MENU

Το ημερολόγιο έγραφε 29 Μαΐου του 1991. Ήταν δεδομένο: σε μερικά λεπτά, το βαρύτιμο τρόπαιο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών θα υψωνόταν στον ουρανό του Μπάρι της Ιταλίας. Το μόνο που έμενε να ξεκαθαρίσει ήταν μια λεπτομέρεια: ποια θα ήταν η ομάδα που θα το σηκώσει. Αν ο Ρόμπερτ Προσινέτσκι ευστοχούσε στο τελευταίο πέναλτι του Ερυθρού Αστέρα τότε η φοβερή και τρομερή ομάδα της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας θα ολοκληρώνε την έκπληξη και θα ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Όταν ο Προσινέτσκι έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα, ο Ρέφικ Σαμπανάτζοβιτς έκανε το ίδιο με τους υπόλοιπους συμπαίκτες του: άρχισε να πανηγυρίζει σαν τρελός και παλαβός. Ο 26χρονος τότε μέσος ζούσε τη μεγαλύτερη στιγμή της επαγγελματικής του καριέρας: ήταν πρωταθλητής Ευρώπης. Και μάλιστα σαν βασικός όχι μόνο στον μεγάλο τελικό με την Μαρσέιγ αλλά και σε όλη την πορεία της ομάδας του μέχρι τον τελικό.

Θα περίμενε κανείς πως ο επόμενος σταθμός στην καριέρα ενός εν δυνάμει πρωταθλητή Ευρώπης θα ήταν ένα μεγάλο πρωτάθλημα. Ο «Σάμπα» ωστόσο έμελλε να γράψει αλλού ιστορία: αν με τον Ερυθρό Αστέρα βίωσε την καλύτερη εποχή της ποδοσφαιρικής ζωής του, θα ήταν η Νέα Φιλαδέλφεια και τα επόμενα πέντε χρόνια, ο τόπος και ο χρόνος που θα βίωνε τη μεγαλύτερη λατρεία της καριέρας του προς το πρόσωπό του.

Το όνομα «Σαμπανάτζοβιτς» δεν υπήρξε ποτέ αδιάφορο για κανέναν ΑΕΚτζή από τη μέρα που ο Βόσνιος πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα. Είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο. Αγαπήθηκε στα 5 χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της ΑΕΚ. Μισήθηκε όταν το καλοκαίρι του 1996 αποφάσισε να γίνει ο μοναδικός ποδοσφαιριστής από το ρόστερ εκείνης της ομάδας που απάντησε θετικά στην πρόταση του Ντούσαν Μπάγεβιτς να τον ακολουθήσει στον Ολυμπιακό. Ευτυχώς, σε αντίθεση με τα συναισθήματα του κιτρινόμαυρου κόσμου για τον Μπάγεβιτς, το μίσος που παρήχθη στην Νέα Φιλαδέλφεια για τον «Σάμπα» είχε ημερομηνία λήξης.

Η μία και μοναδική του χρονιά στον Ολυμπιακό ήταν η προτελευταία του πριν φύγει για τις ΗΠΑ και σταματήσει τη μπάλα για πάντα: ο χρόνος έσβησε πολύ εύκολα από τις ΑΕΚτζήδικες συνειδήσεις την παρένθεση αρνητικών συναισθημάτων που ένιωθαν για τον παικταρά Βόσνιο. Η Ιστορία η ίδια τον κατοχύρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές που φόρεσαν ποτέ την κιτρινόμαυρη φανέλα με τον δικέφαλο πάνω αριστερά.

Η έλευση του Ανέλ Σαμπανάτζοβιτς στην ΑΕΚ μοιάζει με μια αυτονόητη εξέλιξη. Εφόσον ο Ρέφικ έχει γιο και μάλιστα θεωρείται και ταλεντάρα που αλλού θα μπορούσε να πάει για να κάνει το παραπάνω βήμα στην καριέρα του; Ήταν προφανές: ο γιος του «Σάμπα» μόνο στην ΑΕΚ θα μπορούσε να έρθει. Βέβαια, σε μια ηλικία που ακόμα διαμορφώνεται ως παίκτης τόσο σε αγωνιστικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο χαρακτήρα, η τέλεια συνταγή για να «καεί» ως παίκτης είναι γνωστή και προκαθορισμένη: να συγκρίνεται με τον πατέρα του.

Το ακριβώς ανάποδο πρέπει να επιδιώκουν στην ΑΕΚ: να αντιμετωπίζεται ο Ανέλ σαν να μην έχει το συγκεκριμένο επίθετο, σαν ένας οποιοσδήποτε άλλος παίκτης που ήρθε στην ΑΕΚ χωρίς να υπάρχει κανένα παρελθόν να τον συνδέει με αυτή. Διότι αν το ταλέντο του και οι δυνατότητές του μπουν στη ζυγαριά με το ταλέντο και τις δυνατότητες του πατέρα του, το βάρος που θα έχει να σηκώσει θα είναι ασήκωτο. Πως να συγκριθεί άλλωστε με έναν ποδοσφαιριστή, που στην ιστορία μιας ομάδας είναι ένα κεφάλαιο μόνος του;

Ο «Σάμπα» εξάλλου, στα 5 χρόνια που βρέθηκε στην ΑΕΚ υπήρξε ο πιο εγκεφαλικός της ποδοσφαιριστής. Και δεν μιλάμε για μια τυχαία ΑΕΚ. Μιλάμε για μια ομάδα που κατά πολλούς αποτελεί την καλύτερη ελληνική όλων των εποχών. Υποδειγματικός οκτάρι και ταυτόχρονα υποδειγματικό εξάρι, ο Σαμπανάτζοβιτς συνέθεσε ένα δίδυμο με τον Σαβέφσκι στα χαφ που υπήρξε αληθινή μαγεία.

Οι δυο τους, με το εγκεφαλικό τρόπο παιχνιδιού τους, την τρομακτική τους ικανότητα να αυξομειώνουν κατά βούληση το ρυθμό του αγώνα, ήταν δυο βασικοί ακρογωνιαίοι λίθοι μιας ομάδας που δίδαξε ποδόσφαιρο, κυριολεκτικά έμαθε το ελληνικό κοινό να βλέπει μπάλα στα μέσα των 90s. Εκείνη η ΑΕΚ, που το ταβάνι της δημιουργικότητάς της το έπιασε σε μια χρονιά που δεν πήρε το πρωτάθλημα, δηλαδή την σεζόν 1995-1996, δεν θα ήταν η ίδια αν δεν είχε στις τάξεις της τον Σαμπανάτζοβιτς να ηγεμονεύει με την επιβλητική του παρουσία στον χώρο της μεσαίας γραμμής.

Ειδικά εκείνη την σεζόν, την προαναφερθείσα, ο Σαμπανάτζοβιτς ήταν ο μαέστρος ενός αληθινού αγωνιστικού αριστουργήματος: με έναν τέτοιο παίκτη ως αμυντικό χαφ, να συνδέει τις γραμμές και να μεταβιβάζει με χειρουργική ακρίβεια τη μπάλα από τα μετόπισθεν στα έμπροσθεν της συλλογικής λειτουργίας της Ένωσης και με τους Σαβέφσκι, Κετσπάγια και Τσιάρτα να τον πλαισιώσουν σε ένα ποδοσφαιρικό μείγμα με τόσο ταλέντο που κανείς εν ελλάδι προπονητής δεν γίνεται να μην ζηλεύει, ο «Σάμπα» έκανε την τελευταία μεγάλη σεζόν της ζωής του.

Ναι, ο ένας χρόνος στον Ολυμπιακό που ακολούθησε πλήγωσε τον κόσμο που τον είχε αγαπήσει τα προηγούμενα πέντε χρόνια. Ναι, ακόμα και ο πιο μετριοπαθής φίλος της ΑΕΚ τον έβρισε μέσα από την ψυχή του όταν σε εκείνο το παιχνίδι κυπέλλου στο «Καραϊσκάκης», ως παίκτης του Ολυμπιακού και αντίπαλος της ΑΕΚ πλέον, έκανε ένα δολοφονικό τάκλιν πάνω στον Μαχαιρίδη. Όμως όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και η φράση «περασμένα ξεχασμένα» δεν θα μπορούσε να περιγράφει καλύτερα έναν έρωτα που λίγο έλειψε να διαλυθεί άδοξα και τελικά, όχι μόνο επιβίωσε αλλά αναθερμαίνεται με νέους όρους.

Η ζωή φέρνει ξανά τα ονόματα ΑΕΚ και Σαμπανάτζοβιτς να συμπορεύονται. Η Ιστορία έχει ήδη γραφτεί σε ένα επίπεδο και μένει να φανεί αν θα υπάρχει η επέκτασή της. Αυτό είναι πλέον στα πόδια του Ανέλ...

Χορεύοντας «Σάμπα» στη Νέα Φιλαδέλφεια: Ένα όνομα, μια ιστορία για την ΑΕΚ
EVENTS