MENU

Λίβερπουλ-Ρόμα, όταν έπαιξαν τον τελικό στο Ολίμπικο το 1984, στους ημιτελικούς είχαν αποκλείσει η Λίβερπουλ τη Ντινάμο Βουκουρεστίου και η Ρόμα τη Νταντί Γιουνάιτεντ. Την επόμενη χρονιά, τη χρονιά του Χέιζελ, στους «4» έπαιξε η Μπορντό. Και ο Παναθηναϊκός. Εκεί γύρω, λίγο πριν λίγο μετά στα 80s, σε ημιτελικό Πρωταθλητριών έφτασαν η Γκέτεμποργκ, η CSKA Σόφιας, η Βίτζεβ Λοτζ. Άλλη εποχή, άλλος κόσμος, άλλο ποδόσφαιρο.

Τώρα, Ντινάμο Βουκουρεστίου και Νταντί Γιουνάιτεντ είναι…η Λίβερπουλ και η Ρόμα. Τώρα, εάν δεν κρατάει η σκούφια σου από Ισπανία/Αγγλία/Γερμανία/Ιταλία, ξέχασέ το. Αυτές είναι, οι top-4 λίγκες, και τέλος. Οι λοιποί, Γιουρόπα Λιγκ. Που κι αυτό πάλι, μόνον εύκολο δεν είναι. Εξ ου και ο ολοκληρωτικός σεβασμός που δικαιούται η Ζάλτσμπουργκ. Μια ομάδα που ξεκίνησε από δεύτερο προκριματικό γύρο Τσάμπιονς Λιγκ, προτού καν μεσιάσει ο Ιούλιος. Κι είναι ακόμη εδώ.

Λίβερπουλ-Ρόμα, έχουν μία διαφορά. Το καλό/κακό της Λίβερπουλ είναι ότι ή θα κατακτήσει το τρόπαιο…ή τίποτα. Ενδιάμεσες καταστάσεις, συμμετοχές σε ημιτελικούς ή ακόμη και σε τελικό, δεν λένε και δεν μετράνε. Η Αθήνα-2007, η ήττα από τη Μίλαν, «δεν υπάρχει» στην ανθολογία τους. Το καλό/κακό της Ρόμα είναι ότι έχει, ήδη, γράψει χρυσό κεφάλαιο. Ο Ντι Φραντσέσκο, ο Τζέκο, ο Μανωλάς καταχωρήθηκαν στα χρονικά. Ανεξίτηλα.

Το ρόστερ της Λίβερπουλ δεν είναι για τον τίτλο στην Πρέμιερσιπ. Αλλ’ η ομάδα της Λίβερπουλ, πλήρης ει δυνατόν, είναι για τα νοκ-άουτ. Αρα, για όλο τον δρόμο ως και το Κίεβο. Επιπλέον, ο Κλοπ αφήνει δείγματα σταδιακής εξισορρόπησης εκείνου του πρότερου σεναρίου «τρομερή επίθεση/ασόβαρη άμυνα». Διακρίνει κανείς (έστω, με τα δάχτυλα σταυρωμένα…) πειθαρχία, οργάνωση, ωρίμανση. Με μια λέξη, διακρίνει κανείς εξέλιξη.

Το θέμα είναι ότι ακριβώς την ίδια αντιδιαστολή, ρόστερ που δεν κάνει για τίτλο αλλά ομάδα που κάνει για νοκ-άουτ, μπορεί να τη δει ο ουδέτερος παρατηρητής και στη Ρόμα εξίσου. Πώς να πάρει τον τίτλο στη Serie A με, κιόλας, 6 ήττες (και 17 γκολ παθητικό) σε 16 εντός έδρας ματς; Αλλά και πώς να μη κάνει καριέρα στην Ευρώπη με 5 εντός έδρας ματς Τσάμπιονς Λιγκ στα οποία το σκέλος του σκορ δεξιά της παύλας είναι, και στα πέντε, μηδέν; Κατά σειράν 0-0, 1-0, 3-0, 1-0, 3-0.

Αμα μεσοβδόμαδα είχε φύγει (μετά τη Μπαρσελόνα, και) η Ρεάλ, τότε θ’ άρχιζα να πιστεύω πως η κούπα γράφει εφέτος Λίβερπουλ. Η Ρεάλ, όμως, δεν φεύγει. Η Ρεάλ ξεφεύγει. Πάντοτε, όποτε η παρτίδα είναι στο όριο, διαφεύγει. Μια πενταετία τώρα, μονάχα η Γιουβέντους το 2015 μπόρεσε και την έκανε καλά. Μία και μοναδική φορά! Κανείς άλλος. Ποτέ. Αν υπάρχει η ομάδα να κατακτήσει τη σήμερον ημέρα τρία σερί, πράγμα που έχει να συμβεί από τα 70s (Μπάγερν), αυτή είναι η Ρεάλ.

Η Ρεάλ είναι ένα αναγκαίο κακό. Χειρότερο, είναι να την πετύχεις σε δύο αγώνες. Μη χείρον, σε ένα. Ιδανικό, σε…κανένα. Προς το παρόν, η Λίβερπουλ απέφυγε το χειρότερο. Το μη χείρον θα είναι το Κίεβο. Το ιδανικό, η πρόκριση της Μπάγερν. Η Μπάγερν είναι «μέρα με νύχτα» με τον κυρΓιουπ. Ο Χάινκες δεν είναι των επαναστάσεων. Είναι της ταυτότητας, του πνεύματος, της τακτοποίησης. Το(ν) ξέρει και η Ρεάλ, από τον τίτλο του 1998. Επίσης, ο κυρΓιουπ δεν χάνει ημιτελικούς.

Πέρυσι στο Μπερναμπέου, η Ρεάλ στον προημιτελικό διέφυγε…με την πιστολιά. Ετσουξε, όσο τίποτε άλλο τα πολλά τελευταία χρόνια, το βαυαρικό ιερατείο. Ο Ρουμενίγκε, ακόμη δεν το έχει ξεπεράσει. Ετσουξε, τουλάχιστον όσο και τον Ανιέλι την Τετάρτη. Το διοικείν ωστόσο, εστί καταπίνειν! Καταπίνεις την πιστολιά, και περιμένεις την επόμενη ευκαιρία. Εάν είσαι η Μπάγερν (και είναι η Ρεάλ), η επόμενη ευκαιρία θα έρθει πιο γρήγορα παρά αργά. Το gran clasico του Πρωταθλητριών.

Καταπίνεις την πιστολιά, περιμένεις την ευκαιρία