MENU

Η κατάκτηση του Euro 2004 από την Ελλάδα υπήρξε μια απολύτως πρωτοφανής επιτυχία κυρίως επειδή προέκυψε απολύτως συγκυριακά. Στο ποδόσφαιρο φυσικά πολλά πράγματα κρίνονται από τις συγκυρίες. Το πρωτοφανές δεν έγκειται στο γεγονός ότι αγωνιστικά όλες οι λεπτομέρειες ήταν με το μέρος μας. Συμβαίνει καμιά φορά. Το πρωτοφανές έγκειται στο γεγονός ότι μια χώρα δίχως εθνικό ποδόσφαιρο είδε την Εθνική της να φτάνει στην κορυφή της Ευρώπης.

Πήραμε Euro ενώ είχαμε μέτριο προς κακό πρωτάθλημα, διαφθορά, στημένες διαιτησίες, καμία ουσιαστική οργάνωση, καμία σοβαρή ποδοσφαιρική υποδομή, κανένα εθνικό ποδοσφαιρικό πλάνο. Δεν είχαμε απολύτως τίποτα. Αυτό δεν νομίζω ότι έχει συμβεί ξανά στα χρονικά του αθλήματος. Από ένα ποδόσφαιρο σκέτο οίκο ανοχής να προκύπτει η πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Αυτό που ακολούθησε την κατάκτηση του Euro αποτέλεσε ένα συνεχιζόμενο παράδοξο: Το εγχώριο προϊόν, παραδομένο στις εγκληματικές οργανώσεις και τα τσιράκια τους, γινόταν ολοένα και χειρότερο αλλά η Εθνική εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα στις καλύτερες του κόσμου. Μέχρι που κάποια στιγμή μας τελείωσε κι αυτό. Η ΕΠΟ, αφού κατέστρεψε οτιδήποτε άλλο μπορούσε να καταστραφεί, κατέστρεψε και το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.

Κι έτσι σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά το έπος της Λισαβόνας και το ζενίθ της ποδοσφαιρικής μας ζωής, βρισκόμαστε σε κάτι που μοιάζει με ναδίρ αλλά δεν παίρνω και όρκο – σε ετούτη τη χώρα πάντα υπάρχει και πιο κάτω.

Μπορούν να γίνουν πολλές περισπούδαστες αναλύσεις για το τι έφταιξε και το θαύμα της Πορτογαλίας παρέμεινε αναξιοποίητο. Στην πραγματικότητα όμως το πρόβλημα είναι απλό. Δεν συνέβη κάτι δραματικό. Απλώς δεν συνέβη τίποτα. Τίποτα που να ανακόψει την ιλιγγιώδη περιδίνηση του ελληνικού ποδοσφαίρου σε ένα σπιράλ παρακμής και ανυποληψίας.

Και δεν συνέβη τίποτα διότι οι επικεφαλής δεν ήθελαν να συμβεί. Βολεύτηκαν στη λάσπη, άφησαν την κατάσταση να εκτραχυνθεί, υπέθαλψαν όταν χρειάστηκε νέες, αγριότερες μορφές διαφθοράς, ισοπέδωσαν κάθε έννοια ισονομίας και υγιούς ανταγωνισμού και γέμισαν την ατμόσφαιρα με το τοξικό δηλητήριο της ανικανότητας και της δουλοπρέπειας. Τοι δηλητήριο βεβαίως, τρυπώνει και από τις χαραμάδες. Αλλά δεν χρειάστηκε. Διότι όταν χτύπησε αναπόφευκτα και την πόρτα της Εθνικής Ελλάδος, εκείνοι του την άνοιξαν πρόθυμα.

Το πράγμα φαινόταν για όποιον ήθελε να το δει, ακόμα και πίσω από γαλανόλευκα κομφετί της 4ης Ιουλίου του 2004. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του θριάμβου το ήξεραν, το έλεγαν εμμέσως πλην σαφώς στις δηλώσεις του.

Ήταν βεβαίως το καλοκαίρι της χαράς , του Euro, των Ολυμπιακών, του «στον 7ο ουρανό αδέλφια». Δεν θέλαμε θλιμμένους στη γιορτή μας. Τώρα μας έμειναν οι θλιμμένοι και οι θλιβεροί. Και η γιορτή έχει τελειώσει προ πολλού.

Κι ωστόσο , επειδή η χώρα αυτή είναι η χώρα του παράλογου, αν με ρωτάτε πότε είχε το ελληνικό ποδόσφαιρο καλύτερες προοπτικές να αναγεννηθεί ουσιαστικά, θα σας έλεγα το 2016 κι όχι το 2004! Τότε ήταν εμφανές ότι τίποτα δεν επρόκειτο να αλλάξει. Τώρα, με τους Γκιρτζίκηδες στην πόρτα της εξόδου, την εγκληματική οργάνωση να τρεκλίζει πανικόβλητη και με όλους τους εμπλεκόμενους, από την Nova μέχρι τους μικρομεσαίους της Σούπερ Λίγκας να έχουν αντιληφθεί πώς δεν πάει άλλο, το «τίποτα» δεν αποτελεί πλέον επιλογή. Τώρα θα γίνει κάτι. Και αυτό το κάτι…κάτι μου λέει θα είναι σαρωτικό! Το σύστημα διέπραξε το αμάρτημα της αλαζονείας. Και θα το πληρώσει.

Η κατάκτηση του Euro 2004 δεν μας οδήγησε πουθενά. Η κατάκτηση του ποδοσφαιρικού απόπατου ίσως μας οδηγήσει κάπου.

Υπό αυτή την έννοια, ίσως η παρουσία του Βαγγέλη Μαρινάκη στο ελληνικό ποδόσφαιρο να αποδειχθεί χρησιμότερη από εκείνη την Θοδωρή Ζαγοράκη. Ενδιαφέρον δεν έχει;

Ο Μαρινάκης χρησιμότερος του Ζαγοράκη
EVENTS