MENU

Συμβαίνει συχνά να σου στέλνει η ζωή σημάδια. Και συμβαίνει συχνά να τα αγνοείς παντελώς, ανυποψίαστος για το τι σε περιμένει στο μέλλον. Το προηγούμενο καλοκαίρι, ο Γιόζιπ Μίσιτς ήρθε στην Ελλάδα. Έπαιξε 90 λεπτά απέναντι στον Ολυμπιακό, η Ριέκα αποκλείστηκε στις διπλές αναμετρήσεις για τα προκριματικά του Champions League και… κατέπεσε στο Europa. Έτσι, τον Σεπτέμβριο ο Κροάτης αντιμετώπισε ακόμα μια ελληνική ομάδα. Απέναντι στην ΑΕΚ αγωνίστηκε 81 λεπτά, ενώ δεν ήταν στην αποστολή για το δεύτερο ματς. Τα σημάδια ήταν εκεί. Κάποιος, κάτι, με κάποιο τρόπο του «φώναζε» για την Ελλάδα. Ουδεμία υποψία θα μπορούσε να έχει για το μέλλον του, όταν τον Ιανουάριο του 2018 υπέγραφε για 5,5 χρόνια στη Σπόρτινγκ Λισσαβώνας! Ποια Ελλάδα, δηλαδή;

Υπόθεση πολύ… οικογενειακή

Στο σπίτι τους, πίσω στο Βινκόβσκι, οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Ο Ιβάν Μίσιτς έχει τη δική του φάρμα. Καλλιεργεί καλαμπόκι, σιτάρι και έχει τα δικά του ζώα. «Αν δεν ήμουν ποδοσφαιριστής, θα ήμουν εκεί σκάβοντας τη γη και φροντίζοντας τα γουρούνια», λέει γελώντας ο Γιόζιπ, όμως οι οικογενειακές συγκεντρώσεις στα ανατολικά της Κροατίας, εκεί κοντά στα σύνορα με τη Βοσνία, έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό από την αγροτική ζωή. Ειδικά, όταν ο νέος παίκτης του ΠΑΟΚ και ο Ματίγια πιάσουν τις ρακέτες τους και εφορμήσουν στο κοντινότερο γήπεδο τένις.

«Με κερδίζει μόνο όταν τον αφήνω», σχολιάζει δεικτικά ο 27χρονος Ματίγια, με τον Γιόζιπ να ενίσταται. «Ναι, είναι καλύτερός μου. Αλλά όταν τον κερδίζω είναι με την αξία μου». Κατά κάποιο τρόπο το τένις είναι η εύκολη διαδικασία που περνάει η οικογένεια. Τα δύσκολα έρχονται με το ποδόσφαιρο, όταν ο Ιβάν, η Άνα και ο τρίτος αδερφός τους, ο Ντούρο, πρέπει να διαλέξουν ποιον θα υποστηρίξουν στις αναμετρήσεις τους. Ευτυχώς, δεν ήταν πάντα έτσι και ευτυχώς μοιράζονται μια αμοιβαία εκτίμηση για το ταλέντο τους.

«Ο Γιόζιπ είναι σπουδαιότερο ταλέντο από μένα, αλλά μοιάζουμε ως παίκτες», παραδέχεται ιπποτικά ο μεγάλος, με τον μικρό να προσθέτει: «Ο Ματίγια είναι ο καλύτερος παίκτης της ομάδας του και δεν το λέω επειδή είναι ο αδερφός μου, αλλά επειδή είναι η αλήθεια». Από εκεί, λοιπόν, ξεκινάει η ιστορία. Ο Γιόζιπ Μίσιτς ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο τεσσάρων χρονών ακολουθώντας τα χνάρια του Ματίγια. Οι πρώτες τους αναμετρήσεις ήταν στα σχολικά προαύλια, όπου προτιμούσαν να είναι συμπαίκτες παρά αντίπαλοι και αργότερα βρέθηκαν να παίζουν αμφότεροι στην Όσιγιεκ. Ήταν μια μοναδική εμπειρία, η οποία ωστόσο δεν κράτησε παραπάνω από δύο σεζόν και συνολικά δέκα ματς.

«Ήταν να μπορούσα να διαβάσω το μυαλό του μέσα στο γήπεδο. Λάτρευα να παίζω μαζί του», εξιστορεί ο Γιόζιπ, αλλά για να πιάσουμε και πάλι λίγο την αγροτική ζωή που ξεχάσαμε, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια και με τον καιρό ήρθε η στιγμή που θα έπαιζαν αντίπαλοι. Το 2016, ήταν η πρώτη φορά. «Θα είναι λίγο παράξενο, αλλά δεν υπάρχει χώρος για τέτοιες σκέψεις. Είναι ένα ματς όπως τα άλλα. Το μόνο που δεν ξέρω, είναι ποιον θα αποφασίσει η οικογένεια να υποστηρίζει».

Η λευκή ισοπαλία στην αναμέτρηση της Ριέκα με την Τσιμπάλια, σε ένα ματς στο οποίο αμφότεροι ήταν βασικοί και βγήκαν αλλαγή με πέντε λεπτά διαφορά (σ.σ. λες και είχαν ζητήσει να αποχωρήσουν νωρίτερα για να προλάβουν το δείπνο) άφησε την οικογένεια ικανοποιημένη. «Η μαμά μου είναι η κλασική μαμά. Θα σου πει ότι η μισή της καρδιά είναι με μένα και η άλλη μισή με τον Ματίγια. Είναι ειλικρινής. Εκείνο που δεν αντέχει, ωστόσο, είναι όταν τσακωνόμαστε μετά τα ματς! Τότε, μπορεί να νευριάσει πολύ μαζί μας».

Στα χρόνια που ακολούθησαν εκείνο το ματς της 11ης Σεπτεμβρίου του 2016, ο Ματίγια και ο Γιόζιπ έπαιξαν αντίπαλοι ακόμα πέντε φορές! Το άθροισμα των τερμάτων ήταν συντριπτικό. Η Ριέκα κέρδισε σε όλες τις αναμετρήσεις με συνολικά γκολ 18-1. Ο μικρός είχε πάρει τον αέρα του μεγάλου, η μαμά ήταν σε απόγνωση. Κάποιος έπρεπε οπωσδήποτε να μην τους επιτρέψει να πάνε ξανά για τένις…

Το τέλος του μαρτυρίου!

Ο Ματίγια Μίσιτς, ο οποίος ακόμα αγωνίζεται στην Τσιμπάλια, συνέχισε να χάνει από την Ριέκα. Έχασε στις 18 Μαρτίου του 2018 με 5-1, αλλά τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν είχε τον μικρό να τον δουλεύει. Ο Γιόζιπ, όπως φαίνεται να το έχει η μοίρα του σε όλη τη διαδρομή της καριέρας του, είχε πάρει μεταγραφή τον Ιανουάριο για τη Σπόρτινγκ Λισσαβώνας. Η Ριέκα, η οποία τον Δεκέμβριο του 2014 τον είχε αγοράσει με 200 χιλιάδες ευρώ από την Όσιγιεκ τον πουλούσε με ένα ποσό πάνω από δέκα φορές μεγαλύτερο. Ο Κροάτης μέσος στα 24 του χρόνια έπαιρνε τη μεγάλη του ευκαιρία, υπέγραφε για 5,5 χρόνια στην πορτογαλική ομάδα και ονειρευόταν μια ανάλογη συνέχεια.

Στη Λισσαβώνα δεν ήταν εύκολα. Η προσαρμογή δεν τον δυσκόλεψε, ξεκίνησε κατευθείαν μαθήματα της γλώσσας, ενώ είχε και την εμπειρία από την Ιταλία (σ.σ. έπαιξε μια σεζόν στην Σπέτσια), που τον είχε ωριμάσει ως άνθρωπο. Τα δύσκολα ήταν αγωνιστικά. Έπαιξε μόλις σε έξι ματς μέχρι το καλοκαίρι, δέχτηκε την επίθεση των οπαδών της Σπόρτινγκ στο προπονητικό κέντρο παραμονές του τελικού με την Ρίο Άβες και συνέχισε στην ανυποληψία και τη φετινή σεζόν.

Όταν έψαχνε μια διέξοδο για την καριέρα του, θυμήθηκε εκείνη την επαναλαμβανόμενη σύμπτωση της προηγούμενης σεζόν. Εκείνη η Ελλάδα που πεταγόταν συνεχώς μπροστά του σαν εκνευριστικό αναδυόμενο διαφημιστικό παράθυρο την ώρα που προσπαθείς να δεις πειρατικά το el Clasico στο διαδίκτυο, τώρα έμοιαζε ελκυστική. Σαν τη διαφήμιση που ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι σε ενδιαφέρει και δεν αναζητάς εναγωνίως πού βρίσκεται εκείνο το καταραμένο το «x» για να την εξαφανίσεις και να δεις πάλι τον Μέσι να ντριμπλάρει. Τώρα, μπορείς να δεις και τον Μίσιτς να σκοράρει...

Ο Γιόζιπ, η γκολάρα και μια ρακέτα στο χέρι!
EVENTS