, σε άλλη ήπειρο, να έχει γεράσει, να μην σε θυμάται καν, η ωραία Ελένη μπορεί πια να είναι τώρα γριά αλλά εσύ εκεί. Αυτός είναι ο λόγος που σε κάθε μεταγραφική περίοδο θα μαθαίνεις τα νέα του Νάτσο Σκόκο, θα διαβάζεις για τον Τσίνο, τον Πόνσε, τον Βράνιες. Δεν έχει σημασία αν υπάρχει ρεαλιστικό σενάριο, να σμίξεις ξανά, η καψούρα είναι υπερβατική, σε αυτή δεν έχει θέση η λογική.

Από την ημέρα της περίφημης «προδοσίας» του Ντούσαν Μπάγεβιτς, η ΑΕΚ, οι διοικητικοί της ηγέτες, ο κόσμος της, όλος ο οργανισμός της ορκίστηκε να μην πέσει ποτέ ξανά στην παγίδα της προσωπολατρίας.

Όλοι όσοι κάθισαν στον πάγκο της έγιναν δεκτοί με επιφυλακτικότητα, με καχυποψία, με αυστηρότητα. Ήταν πάντα σε δεύτερο πλάνο και σπάνια στο απυρόβλητο. Ακόμα και προπονητικές αυθεντίες όπως ο Φερνάντο Σάντος ή ο Λορένθο Σέρα Φερέρ δεν ενσωματώθηκαν ποτέ ομαλά στο DNA της ΑΕΚ, ήταν κάτι αναλώσιμο, περαστικοί από την Ένωση.

Κι έπειτα ήρθε εκείνος. Ένας τρελό-Ισπανός, με τσαγανό, με πολεμικό προφίλ, καμία σχέση με τους γνωστούς κουστουμέ και καθωσπρέπει προπονητές. Ο Δον Μανόλο δεν ήρθε από το πουθενά, είχε στο παλμαρέ του 354 ματς με την φανέλα της Σεβίλλης, ένας club-legend, ένας αριστερός μπακ που κλωτσούσε ακόμα και την μάνα του και απολάμβανε να ακούει από την εξέδρα το σύνθημα «Manolo Jimenez, que cojones tienes». Ένας τύπος που σε τρεις θητείες στην Ένωση άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμα του στην ομάδα, περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλον τα τελευταία χρόνια.

Το πέτυχε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ως άλλος μοριακός βιολόγος μπήκε και προσπάθησε να αλλάξει το DNA της. Η ΑΕΚ ήταν πάντα elegant στο χορτάρι. Γοητευτική. Τεχνικά άρτια. Όποτε κέρδιζε, το έκανε με την σφραγίδα του ποιοτικού, του όμορφου, του επιθετικού ποδοσφαίρου.

Ο Λόλο έκανε κάτι παράτολμο, ίσως γιατί σε αυτό είναι καλός: προσπάθησε να την αλλάξει. Να την σκληρύνει. Να την φανατίσει. Να την γεμίσει με παίκτες που θα μάτωναν στο γήπεδο, ακόμα και αν δεν ήταν τεχνικά οι πιο άρτιοι. Να την γεμίσει με φλόγα, ένταση, επιθυμία.

Στις καψούρες είσαι σχεδόν πάντα αδύναμος. Εκείνος που έφυγε ως… «παπατζής», επέστρεψε ως σωτήρας μερικά χρόνια αργότερα, γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Όσοι είχαν καθίσει στον ίδιο πάγκο στο μεσοδιάστημα έφυγαν χωρίς να ακούσουν ποτέ το όνομα τους από την κερκίδα, δίχως να κάνουν γκελ.

Κι όπως συμβαίνει πάντα στις σχέσεις με μεγάλη καψούρα προέκυψαν πολλά highs κι ακόμα περισσότερα lows. Το πρωτάθλημα, οι επαγγελματικοί / οικονομικοί / οικογενειακοί λόγοι που έφεραν το περσινό διαζύγιο, τα λόγια αγάπης, ένταση, πολύ ένταση.

Ο Μανόλο γύρισε για τρίτη φορά γιατί κανείς δεν μπορούσε να ζήσει χώρια από τον άλλον για πολύ καιρό. Έτσι όπως είχε γίνει η ΑΕΚ ήταν μία ομάδα καθαρά του Μανόλο, μόνο με αυτόν μπορούσε να λειτουργήσει αυτό το υλικό. Έτσι όπως είχε γίνει ο Μανόλο, μόνο στην ΑΕΚ μπορούσε να βγάλει τον καλύτερο εαυτό του. Στο κυριλέ περιβάλλον της Λας Πάλμας άντεξε μερικούς μήνες, ίσως η μπογιά του να μην περνάει πια στα πάτρια εδάφη.

Η ΑΕΚ το προσπάθησε. Το προσπάθησε πολύ. Επιχείρησε να κόψει τον ομφάλιο λώρο εξάρτησης με την φιλοσοφία του Χιμένεθ, όταν επέλεξε τον Μαρίνο Ουζουνίδη και ήλπισε σε μία αλλαγή προφίλ. Ένα στιλ πιο επιθετικό, πιο αλέγρο, πιο ελεύθερο, πιο ΑΕΚ, μία προσπάθεια βαθιάς ενδοσκόπησης για επιστροφή στις πραγματικές ρίζες της Ένωσης.

Όταν το εγχείρημα απέτυχε, το πρώτο νούμερο που σχηματίστηκε αυτόματα στο καντράν ήταν του πρώην που ήταν σαν να μην έφυγε ποτέ. Τα μεθυσμένα μηνύματα για επανασύνδεση μες την νύχτα όμως, σπάνια έχουν αίσιο φινάλε.

Ο Μανόλο Χιμένεθ αποτελεί για τρίτη φορά παρελθόν από την Ένωση, δεν έχει πια νόημα να ψάξουμε ποιος φταίει περισσότερο και ποιος λιγότερο. Δεν έχει πια σημασία να ζυγίσει κανείς συμπεριφορές, να μιλήσει για λάθη ή σωστά. Εξάλλου, οι δρόμοι των δυο τους μπορεί και να ξανασμίξουν, τις μεγάλες καψούρες δεν τις ξεχνάς ποτέ, είναι σφηνωμένες για πάντα στο πίσω ή το μπροστά μέρος του μυαλού.

Αν αποκωδικοποιούσε κανείς προσεκτικά τα λόγια του Δημήτρη Μελισσανίδη στην πρόσφατη συνεύρεση του με δημοσιογράφους στα γραφεία της Aegean θα μπορούσε να δει μία νέα προσπάθεια για να ξεκολλήσει η ΑΕΚ από τις καψούρες του παρελθόντος. Να αλλάξει στιλ, να προσπαθήσει να αναβιώσει τα παλιά, να αλλάξει φιλοσοφία εντός γηπέδου. Να αφήσει την σφιχτή ΑΕΚ του 1-0 και να ξαναβρεί την ΑΕΚ του 4-3 ή του 3-4. Να την ξανακάνει συνώνυμη με το ελκυστικό ποδόσφαιρο, να την ξανακάνει θελκτική στο ουδέτερο μάτι. Ζόρικα κόλπα…

Με βάση τα συγκεκριμένα θέλω, η στροφή στον Μιγκέλ Καρντόσο που βρίσκεται στην pole position για την ανάληψη της τεχνικής της ηγεσίας δεν είναι παράλογη. Το βιογραφικό του είναι πάνω-κάτω γνωστό, αυτό όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι οι μικρές λεπτομέρειες που φωτογραφίζουν την προπονητική του ταυτότητα.

Αρχικά γυμναστής, μετέπειτα βοηθός του Κάρλος Καρβαλιάλ, βοηθός του Ντομίνγκος Πασιένσια στην καλύτερη Μπράγκα όλων των εποχών, αλλά και στην αποτυχημένη συνέχεια σε Λα Κορούνια, βοηθός του Πάουλο Φονσέκα στην Σαχτάρ Ντόνετσκ και μόλις δύο χρόνια προπονητής, όπου έζησε τα πάντα. Το απόλυτο όνειρο στην ρούκι σεζόν του στην Ρίο Άβε (5ος την σεζόν 2017-18) και δύο συνεχόμενα χαστούκια με απογοητευτικά αποτελέσματα σε Ναντ και Θέλτα.

Για τον Καρντόσο δεν υπάρχει μέση οδός. Η φιλοσοφία του είναι ξεκάθαρη. Θέλουμε την μπάλα. Στην ονειρώδη του σεζόν στην Ρίο Άβε, η ομάδα του είχε ποσοστό κατοχής 57,6% το δεύτερο υψηλότερο σε όλη την λίγκα. Η ομάδα του έπαιζε ανοιχτά, θαρραλέα, σχεδόν αυτοκτονικά απέναντι σε όλα τα μεγαθήρια (Μπενφίκα, Πόρτο, Σπόρτινγκ) κι ας μην είχε τα ίδια όπλα. Ήταν ευχάριστη στο μάτι, πίεζε ψηλά για να ανακτήσει άμεσα την μπάλα, αμυνόταν με την άμυνα στην σέντρα, είχε ένταση στο παιχνίδι της.

Εκεί που κατάφερε να περάσει το πιστεύω του και την φιλοσοφία του, έκανε θαύματα. Εκεί που δεν βρήκε ευήκοα ώτα, τα αποτελέσματα ήταν άθλια. Με την Ναντ έκανε μία νίκη σε 8 ματς και απολύθηκε αφήνοντας τα καναρίνια στην 19η θέση. Στην Θέλτα -λίγους μήνες αργότερα- ακόμα χειρότερα, πήρε 11 πόντους από 15 παιχνίδια και παραλίγο να την στείλει στα Τάρταρα. Επίσης απολύθηκε.

Ωστόσο, η ποιότητα μέσα του είναι ορατή. Ξεχειλίζει. Όταν η Ναντ του έδειξε την πόρτα της εξόδου, εκείνος στο αποχαιρετιστήριο μήνυμα χρησιμοποίησε τα λόγια του Γάλλου φιλοσόφου, Αλμπέρ Καμύ: «Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα ανίκητο καλοκαίρι».

Στην μέση του καλοκαιριού, η ΑΕΚ ανακαλύπτει μέσα της έναν ανίκητο χειμώνα. Δίνει μία αόρατη, εσωτερική μάχη ανάμεσα στο σήμερα και στο χθες. Θέλει να αλλάξει, αλλά οι καψούρες πάντα θα βρίσκονται εκεί να στροβιλίζουν το μυαλό. Είναι η φύση της έτσι, αυτό δεν γίνεται να αλλάξει…

Πώς γιατρεύεις την καψούρα;
EVENTS