MENU

Τον κοιτούσες στον πάγκο και ήταν ο ορισμός του blue collar guy. Φορούσε καλοσιδερωμένες φόρμες, το κοντομάνικο polo μέσα από το παντελόνι, όπως προστάζει το σαβουάρ βιβρ. Ξυρισμένος κόντρα, γυαλισμένος, με χωρίστρα που δεν πετούσε ούτε τρίχα, ο ορισμός του καλού παιδιού. Ο Λιονέλ Σκαλόνι θα ήταν ένας γαμπρός που θα ονειρευόταν κάθε μπαμπάς για την κόρη του.

Ένας άκρως καθωσπρέπει κύριος, ήρεμος, καλοσυνάτος, με τρόπους και ευγένεια. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Ο Λιονέλ Σκαλόνι θα ήταν υπέροχος για τραπεζικός υπάλληλος, αλλά όχι για προπονητής της Εθνικής Αργεντινής. Όχι τουλάχιστον ως πρώτη του δουλειά! Ούτε με μέσον τέτοιος διορισμός!

Όλος ο κόσμος υποστηρίζει ότι στο Μουντιάλ του 1986 ήταν ο Μαραντόνα και 10 άμπαλοι. Υπερβολικός χαρακτηρισμός για μία ομάδα που είχε μέσα Βαλντάνο και Μπουρουσάγα. Αυτό που παραβλέπει ο περισσότερος κόσμος ήταν τα πρωτοπαλίκαρα που είχε γύρω του, πίσω του, πλάι του ο Ντιέγκο. Μόνο η όψη του Σέρτζιο Μπατίστα με την μαλούρα και το μούσι σε έκανε να θέλεις να αλλάξεις δρόμο, εκεί δεν μπλέκεις.

Αν πήγαινες από την άλλη πλευρά θα σε «καθάριζε» ο Όσκαρ Ρουγκέρι, δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσεις. Στον περιβάλλοντα χώρο κυκλοφορούσαν κι άλλα δρεπάνια. Ο (μακαρίτης) ο Κουτσιούφο, ο Ολαρτικοετσέα, ο Τζιούστι είχαν ντοκτορά στην κλωτσιά. Η επόμενη γενιά των χαφ είχε τον Τσόλο Σιμεόνε, τον Σενσίνι, τον Ματίας Αλμέιδα παίκτες που μπορούσαν να σου τσακίσουν το πόδι, δίχως καν να σου κάνουν φάουλ. Η επόμενη γενιά έβγαλε τον Άγιαλα, τον Βάλτερ Σάμουελ, τον Χάιντσε, τον Μασκεράνο. Που να πλησιάσεις; Ρίσκαρες τα πόδια σου;

Η Αργεντινή πάντα έβγαζε τεράστιους μπαλαδόρους, αλλά και επιστημονικά τσεκούρια. Η αναλογία ήταν πάντα η σωστή. Μόνο που τα τελευταία χρόνια η Αργεντινή φλώρεψε. Εντελώς όμως. Στο γήπεδο βρίσκονται ο Μέσι και 10 Σκαλόνι. Σωστοί, μετρημένοι, ατσαλάκωτοι, μα φλώροι.

Υπάρχει ένας όρος στα αγγλικά που μπορεί να περιγράψει αυτό που έπαθε η μπιανκοσελέστε στα δύο πρώτα ματς του Κόπα Αμέρικα απέναντι σε Κολομβία και Παραγουάη, μα τα φτωχά μου ελληνικά δεν με βοηθάνε να την μεταφράσω σωστά. Η Αργεντινή… was outmuscled και στα δύο ματς. Λαϊκιστί, οι Κολομβιανοί και οι Παραγουανοί τους έβαλαν κάτω και τους… έδειραν. Έβαλαν δύναμη, έβαλαν πολύ δύναμη, τάκλιν στο τάκλιν, τους τζάρτζαραν, έπεφταν με θυμό, με οργή σε όλες τις 50-50 μπάλες.

Ποιον να φοβηθούν άλλωστε;

Τον Ντι Μαρία που είναι σαν λακέρδα; Τα ομορφόπαιδα στο κέντρο (Παρέδες, Λο Σέλσο, Ντε Πάουλ, Λο Σέλσο) που είναι βγαλμένοι από το ίδιο καλούποι, μπαλάτοι, αλλά αλλεργικοί στις επαφές; Τον Μέσι που μαρκάρει με τα μάτια και περπατάει; Τον Οταμέντι που προκαλεί γέλιο με τα βαμμένα γαλάζια μαλλιά; Εδώ έφτασαν να παίζουν κόφτες ο Γκούιδο Πισάρο και ο Γκούιδο Ροντρίγκες δύο χαφ που λες και φοβούνται να κάνουν φάουλ. Ψηλοί, όρθιοι, ακούνητοι. Τους έβλεπες στην πρεμιέρα απέναντι στα… ντούκια από την Κολομβία και έτρεμες μην τυχόν και… σπάσουν!

Που είναι το περίφημο ρητό «είτε η μπάλα είτε ο παίκτης»; Ακόμα κι αυτό χάθηκε από την αργεντίνικη σχολή που έγινε μόνο φράτζες, τατουάζ και να ‘χαμε να λέγαμε.

Εδώ που τα λέμε τι σοβαρότητα να περιμένεις από μία ομοσπονδία που έχει αλλάξει τέσσερις προέδρους και άλλους τόσους προπονητές την τελευταία πενταετία;

Η Αργεντινή έχει την ευλογία να διαθέτει στις τάξεις της τον καλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών (κατά την γνώμη του υπογράφοντος), μα την κατάρα να βιώνει την μεγαλύτερη ποδοσφαιρική κρίση ταυτότητας της ιστορίας της. Να μην μπορεί να τον πλαισιώσει με τίποτα αντιπροσωπευτικό της σχολής της, τίποτα αντιπροσωπευτικό σε top-class όπως παίζεται σήμερα το σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Δεν έχει σημασία αν κερδίσει το Κατάρ την τελευταία αγωνιστική, περάσει στην επόμενη φάση του Κόπα Αμέρικα και αποφύγει το ρεζιλίκι. Το ίδιο έγινε in extremis και πέρσι στην τελευταία αγωνιστική των ομίλων του Μουντιάλ και στον επόμενο γύρο, η ποδοσφαιρική αλήθεια φάνηκε, ήρθε το «ντόρτι» από την Γαλλία. Η Αργεντινή δεν μπορεί να υποστηρίξει κανένα πλάνο στο γήπεδο είναι μία ομάδα δεδομένα εκτός χρόνου και συνήθως εκτός τόπου. Μία ομάδα δεύτερης ταχύτητας -πια- ακόμα και στην Λατινική Αμερική και σίγουρα πολύ πολύ πίσω από τις υπερδυνάμεις της Ευρώπης.

Μία ομάδα που δεν μπορεί να πιέσει ψηλά (γιατί κανείς δεν μπορεί ή δεν θέλει να πιέσει ψηλά), μία ομάδα που δεν μπορεί να δημιουργήσει απέναντι σε κλειστές άμυνες, μία ομάδα χωρίς αμυντικό τρανζίσιον, μία ομάδα που δεν κάνει τίποτα πολύ καλά, μία ομάδα χωρίς ταυτότητα, ούτε φιλοσοφία. Ο Μέσι και 10 τυχαίοι παίκτες, που εδώ και χρόνια αλλάζουν σε κάθε ματς, μπας και κολλήσουν κάποιοι με κάποιους και προκύψει κάτι σχεδόν κατά τύχη.

Και οι διοργανώσεις χάνονται η μία μετά την άλλη, πιο προβλέψιμα κι από τις χάντρες του κομπολογιού που χτυπούν η μία την άλλη...

Πώς… φλώρεψε έτσι η Αργεντινή;
EVENTS