MENU

Μου είχε μείνει ένας παίκτης της, ο Κάρλος Κασέλι με το μουστάκι, μορφή. Το έχει, το μουστάκι, ακόμη. Τον ξαναείδα πρόσφατα, σε ντοκιμαντέρ του ESPN για το πώς έφτασαν οι Χιλιανοί σ’ εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο. Με μια νίκη σε πλέι-οφ επί της Σοβιετικής Ενωσης, άνευ αγώνος.

Ηταν πολύ φρέσκια, τότε, η χούντα του Πινοσέ που ανέτρεψε τον μαρξιστή Αλιέντε. Θέριζε η caravana de la muerte, ένα παραστρατιωτικό τάγμα θανάτου. Το Εθνικό Στάδιο στο Σαντιάγο έγινε το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όσων συλλαμβάνονταν.

Ο Αλιέντε σκοτώθηκε, ή αυτοκτόνησε. Ηταν, τέλη ’73, η εποχή του ελληνικού Πολυτεχνείου. Λίγο μετά, πέθανε από καρκίκο και ο άλλος πυλώνας, ο εθνικός ποιητής Νερούδα (Κάντο Χενεράλ, Μίκης, μεταφράσεις Λευτέρη Παπαδόπουλου κ.λπ.). Η κηδεία του εξελίχθηκε σε αντιδικτατορικό συλλαλητήριο.

Σηκώθηκε ένα παγκόσμιο κύμα, ευαισθησίας και αλληλεγγύης. Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν να πάνε, να παίξουν. Η FIFA υποτίθεται πως έλεγξε την κατάσταση στο Στάδιο και…δεν είδε κάτι. Οι παίκτες της Χιλής βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο, άλλαξαν πέντε πάσες, έβαλαν ένα γκολ στο άδειο τέρμα, κι έφυγαν. Μαύρη παρωδία.

Ο Κασέλι έλεγε πως έκτοτε, όπου εμφανίζονταν στο εξωτερικό, διαδηλωτές έκραζαν τους ποδοσφαιριστές της Εθνικής. Τσιράκια του Πινοσέ. Η ειρωνεία είναι ότι ο εμβληματικός Κασέλι ήταν αριστερός. Ισως ο μοναδικός αντικαθεστωτικός, που το καθεστώς δεν θέλησε να διώξει.

Αργότερα έμαθα, απ’ τη βιβλιογραφία και το οπτικό υλικό, πώς οι Χιλιανοί έκαναν το Μουντιάλ του ’62. Μια χώρα φτωχή, ρημαγμένη από σεισμούς, που ζήτησε τη διοργάνωση επειδή «δεν έχουμε τίποτε άλλο». Το απλοϊκό επιχείρημα ήταν του προέδρου της ομοσπονδίας τους. Επιασε. Ο ίδιος δεν έζησε, να το χαρεί.

Εφυγε απ’ τη ζωή, λίγο πριν το τουρνουά. Μεταξύ όσων δεν πρόλαβε, ήταν το πιθανότατα πιο βρώμικο ματς στην ιστορία των Παγκόσμιων Κυπέλλων. Χιλή-Ιταλία, στον όμιλο. Ούτως ή άλλως οι Ιταλοί ήταν αντιπαθείς, σ’ ολόκληρη τη Νότια Αμερική. Τους πετροβολούσαν, ακόμη και στις προπονήσεις. 

Επειδή «λήστευαν» παίκτες και τους έπαιρναν, με πάτημα την ιταλική καταγωγή των προγόνων τους, στη Σκουάντρα. Οι περίφημοι oriundi. Σίβορι, Αλταφίνι, Σορμάνι, Μάσκιο. Τον συγκεκριμένο αγώνα, τον έκαναν πόλεμο οι ανταποκρίσεις κανα-δυο κοκορόμυαλων Ιταλών απεσταλμένων.

Εγραψαν στις εφημερίδες τους για την ασχήμια της πόλης, την εγκληματικότητα, τα ήθη των ντόπιων γυναικών. Φυγαδεύτηκαν άρον-άρον πίσω στην Ιταλία, έφαγαν κατά λάθος ξύλο άλλοι δημοσιογράφοι που δούλευαν στο Σαντιάγο, έμεινε σαν βορά στο εξαγριωμένο πλήθος η ομάδα.

Οι μπουνιές, οι κλωτσιές, οι φτυσιές, τα μαλλιοτραβήγματα, όλα άρχισαν απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο. Μια παρτίδα κατς. Ηταν η πρώτη φορά στην ιστορία, που το βίντεο χρησιμοποιήθηκε εκ των υστέρων για πειθαρχικούς λόγους. Εδερναν οι μεν, έδερναν οι δε, αλλ’ οι αποβολές ήταν μονάχα εις βάρος των Ιταλών.

Ο διαιτητής, ένας Αγγλος, ο Κεν Αστον, έχασε τον μπούσουλα. Είναι ο άνθρωπος που αργότερα, όταν αποσύρθηκε, επινόησε και εισήγαγε την κίτρινη και την κόκκινη κάρτα. Χαζεύοντας τα φανάρια, σε μια διασταύρωση. Αυτός που έμελλε να πάρει πρώτος κόκκινη σε παιγνίδι Μουντιάλ, το ’74 στη Γερμανία, ήταν…ο Κασέλι!

Η Χιλή, οικοδέσποινα το ’62, πήρε την 3η θέση. Ηταν το κορυφαίο success story, πριν απ’ αυτό εδώ στο Κόπα Αμέρικα. Με μια μεγάλη, σε σχέση με το παρελθόν τους, διαφορά. Η κερκίδα που είδαμε να παραληρεί, πλέον είναι ο πληθυσμός μιας χώρας-λίντερ στη Νότια Αμερική.

Λίντερ σε δημοκρατική σταθερότητα και σε κατά κεφαλήν εισόδημα, στη λεγόμενη ανάπτυξη με ανθρώπινο πρόσωπο, σε ευημερία και ανταγωνιστικότητα, σε (χαμηλό) δείκτη διαφθοράς. Για τον δε συμβολισμό, η προεδρίνα της χώρας που την έδειξε κι αυτή κάποια στιγμή η τηλεόραση να τρελαίνεται μετά τα πέναλτι, η Μισέλ Μπασελέ, 20-25 χρονώ κορίτσι, φοιτήτρια στα κάγκελα, είχε ζήσει τον χαμό του πατέρα της. Στα βασανιστήρια της χούντας. 

Το success story της Χιλής
EVENTS