Close

Τα πουλιά στα κελιά τραγουδούν ευτυχισμένα!

Τελευταία ανανέωση: 7 Δεκεμβρίου 2018, 15:44
Χρόνος ανάγνωσης: 6’

Ο Αντριάν Αρέγκι, μεταγραφικός στόχος της ΑΕΚ, έζησε δέκα χρόνια στους δρόμους. Η ιστορία του συγκλονίζει! Και μπορεί να είναι ποδοσφαιριστής, όμως η ζωή του είναι πολύ περισσότερα από ποδόσφαιρο!

Ήταν μόλις μήνες μετά τη γέννησή του. Ο Τζίνο είχε όλη την αθωότητα και την ευγνωμοσύνη ενός μωρού. Την ευγνωμοσύνη, κυρίως. Όλα είναι καινούργια. Όλα είναι όμορφα. Όλα πρέπει να τα καταλάβει, να τα νιώσει, να τα εξερευνήσει. Ο κόσμος είναι μια σπουδαία ανακάλυψη. Και εκείνα τα φύλλα γύρω του στην πίσω αυλή ενός παλαιού σπιτιού; Εκείνα ήταν η σπουδαιότερη εφεύρεση που είχε δει μέχρι τότε. Έπαιζε με τα φύλλα, τα οποία είχαν πέσει από τα δέντρα. Τα πετούσε στον αέρα και γελούσε, πηδούσε γύρω τους, έπεφτε κάτω, σηκωνόταν ξανά. Σε μια γωνία ο Αντριάν χαμογελούσε. Συγκινούταν. Γέμιζε με συναισθήματα, τα οποία ήταν τόσο αμφίσημα και τόσο μπερδεμένα, που δεν έκανε καν προσπάθεια να τα ερμηνεύσει. «Εκείνη η μέρα ήταν πολύ σημαντική για μένα», αρκείται να πει.

Ο Αντριάν θα σου πει την ιστορία του. Σε ενδιαφέρει να την ακούσεις; Μπορείς εύκολα να τον κρίνεις μόνο ως ποδοσφαιριστή. Τότε, όμως, δε θα τον γνωρίζεις; Κι αν κάτι είναι ξεκάθαρο για τον 26χρονο Αργεντινό, είναι πως δεν πρόκειται για απλώς έναν παίκτη. Και δεν τον ενδιαφέρει να είναι τέτοιος. «Δεν με πληγώνει να εξιστορούμαι τη ζωή μου. Είναι το ποιος είμαι. Το να γνωρίζει ο κόσμος ότι απλώς παίζω μπάλα δε μου λέει κάτι. Αν θέλει κάποιος να μάθει τι άνθρωπος είμαι, πρέπει να ακούει τις εμπειρίες μου».

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Τι λες, λοιπόν; Αξίζει;

Το αγόρι που χτυπούσε τα κουδούνια!

Στη γειτονιά που μεγάλωσε οι άνθρωποι ήταν φτωχοί. Ταπεινοί και πρόθυμοι να βοηθήσουν. Όχι, όμως, κάθε φορά. Ο Αντριάν το έμαθε καλά. Το έμαθε από την όμορφη πλευρά, το έμαθε και από την ανάποδη. Έφυγε από το σπίτι του έξι χρονών. Ίσως εφτά, ούτε ο ίδιος μπορεί να θυμηθεί πότε ξεκίνησε η περιπλάνησή του. Στην αρχή ήταν ο Κέβιν. Ένας φίλος του, στο σπίτι του οποίου ανακοίνωσε ότι θα κοιμηθεί. Το ένα βράδυ, έγινε δύο. Τα δύο βράδια, τέσσερα. Τα τέσσερα, δώδεκα χρόνια. Ο μικρός έζησε στο δρόμο, έζησε σε δανεικές για κάποιες νύχτες οικογένειες. Έβρισκε αγάπη, όπου μπορούσαν να του την προσφέρουν. Ο πατέρας του τον είχε εγκαταλείψει. Η μητέρα του δεν έμοιαζε να νοιάζεται και τόσο. Σήμερα, διατηρεί τυπικές σχέσεις με αμφότερους. «Ό,τι κι αν έχει γίνει, είναι οι γονείς μου», εξηγεί…

Οι γονείς που δεν ήθελε να έχει όταν ήταν μικρός. Τότε, προτιμούσε να τριγυρνάει στους δρόμους του Μπεραζατεγκούι, μέχρι να κρυώσει ή να πεινάσει αρκετά. Τότε, άρχισε να ψάχνει το σπίτι που θα τον φιλοξενούσε για το βράδυ. «Στις 3 το πρωί οι άνθρωποι δε θα σε υποδεχτούν πάντα με χαρά. Την πρώτη φορά θα σου ανοίξουν την πόρτα, τη δεύτερη το ίδιο, αλλά την τρίτη θα σε διώξουν. Ποτέ κανείς δε με περίμενε. Έμενα στο δρόμο χωρίς περιορισμούς. Δεν υπήρχαν όρια ή κανόνες. Εγώ τους έθετα στον εαυτό μου. Ναι, περνούσα καλά τότε».

Από τα δεκάδες σπίτια που υποδέχτηκαν την παιδική και εφηβική ηλικία του Αντριάν Αρέγκι, ένα ήταν πάντα πιο φιλόξενο. Το σπίτι στη γειτονιά «Villa Espana», το σπίτι του Κέβιν και των γονιών του, της Βιβιάνα και του Μάριο. Εκείνοι ήταν οι «γονείς» του. Εκεί έβρισκε αγάπη, έβρισκε φροντίδα, έβρισκε πρότυπα και εκεί έμεινε – με αρκετά μπες-βγες – ως τα 17 του χρόνια. Υπήρχε, την ίδια στιγμή και το οικογενειακό του σπίτι, εκεί όπου έμεναν η μητέρα του με το νονό του. Δεν ήθελε, όμως, με τίποτα να βρίσκεται εκεί. Καλύτερα στο δρόμο.

Η επανάσταση της ήβης του, είχε όλα τα χαρακτηριστικά που έπρεπε. Είχε φτώχεια. Είχε ανέχεια. Είχε αλκοόλ. Είχε συμμορίες. Είχε ναρκωτικά. Μέχρι, που ένα βράδυ, είχε ξύλο. Πολύ ξύλο. «Ήμασταν σε ένα κλαμπ και χορεύαμε. Ξαφνικά, ανακαλύπτω ότι ο φίλος μου ήταν άσχημα χτυπημένος. Χωρίς καν να ρωτήσω πήγα να ζητήσω το λόγο και να τσακωθώ για να τον υπερασπιστώ. Αργότερα, ανακάλυψα ότι όλα ξεκίνησαν επειδή ο φίλος μου είχε χτυπήσει μια κοπέλα. Συνειδητοποίησα ότι δεν μου άρεσαν οι αποφάσεις που παίρνω. Δεν μου άρεσε ο εαυτός μου έτσι. Με σημάδεψε εκείνο το βράδυ».

Ο Αντριάν θα άλλαζε. Και αρκετά αντιφατικά ως προς την εξέλιξη της ιστορίας, δεν ήταν το ποδόσφαιρο η επιλογή που είχε στο μυαλό του.

Το αγόρι που παίζει κιθάρα!

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Η συγκλονιστική συνέντευξη, από την οποία εν πολλοίς πηγάζει αυτό το άρθρο, δόθηκε – κατά τα γραφόμενα της δημοσιογράφου – ανάμεσα σε καλή μουσική και καλή διάθεση. Ο Αντριάν Αρέγκι είναι σήμερα ποδοσφαιριστής. Δεν σκόπευε να γίνει, δεν το είχε αυτοσκοπό, δεν το προσπάθησε και για να είναι ειλικρινής, δεν τρελαίνεται κιόλας! Σπάνια περίπτωση επαγγελματία και όχι ρομαντικού/κολλημένου με το άθλημα. Δε θέλει να βλέπει ποδόσφαιρο, δεν του αρέσει να παίζει ποδόσφαιρο σε κονσόλες και δεν σκοπεύει να ξοδέψει τη ζωή του κλωτσώντας μια μπάλα.

Αν τον ρωτήσεις, θα σου μιλήσει για το κουρείο που έχει ο αδερφός του στη γειτονιά που μεγάλωσε. Για τα πρότζεκτ που κάνει για τα μικρά παιδιά. Για όσα θέλει να δώσει πίσω στην κοινότητα, η οποία κάποτε τον προφύλασσε από τα χειρότερα. Θα σου μιλήσει για τα βιβλία που διαβάζει, θα τη μαγειρική που τον συναρπάζει, θα σου παίξει κιθάρα, θα τραγουδήσει και φυσικά, θα σου μιλήσει για τον Τζίνο, το γιο του. Ναι, ναι στην ανάγκη, θα εξιστορήσει και πώς το επάγγελμα που ακολουθεί, τον διάλεξε και πώς ήταν η σημερινή γυναίκα του, εκείνη που τον ώθησε να αλλάξει τον τρόπο σκέψης του.

«Έπαιζα στην ένατη κατηγορία της Αργεντινής, όταν σταμάτησα για δύο χρόνια, επειδή έπρεπε να δουλέψω. Ήμουν 16 χρονών, εντελώς αυτόνομος και αυτάρκης, δουλεύοντας στα μεταλλεία. Ξαφνικά, μου δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμαστώ στην Κίλμες. Ένας τύπος που έκανε τον μάνατζερ μού το πρότεινε και προσφέρθηκε να μου αγοράσει παπούτσια για την προπόνηση. Αποφάσισα να δεχτώ την ευκαιρία και να προσπαθήσω να γίνω ξανά ποδοσφαιριστής.

Βρέθηκα στην έκτη κατηγορία, αλλά αρνούμουν να αποδεχτώ ότι έπρεπε να ακολουθώ συγκεκριμένο πρόγραμμα. Αρκετές φορές έχανα προπόνηση, επειδή βαριόμουν να πάω και την επόμενη μέρα ντρεπόμουν να πάω και να πω μια ψεύτικη δικαιολογία. Όλα αυτά μέχρι να πάω στην Μπεραζατεγκούι. Με υποδέχτηκαν πολύ ζεστά και την ίδια εβδομάδα γνώρισα τη γυναίκα μου. Αυτό τα άλλαξε όλα. Για εκείνη, έπρεπε να τα αλλάξω όλα. Αν υπήρχε η δυνατότητα να παίξω επαγγελματικά, έπρεπε να το δοκιμάσω. Έπρεπε να κάνω τα πάντα για να γίνω ποδοσφαιριστής, γιατί ήξερα τι υπάρχει εκεί έξω. Φοβόμουν όσα είχα στο παρελθόν και έπρεπε να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία».

Ο Αντριάν Αρέγκι το κατάφερε. Παρότι δεν παθιάζεται για το ποδόσφαιρο, κατάφερε να γίνει το βιοποριστικό του καταφύγιο από μια άγρια εφηβεία και ένα καθόλα αβέβαιο μέλλον. Ο Τζίνο συνέχισε να παίζει με τα φύλλα στην πίσω αυλή του σπιτιού. Η Βιβιάνα και ο Μάριο, κάτι σαν παππούδες του, κοιτούσαν και χαμογελούσαν. Ήταν το σπίτι που κάποτε φιλοξενούσε τον πατέρα του. Το σπίτι που έτρεχε όταν πεινούσε, όταν ήθελε μια αγκαλιά. Ο Τζίνο δε θα χρειαστεί να ανησυχήσει για όλα αυτά. Μια μέρα ο πατέρας του, ο Αντριάν, θα του πει την ιστορία. Ίσως να χρειαστεί όταν ο μικρός θα μπορεί να διαβάσει το τατουάζ στο σώμα του Αρέγκι. Όταν θα τον ρωτήσει.

Γιατί τα πουλιά στα κελιά τραγουδούν ευτυχισμένα;

Close
Τα πουλιά στα κελιά τραγουδούν ευτυχισμένα!
Χρόνος ανάγνωσης: 6’