MENU

Ο Κώστας Κατσουράνης -παθών κι ο ίδιος από το αγαπημένο σπορ του Έλληνα οπαδού, το bullying- (ποιος μπορεί να ξεχάσει άλλωστε το διαδικτυακό κίνημα με όνομα «Όχι Κατσουράνης με Κόστα Ρίκα») μυρίστηκε πρώτος την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και το βράδυ του Σαββάτο ανέβασε ένα σημειολογικό tweet με την φωτογραφία του Αλέξανδρου Τζιόλη και δύο μόνο λέξεις: πιστός στρατιώτης.

Δεν ήταν κανένα εμπορικό Tweet, δεν διαβάστηκε από πολύ κόσμο και κάποιοι, που έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για την… μονιμότητα του έμπειρου μέσου στην Εθνική, πήραν αμέσως σχεδόν πανομοιότυπη απάντηση από την ομήγυρη; Σάμπως κλέβει την θέση από κάποιον καλύτερο που την αξίζει περισσότερο; Μούγκα.

https://twitter.com/hashtag/alex_tziolis?src=hash&ref_src=twsrc%5Etfw

Είμαι από αυτούς που έχουν παρομοιάσει ποδοσφαιρικά τον Τζιόλη με τον βασιλιά στο σκάκι. Κινείται ελεύθερα προς πάσα κατεύθυνση, αλλά μόνο ένα τετραγωνάκι την φορά. Ο ρόλος του στο γήπεδο έχει εξέχουσα σημαντικότητα, αλλά είναι καταδικασμένος να τα κάνει όλα -ίσως και λόγω κατασκευής- ένα κλικ πιο αργά. Εξάλλου, αν τα έκανε κι ένα κλικ πιο γρήγορα, πιθανότατα θα μιλούσαμε για τον... Κασεμίρο.

Για να ξεκαθαρίσω από την αρχή την θέση μου, δεν τον ξέρω προσωπικά, μια φορά του ζήτησα συνέντευξη την εποχή που είχε αποχωρήσει από τον ΠΑΟΚ για την Σκοτία και την Χαρτς και -πιθανότατα σοφά σκεπτόμενος- μου αρνήθηκε ευγενέστατα. Ίσως, δεν ήταν ακόμα το κατάλληλο timing.

Ο Τζιόλης μπήκε στο στόχαστρο από το Σάββατο, όταν μπήκε ως αλλαγή στην ανάπαυλα και ενεπλάκη στο καλό ημίχρονο της Εθνικής στην νίκη επί της Ουγγαρίας. Δεν θα ήταν ως βασικός στην ήττα από την Φινλανδία; Ο κόσμος λατρεύει να δημιουργεί αποδιοπομπαίους, ηδονίζεται με τους εύκολους φταίχτες και ο Τζιόλης είναι ένα πολύ εύκολο και βολικό θύμα.

Είναι εύκολος στόχος γιατί δεν παίζει πια σε κάποια μεγάλη ελληνική ομάδα (άρα δεν έχει «συμμάχους»), γιατί το στιλ του μπορεί να αρέσει στους εκάστοτε προπονητές (θυμίζω ότι μιλάμε για ένα παίκτη που έχει αγωνιστεί στο Euro 2008 και στο Μουντιάλ του 2010 με τον Ρεχάγκελ, αλλά και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 με τον Σάντος), αλλά όχι στο ευρύ κοινό, είναι εύκολος στόχος γιατί τα 13 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας / προσφοράς στην Εθνική που αλλού θα ήταν αιτία για «προσοχές», εδώ μεταφράζονται ως «δημόσιος υπάλληλος», «παίζει με μέσον» κτλ.

Η αδιάλειπτη παρουσία στις κλήσεις του 33χρονου Τζιόλη, ο οποίος από το καλοκαίρι του 2017 έχει φύγει από το επίπεδο του σκληρού ανταγωνισμού και αγωνίζεται στην Σαουδική Αραβία είναι μία καλή αφορμή για μερικά ρητορικά ερωτήματα; Μήπως υπάρχουν καλύτεροι μέσοι και δεν το ξέρω; Μήπως υπάρχουν άλλοι στην θέση του με περισσότερες εμπειρίες και παραστάσεις; Μήπως υπάρχουν άλλες πιο δυνατές προσωπικότητες και δεν καλούνται;

Ο Παναγιώτης Ταχτσίδης που είναι στην ναφθαλίνη στην Νότιγχαμ έχει ακριβώς τις ίδιες ποδοσφαιρικές παθογένειες, ο Μπουχαλάκης το ίδιο, ο Μανιάτης που είναι ανενεργός στην Αλάνιασπορ άκουγε τα ίδια και χειρότερα, ο Σάμαρης έχει να παίξει από πέρσι στην Μπενφίκα, στην πραγματικότητα η μοναδική ελπίδα στην θέση είναι ο Κώστας Γαλανόπουλος. Αλλά ο μέσος της ΑΕΚ είναι αυτό ακριβώς. Ελπίδα. Το ελληνικό ποδόσφαιρο για κάποιο ανεξήγητο λόγο σταμάτησε να παράγει μέσους ποιότητας όπως παλιά (Ζαγοράκης, Μπασινάς, Κατσουράνης, Καραγκούνης, Ζήκος, Στολτίδης) και μοιραία τα ακούει αυτός που παίζει.

Μαζί σας, ίσως έφτασε η ώρα της αποστρατείας, για τον Τζιόλη, αλλά το πρόβλημα δεν θα λυθεί. Το πρόβλημα δεν είναι αυτός, αλλά αυτό που (δεν) υπάρχει πίσω του.

Στην πραγματικότητα όμως, το πιο μεγάλο πρόβλημα είναι αυτή η τοξικότητα που εκπέμπει ξανά η Εθνική ομάδα. Η εμφάνιση στην Φινλανδία (και δεν εννοώ μόνο αυτή στο γήπεδο) θύμισε Φερόε (όπως έγραψε κι ο Αλέξης Σπυρόπουλος) κι ακόμα χειρότερα. Κι αυτό γιατί ήταν συνοδευμένη με νευράκια, μουρμούρες, ατομιστίες, χοντράδες, ξινίλες, μισά βλέμματα. Μία εικόνα εικόνα παράδοσης / διάλυσης. Η περίφημη φάση του πρώτου ημιχρόνου με τον Πέλκα που δεν δίνει την μπάλα στον αμαρκάριστο Φορτούνη κι εκείνος θυμωμένος του σούρει τα εξ’ αμάξης, παρατώντας για λίγο το ματς είναι ενδεικτική της έλλειψης συνεκτικών δεσμών. Σημειολογικά, η Εθνική κατέρρευσε στην επανάληψη όταν αποχώρησε η… κόλλα αυτής της ομάδας, η σεβάσμια φιγούρα του Σωκράτη Παπασταθόπουλου. Διόλου τυχαίο.

Όπως επίσης διόλου τυχαία δεν είναι και η έλλειψη ομοψυχίας σε αυτό το γκρουπ. Νιώθει κανείς ότι επιστρέψαμε ξανά σε ψυχροπολεμικές περιόδους, που τα ομαδικά μπαίνουν μπροστά από την Εθνική. Ο φωτογραφικός φακός που κατέγραψε την βόλτα των διεθνών στο Τάμπερε πριν από την σέντρα έπιασε μόνο ομαδικά παρεάκια. Οι παίκτες της ΑΕΚ μαζί. Οι παίκτες του ΠΑΟΚ άλλο γκρουπ μαζί. Οι παίκτες του Ολυμπιακού ξέχωρα. Μπορεί να ήταν τυχαίο. Το πιθανότερο όμως είναι πως δεν ήταν.

Το χειρότερο που μπορεί να πάθει μία ομάδα είναι να αφήνει παγερά αδιάφορο το κοινό της. Και η Εθνική ομάδα κατάφερε να κάνει τις χρυσές εποχές της μία μακρινή ανάμνηση. Αν ήταν μόνο θέμα Σκίμπε (που οι ευθύνες του σε αυτή την εικόνα αποσύνθεσης είναι τεράστιες), τότε τα πράγματα θα ήταν υπέροχα! Θα υπήρχε η ελπίδα ότι με έναν καλό διάδοχο (έστω και επιλεγμένο κατά τύχη) το έργο θα μπορούσε να γυρίσει. Το πρόβλημα όμως δείχνει να είναι βαθιά δομικό και έχει να κάνει με ολόκληρη την τοξικότητα που εκπέμπει το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Όσοι ψάχνετε για ένα εύκολο θύμα, ναι, ο Αλέξανδρος Τζιόλης είναι μία βολικότατη απάντηση στην ερώτηση «τι φταίει». Αλήθεια, πόσοι από αυτούς που είχαν πατήσει like σε εκείνο το γκρουπ «όχι Κατσουράνης με την Κόστα Ρίκα», μελαγχολούν σήμερα λέγοντας ότι «δεν βγάζουμε πια νέους Κατσουράνηδες»;

Ο Τζιόλης φταίει για όλα…
EVENTS