MENU

Το ‘χει από γεννησιμιού του. Γι’ αλλού ξεκίναγε, αλλού τον έβγαζε ο δρόμος. Η ικανότητα όμως του Λούμπος Μίχελ να προσαρμόζεται, μοναδική. Μπάλα ήθελε να παίξει. Και πώς να ξέφευγε δηλαδή; Ο πατέρας του, Μίκαελ, μια ζωή ήταν προπονητής στα τσικό του Στρόπκοφ, του χωριού των δέκα χιλιάδων ψυχών που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Πώς να γλυτώσει λοιπόν από τα εξάταπα; Τα φόρεσε. Επιτελικός μέσος. «Δεκάρι» στην εποχή του. Κι από τα καλά. Μα πάνω που με την ενηλικίωση έφτασε στον προθάλαμο της πρώτης ομάδας, η μοίρα τον χτυπάει. Δύο, απανωτές, ρήξεις χιαστών, τελειώνουν τις όποιες επαγγελματικές του φιλοδοξίες. Βαρύ...

Επηρεασμένος από τις πατρικές καταβολές σκέφτεται μέχρι και την προπονητική. Απ’ τα 19 του! Βάζει γρήγορα μυαλό και παίρνει άλλη ρότα. Εξακολουθεί βέβαια να φοράει τα κοντά παντελονάκια, μα στον εξοπλισμό προσθέτει και μια σφυρίχτρα. Κι αυτό βέβαια, η διαιτησία δηλαδή, συγκυριακή επιλογή ήταν. Βρέθηκε σ’ ένα γήπεδο όπου η (τότε) τσεχοσλοβακική ομοσπονδία έκανε την καθιερωμένη αξιολόγηση των διαιτητών της και τους άφησε… ένα στάδιο πίσω στο τεστ Κούπερ (σ.σ. δρόμος 3.300 μέτρων με συγκεκριμένο χρονικό όριο). Ετσι, εκεί, κουβέντα στην κουβέντα, το παίρνει απόφαση και ξεκινάει.

Λούμπος, ο γλωσσομαθής και μάνατζερ

Ξεχωρίζει. Αφενός για το νεαρό της ηλικίας του, αφετέρου για την πάντα, μέχρι … τρίχας προσεγμένη του εμφάνιση. Απαρατήρητος, από τα υψηλά κλιμάκια, δεν πέρασε. Αρχικά της εγχώριας ποδοσφαιρικής σκηνής κι εν συνεχεία της διεθνής. Χαρακτηριστικό καριέρας άλλωστε. Ανεξάρτητα ικανοτήτων, οι δημόσιες σχέσεις, η σμίλευση του κατάλληλου προφίλ, είναι στοιχεία που τον συνοδεύουν μέχρι και σήμερα. Το δούλεψε όμως κι ο ίδιος. Καβάτζα; Υποχρέωση, λόγω της δομής του εκπαιδευτικού συστήματος (κρατήστε το αυτό) στην πατρίδα του; Περνάει στο πανεπιστήμιο και ετοιμάζεται για καθηγητής Φυσικής Αγωγής. Σπουδή που γίνεται, έστω και για λίγο, επάγγελμα. Το κέρδος του όμως από δαύτο ήταν μια σχέση ζωής. Όχι με τις … επικύψεις, αλλά με τη Ντάνκα, τη σύζυγο του, με την οποία και γνωρίστηκαν στο σχολείο που άρχισαν να διδάσκουν.

Η συμβία του, μια ακόμη που του άνοιξε δρόμους. Καθηγήτρια ρώσικων γαρ, τον μετατρέπει στον καλύτερο μαθητή της. Τα βασικά τα γνώριζε, μιας κι η γενέτειρα του απέχει μόλις 50 χιλιόμετρα από τα ανατολικά (ρωσόφωνα δηλαδή) σύνορα με την Ουκρανία. Στην πορεία μάλιστα της γεωπολιτικής, υπήρχαν στιγμές που το Στρόπκοφ, εκεί, στην Ουκρανία, ανήκε. Αυτό το συζυγικό μάθημα λοιπόν, του ξύπνησε άλλη μια έφεση: γλωσσομάθεια. Πλέον, έχει φτάσει να συνεννοείται άψογα σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Δεν ήταν όμως το μόνο που ανέπτυξε κατά τη διάρκεια της (διαιτητικής) ανέλιξης του. Αφήνοντας την διδασκαλία γρήγορα, στράφηκε στις πωλήσεις, στην τέχνη του μάρκετινγκ, αναλαμβάνοντας μάνατζερ μιας τοπικής κατασκευάστριας ελαστικών αυτοκινήτων.

Κάντε τη σούμα τώρα: Εμφανίσιμος, προσεγμένος, γλωσσομαθής και φιλομαθής, πείσμων, με εξαιρετικές εγχώριες προσβάσεις, νέος, καλός στη δουλειά του στο γήπεδο, πως είναι δυνατόν ένα τέτοιο κελεπούρι να το προσπεράσει η ΟΥΕΦΑ; Στα 25 του μόλις παίρνει το διαιτητικό της σήμα. Ξεκινάει, αναμενόμενα, με την άγονη γραμμή. Πρώτο του ματς ήταν ένα Σαν Μαρίνο – Αλβανία. Μα το καρμικό έγκειται στο πρώτο του διεθνές, συλλογικό παιχνίδι. Καλοκαίρι του 1995, ταξιδεύει στο Ντόνετσκ προκειμένου να διευθύνει την αναμέτρηση της ανερχόμενης τότε Σαχτάρ με την Λίνφιλντ, στο πλαίσιο των προκριματικών του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Οι «πορτοκαλί» κερδίζουν 4-1, ξεκινώντας ουσιαστικά από εκείνο το ματς (και) την ευρωπαϊκή τους ανέλιξη. Το ίδιο κι ο Σλοβάκος…

Λούμπος, «ο καλύτερος διαιτητής του κόσμου»

Και τη ανέλιξη ήταν αυτή. Μετατρέπεται στο «χρυσό» παιδί της ευρωπαϊκής διαιτησίας, επιβεβαιώνοντας όλες τις προσδοκίες. Σφυρίζει τα πάντα. Τελικό Γιουρόπα Λιγκ, στο πρώτο μεγάλο επίτευγμα του Ζοσέ Μουρίνιο, με την κατάκτηση του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ από την Πόρτο, το 2003, πέντε χρόνια αργότερα, τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στην Μόσχα (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ – Τσέλσι) και παρότι μεσολαβούν μίνι απογοητεύσεις, μιας και δεν του ανατίθεται κανένας τελικός από τις μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις που παίρνει μέρος, σταθερά βρίσκεται στο top3 της παγκόσμιας διαιτητικής ιεραρχίας.

Η φήμη του, φτάνει στη… στρατόσφαιρα από την κατακύρωση του ghost-goal, όπως ακόμη αποκαλείται αυτό του Λουίς Γκαρσία στη ρεβάνς του ημιτελικού του Τσάμπιονς Λιγκ το 2005 με το οποίο η Λίβερπουλ επικράτησε 1-0 της Τσέλσι παίρνοντας την πρόκριση. Ενδεικτικό της «προστασίας» με την οποία τον περίβαλλε (ανέκαθεν) η ΟΥΕΦΑ είναι πως παρότι δεν υπάρχει καμία δεδομένη οπτική επιβεβαίωση για την ορθότητα της κατακύρωσης του γκολ, εμπειρογνώμονες της ομοσπονδίας δικαίωσαν απόλυτα την απόφαση του (σ.σ. από τότε πάντως, ο ίδιος δίνει ανένδοτο κατά της χρήσης των instant replays…). Η εμπιστοσύνη της προ καιρού αποδεδειγμένη. Του έδωσαν, αρχές 2000, τη ρεβάνς του Γαλατασαράι – Λιντς, στο «Ελαντ Ρόουντ», όταν στο πρώτο ματς της Πόλης είχαν προηγηθεί τα μαχαιρώματα των οπαδών των «παγωνιών». Μόλις στα 32 του…

Φυσικό είναι συνεπώς να κερδίζει και τον σεβασμό. Γνωστό πως δεν επιβάλλεται, μα εμπνέεται. Στο πρώτο πρώτο του ματς σε ομίλους Τσάμπιονς Λιγκ, αποβάλλει τον Τζενάρο Γκατούζο για ένα φάουλ στον Ιμπραϊμοβιτς. Ο «Ρίνο» μόνο που δεν τον… δέρνει βγαίνοντας από το γήπεδο, μα όπως αποκαλύπτει χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Μίχελ, πριν τη σέντρα ενός κατοπινού παιχνιδιού Γαλλίας – Ιταλίας, στ’ αποδυτήρια, τον περίμενε μια φανέλα της «σκουάντρα ατζούρα» με την χειρόγραφη σημείωση: «Στον καλύτερο διαιτητή του κόσμου! Τζενάρο Γκατούζο».

Λούμπος, ο πολιτικός

Το εξαργυρώνει φυσικά. Μάνατζερ, μη το ξεχνάτε. Από τη μια πλευρά εντός των γηπέδων, αφού καλείται παντού προκειμένου με το κύρος του να σβήσει κάθε αμφιβολία «ανθρώπινου λάθους», διαιτητεύοντας αναμετρήσεις εγχώριων πρωταθλημάτων στην Ρουμανία, στην Πολωνία, στην Ρωσία. Από την άλλη, στην πολιτική, εκλεγόμενος βουλευτής το 2006 με το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Σλοβακίας. Εκεί τελειοποιεί και την τέχνη της πολιτικής.

Ορίζεται νομοπαρασκευαστής ενός καθολικά αποδεκτού ανανεωτικού σχεδίου αθλητικής - εκπαιδευτικής πολιτικής. Ρόλο που διατηρεί, παρότι το 2008, αποχωρεί από το κόμμα του, μιας κι ήταν αντίθετος με τις ακροδεξιές του εκφάνσεις. Ακτιβιστής γαρ, μέλος του Διεθνή Οργανισμού Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μαθαίνει, πικρά το μεγαλύτερο μάθημα που θα μπορούσε να του προσφέρει ο πολιτικός στίβος: την αποτυχία και τον… πεταμένο χρόνο! Το νομοσχέδιο του, μετά από τριετή έρευνα και προετοιμασία, δεν περνάει, γεγονός που ενισχύει την απόφαση του να εγκαταλείψει την πολιτική. Τότε άλλωστε, είχε άλλες δουλειές, σαφώς πιο επικερδείς…

Λούμπος, ο επιχειρηματίας

Κι όχι, δεν είναι το «Champions Café», η μπυραρία που ανοίγει στο Πρεσόφ, την κωμόπολη που μετακομίζει ως οικογενειάρχης (κι αυτή κοντά στα ουκρανικά σύνορα). Κι αυτή βέβαια, δείγμα του επιχειρηματικού του δαιμόνιου, αφού το κάνει για να εμπορεύεται – μεταξύ άλλων – ρέπλικες φανελών διάσημων ποδοσφαιριστών, με προσωπικές (τους) αφιερώσεις, σουβενίρ των παιχνιδιών που έχει διευθύνει. Επιχείρηση που μέχρι και σήμερα αποτελεί την αποκλειστική ενασχόληση της Ντάνκα (ποια διδασκαλία τώρα…), αφού ο ίδιος, ξανά και γοργά αλλάζει ρότα…

Λούμπος, ο δημοσιοσχετίστας

Ένας τραυματισμός στον Αχίλλειο, εν μέσω της προετοιμασίας για το Μουντιάλ του 2010, τον φέρνει στα χέρια του κορυφαίου ορθοπεδικού της Ευρώπης, του Ισπανού, Πάκο Μπιόσκα, τότε στη δούλεψη της Σαχτάρ και πλέον στο ιατρικό επιτελείο της Τσέλσι. Ο Ίβηρας δεν αναλαμβάνει μόνο την πλήρη και σε χρόνο ρεκόρ αποκατάσταση του προβλήματος, αλλά παράλληλα προσφέρει στον Μίχελ την ιδανική πρόφαση προκειμένου να πετάξει τη σφυρίχτρα, πριν ακριβώς επτά χρόνια. Ο Μπιόσκα είναι αυτός που μεσολαβεί στον Σεργκέι Πάλκιν, αθλητικό διευθυντή των «πορτοκαλί» και τον φέρνει σε επαφή με τον Σλοβάκο ρέφερι, έτσι κι αλλιώς… θαμώνα του ουκρανικού πρωταθλήματος (σ.σ. το τελευταίο του άλλωστε επίσημο παιχνίδι ήταν μια αναμέτρηση μεταξύ της Ζαπορίζια και της Μέταλουργκ Ντόνετσκ). Από εκεί, το προξενιό περνάει στο υψηλότατο και τελευταίο επίπεδο.

Ο πανίσχυρος Ρινάντ Αχμέτοφ, ιδιοκτήτης της Σαχτάρ, δεν του αφήνει περιθώρια. Του δίνει διορία τριών ημερών για ν’ απαντήσει στην πρόταση που του καταθέτει. Στο διάστημα αυτό, ο Μίχελ προλαβαίνει επισήμως να ενημερώσει κάθε αρμόδιο όργανο πως αποχωρεί από τους αγωνιστικούς χώρους (ενόσω ήταν υγιής…) κι αφού παίρνει το ok της πανταχού παρούσας οικογένειας του, εντάσσεται στο διοικητικό επιτελείο της Σαχτάρ, υπογράφοντας τριετές συμβόλαιο έναντι – όπως φημολογείται – βασιλικών απολαβών. Και με αρμοδιότητες; Μυστήριο πραγματικό. «Υπεύθυνος τμήματος ευρωπαϊκών διοργανώσεων και διεθνών σχέσεων», ο επίσημος τίτλος που του αποδίδεται. Ανεπίσημα, θεωρήθηκε όχημα του Αχμέτοφ προκειμένου να εξωραΐσει την εικόνα του ολιγάρχη (σ.σ. χαρακτηρισμός που αποδόθηκε σε όσους επιχειρηματίες απέκτησαν δύναμη και πλούτο μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ στα κατά τόπους κομμάτια της) στα ανώτατα κλιμάκια της ΟΥΕΦΑ και να «εξευρωπαΐσει» την Σαχτάρ, βάζοντας την ισότιμα στα σαλόνια. Ο ίδιος μάλλον το περιγράφει καλύτερα: «Εχει να κάνει με τα διεθνή παιχνίδια και την προετοιμασία τους.

Θα είμαι ένας πρέσβης της Σαχτάρ στην Ευρώπη, μιας κι είμαι πρόσωπο αναγνωρίσιμο. Από τη στιγμή που η Σαχτάρ θέλει να είναι μια ευρωπαϊκή ομάδα και να της συμπεριφέρονται ως τέτοια τότε είναι απαραίτητο να επικοινωνεί, να συναναστρέφεται και να μαθαίνει με κι από τα μεγάλα club της ηπείρου. Και σε αυτό κλήθηκα να βοηθήσω». Σαφής. Κι εντός των ουκρανικών συνόρων; Πάλι ο Μίχελ το ξεκαθαρίζει: «Δεν θα έχω καμία ανάμειξη με την διαιτησία στο πρωτάθλημα, τους διαιτητές, τίποτα απολύτως. Η μόνη μου διάδραση με τους διαιτητές θα είναι στα ευρωπαϊκά παιχνίδια και θα έχει να κάνει με την υποδοχή και την βοήθεια τους σε τομείς που είναι αδιόρατοι στην κοινή θέα».

Άντε βέβαια να πείσεις τ’ αδέρφια Σούρκις. Πρόεδρος της ουκρανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της Ουκρανίας ο Γκιγκόρι, πρόεδρος της Ντιναμό Κιέβου ο Ιγκόρ. Οι δυο τους, τ’ απόλυτα αφεντικά του ουκρανικού ποδοσφαίρου, οι patrones της Ντιναμό Κιέβου, πριν την εμφάνιση του Ρινάτ Αχμέτοφ, ο οποίος άλλαξε το status quo του αθλήματος στην χώρα. Όχι όμως, ριζικά. Αυτό το πετυχαίνει μετά την άφιξη του Μίχελ, κατακτώντας πέντε σερί πρωταθλήματα κι εξασφαλίζοντας έτσι τέσσερις διαδοχικές χρονιές την χωρίς προκριματικά πρόκριση στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ, όπου εκεί, βγάζει… σβηστά την τεράστια επένδυση του, έχοντας κατ’ αρχάς εξασφαλίσει όχι διαιτητική εύνοια, αλλά ισονομία. Από πωλήσεις λοιπόν με την «επίδειξη» στην κορυφαία ποδοσφαιρική πασαρέλα των «προϊόντων» της Σαχτάρ, την κατασκευή του υπερσύγχρονου «Ντονμπάς Αρένα» και τις δυο προκρίσεις στους «16» και μια στα προημιτελικά του θεσμού, οι «πορτοκαλί» υπολογίζεται πως σε αυτό και μόνο το διάστημα εισέπραξαν περισσότερα από 350 εκατομμύρια ευρώ.

Προφανώς και σε καμία περίπτωση, δεν πιστώνονται στον Μίχελ. Απλώς, καταγράφεται η συγκυρία (;) του θεσμικού του ρόλου στο club με την πολύπλευρη άνθιση του. Η μια της πλευρά, αυτή του ελέγχου του παρασκηνίου και της διαιτησίας – στοιχεία καταλυτικά και στο ουκρανικό ποδόσφαιρο – ενοχλεί αφάνταστα την πρώην καθεστηκυία τάξη, η οποία παρότι βλέπει στον Μίχελ ευθύνη κι ανάμειξη, εν τούτοις δεν το δημοσιοποιεί ούτε και το παραδέχεται ποτέ. Το «πρόσωπο» και τα contacts του Σλοβάκου στα ανώτατα ποδοσφαιρικά κλιμάκια της ΟΥΕΦΑ δεν επιτρέπουν τέτοια ρίσκα ακόμη και για τους «αναίσθητους» Σούρκις, οι οποίοι – έτσι κι αλλιώς – επιλέγουν την μετωπική με τον… γάιδαρο (Αχμέτοφ) κι όχι το σαμάρι (Μίχελ). Μάταια…

Λούμπος ο celebrity

Για τον ίδιο τον Μίχελ, η ζωή στο Ντόνετσκ είναι… χαρισάμενη. Κυρίως γιατί … δεν πατάει σχεδόν ποτέ! Οι αρμοδιότητες του άλλωστε (επισήμως) δεν επιβάλλουν φυσική παρουσία στην πόλη των μεταλλωρύχων, αλλά διεθνή τουρνέ για την προάσπιση των συμφερόντων του club. Στα πρώτα του χρόνια, μένει μόνος, έχοντας ρεζερβέ την σουίτα του Prague (μοναδικού τετράστερου ξενοδοχείου στην πόλη) αφήνοντας στην Σλοβακία τη Ντάνκα, τον τότε φοιτητή Νομικής γιό του, Τόμας και την μικρή του κόρη, Μπιάνκα. Στο τέλος του συμβολαίου του, εμφανίζεται ένα φλερτ του με την σλοβακική ποδοσφαιρική ομοσπονδία η οποία φέρεται να τον προαλείφει για πρόεδρο της. Δεν θα γίνει ποτέ, αφού ο Αχμέτοφ του προσφέρει νέο, διετές, κατά τη διάρκεια του οποίου μονιμοποιείται πλέον στο Ντόνετσκ, έχοντας … ξεμπερδέψει ως τότε δια παντός (;) με την πολιτική. Όχι όμως και με την κοσμικότητα.

Θεωρείται η πρώτη ποδοσφαιρική celebrity στην πατρίδα του και προσωποποιεί το «όπου γάμος και χαρά», τονίζοντας, ενισχύοντας, προβάλλοντας συνεχώς και το δικό του image. Είτε κάνοντας σκι στο Ρόχατσε και το Τατράς (ξακουστά χειμερινά θέρετρα της Σλοβακίας), είτε απολαμβάνοντας τις διακοπές του στο εξοχικό του, είτε συναναστρεφόμενος με κορυφαίες ποδοσφαιρικές (κι όχι μόνο) προσωπικότητες, στρέφει πάντα πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, το παιχνίδι της οποίας έχει μάθει να το χειρίζεται πλέον άψογα. Ανανεώνει για τρίτη φορά το συμβόλαιο του, το καλοκαίρι του ’13 κι αυτό παρότι τα πρώτα δείγματα του … χαμού στην Ουκρανία έχουν αρχίσει για τα καλά να φαίνονται. Η Σαχτάρ, το Ντόνετσκ, ο εργοδότης του, επηρεάζονται από τη γενίκευση της κρίσης και το ξέσπασμα του εμφυλίου.

Προφανώς κι ο ίδιος, αφού ούτε καν τίθεται θέμα περαιτέρω συνεργασίας των δυο πλευρών, με το συμβόλαιο του τυπικά να ολοκληρώνεται στις 31 Δεκεμβρίου, μα να έχει εκπληρώσει τον στόχο του από την εκ νέου παρουσία των «πορτοκαλί» στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ, αυτή τη φορά μέσω προκριματικών, ύστερα από τον περυσινό τερματισμό του σερί της κατάκτησης πρωταθλημάτων.

Ο κύκλος, προφανώς είχε κλείσει. Στο βιογραφικό του ο Σλοβάκος προσέθεσε ακόμη μια επταετία κάνοντας κάτι άλλο από δαύτο που ξεκίνησε. Σάμπως όμως, πλέον, πως τον χαρακτηρίζει κανείς; Στο «τι επαγγέλλεστε», η απάντηση είναι… πασπαρτού! Αν ο ΠΑΟΚ ψάχνει διαχειριστή εικόνας, «πρόσωπο» στα κέντρα αποφάσεων, πρεσβευτή του σήματος του club, πωλητή, πολιτικό, μάνατζερ, ακόμη ακόμη διαδρομιστή, τότε ναι, στον Λούμπος Μίχελ όλα τούτα τα βρίσκει. Αν ψάχνει κάποιον που να σπάσει αυγά, να σηκώσει τον τόνο της φωνής του, να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι προκειμένου να επιβληθεί και να επιβάλλει, τότε ο (εκνευριστικά) politically correct τύπος, με το σοφιστικέ γυαλάκι, το πανάκριβο (ιταλικό κατά προτίμηση) κοστούμι και το μπριγιαντιναρισμένο μαλλί, δεν θα ταιριάξει…

Συγνώμη κύριε (Μίχελ), ποιος είστε;
EVENTS