MENU

Στη Λεωφόρο δεν γλίτωσε ο ΠΑΟΚ. Δεν γλίτωσε ούτε ο Ολυμπιακός. Ο Αρης θα γλίτωνε; Θα ήταν οξύμωρο ποδοσφαιρικά να συνέβαινε κάτι τέτοιο, όσο κι αν η ομάδα της Θεσσαλονίκης είναι αρκετά ανταγωνιστική, έχει διατηρήσει τον κορμό και κατ’ επέκταση τη συνοχή της και διαθέτει στο ρόστερ της παίκτες με ποιότητα και προσωπικότητα. 

Οπως για παράδειγμα ο Φαμπιάνο που περιόρισε αισθητά τον Ιωαννίδη ή ακόμα καλύτερα ο Ιτούρμπε που θύμιζε Αμραμπατ στο δεύτερο ημίχρονο του κυριακάτικου ματς και έδινε την εντύπωση ότι παλεύει μόνος του για να σώσει την ισοπαλία από την πλευρά του Αρη.  

Η ιστορική έδρα του τριφυλλιού μοιάζει με καμίνι και δίνει τεράστια ώθηση στην ομάδα, οι παίκτες έχουν αφομοιώσει πολύ καλά την ποδοσφαιρική φιλοσοφία του Γιοβάνοβιτς, βασικός κορμός υπάρχει ξεκάθαρα πλέον και ο Παναθηναϊκός έχει πάρει φόρα, έχει βρει την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν και δείχνει ασταμάτητος. 

Παραμένει η μοναδική αήττητη ομάδα στα πλέι οφ, ενώ στη Λεωφόρο έχει να ηττηθεί από τις 29 Γενάρη κόντρα στον Αστέρα Τρίπολης με το πέναλτι από το πουθενά του Σάντσες στο φινάλε, σ’ ένα ματς που μόνο για διπλό δεν ήταν.  

Εν πάση περιπτώσει, η ουσία είναι ότι ο Παναθηναϊκός πατάει γερά στα πόδια του και έχει το μομέντουμ προκειμένου να μην φοβάται κανέναν αυτήν την περίοδο.

Η νίκη κόντρα στον Αρη τον έφερε στην τρίτη θέση, το ματς είχε χαρακτήρα εξάποντου, αλλά το πιο σημαντικό παιχνίδι έως τώρα στα πλέι οφ δεν ήταν αυτό της Λεωφόρου, αλλά στο «Κλεάνθης Βικελίδης». 

Οταν η ομάδα πήγε αποδεκατισμένη στη Θεσσαλονίκη, δεν κινδύνεψε, δεν έχασε και χαλυβδώθηκε. 

Την Κυριακή αρκούσε απλώς ένα «κανονικό» πρώτο ημίχρονο. Σε εκείνο το διάστημα είχε τον απόλυτο έλεγχο, πέτυχε ένα γκολ από στατική φάση, είχε ένα δοκάρι και λίγο πριν την ανάπαυλα υποδέχτηκε μετά χαράς το δώρο του Καμαρά και το αριθμητικό πλεονέκτημα. 

Ούτε παραγγελιά να ήταν. Η ίδια πράσινη ενδεκάδα είχε δώσει δύο ημιτελικούς στο Κύπελλο, με τη ρεβάνς να διεξάγεται σ’ ένα γήπεδο… ιδανικό για επιβαρύνσεις και τραυματισμούς από τη στιγμή που η διοίκηση της Λαμίας δεν είχε μπει στον κόπο να βρέξει το χορτάρι. 

Αρκούν δύο παίκτες να εμφανίσουν σημάδια κόπωσης για να δημιουργηθούν κενά και να χαλάσουν τη συνοχή μιας ομάδας και ο Παναθηναϊκός έχανε όσο περνούσε η ώρα τη φρεσκάδα του, ειδικότερα στον νευραλγικό χώρο του άξονα της μεσαίας γραμμής (Πέρεθ-Βιγιαφάνιες).

Συν τοις άλλοις, υπήρξε κι ένα είδος εφησυχασμού μετά την αποβολή του Καμαρά, με συνέπεια να μην έχει καλή εικόνα η ομάδα στο δεύτερο μισό του αγώνα, παρότι κινδύνεψε για πρώτη φορά στο 54’ και για τελευταία στο… 56’. 

Υπήρχε όμως κι ένας τρίτος λόγος. Η απουσία του Μιγιάτ Γκατσίνοβιτς. 

Ο Σέρβος μεσοεπιθετικός κάνει πολλά ποιοτικά πράγματα πάνω στο χορτάρι που δεν φαίνονται εύκολα σ' ένα άπειρο μάτι και η παρουσία του στην ενδεκάδα του Παναθηναϊκού προσδίδει στοιχεία απαραίτητα για την αγωνιστική πληρότητα της ομάδας. Τα κυριότερα όλων: ταχύτητα, αντίληψη του χώρου και ποιοτικές πάσες/ασίστ. 

Είναι ο μοναδικός επιτελικός μέσος του πράσινου ρόστερ που μπορεί να βγάλει... σφαιράτα την ομάδα στο επιθετικό τρανζίσιον, να δημιουργεί ποιοτικές υπεραριθμίες όταν μετατοπίζεται στα άκρα (και δη στη δεξιά πλευρά, δημιουργώντας τρίγωνο με τους Παλάσιος και Κώτσιρα), να σεντράρει σημαδεύοντας με ακρίβεια τους συμπαίκτες του και, σε φάση άμυνας, να πρεσάρει για… θάνατο τους αντίπαλους αμυντικούς. 

Αυτό που δεν έχει είναι το εύκολο γκολ, αλλά το πακέτο των θετικών χαρακτηριστικών του είναι δυσεύρετο για τα ελληνικά δεδομένα και υπεραπαραίτητο για τον Παναθηναϊκό του Γιοβάνοβιτς. 

Κυρίως σε ό,τι αφορά την ικανότητα της ομάδας να αντιμετωπίζεται δύσκολα απ' τους αντιπάλους της, τόσο στο σετ παιχνίδι όσο και στο τρανζίσιον.

Θα ήταν ευχής έργο να παραμείνει ο Γκατσίνοβιτς στο έμψυχο δυναμικό του τριφυλλιού και την επόμενη σεζόν. 

Μετράει ήδη δύο ασίστ σε πέντε συμμετοχές στα πλέι οφ και για λίγα εκατοστά θα της έκανε τρεις, εάν το σουτ του Παλάσιος δεν τράνταζε το κάθετο δοκάρι του Κουέστα στο 20΄. 

Με την ευκαιρία της αναφοράς στον Παλάσιος, ο Αργεντινός εξτρέμ σε μία μέτρια βραδιά που δεν του βγήκαν πολλά πράγματα αναλογικά με την ποιότητά του, είχε το σουτ στο δοκάρι στο πρώτο κι άλλο ένα σουτ στο δεύτερο ημίχρονο που πήγαινε στο «παράθυρο», αλλά ο Κουέστα παραχώρησε κόρνερ, ασχέτως εάν ο «τρομερός» Αζέρος διαιτητής ανακάλυψε άουτ. 

Είχε επιπλέον και ένα σλάλομ έξω από την περιοχή που κατέληξε σε πάσα... πάρε-βάλε στον Αϊτόρ που έσωσε ο τερματοφύλακας του Αρη, ενώ πρέσαρε σαν σκύλος από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό που αγωνίστηκε. 

Σε μία μέτρια προς κακή βραδιά για τα δεδομένα του, επαναλαμβάνουμε, ο Παλάσιος ήταν «μέσα» σε τρεις μεγάλες φάσεις και το κυριότερο έδειξε σε όλη την ομάδα για πολλοστή φορά τι σημαίνει σωστή νοοτροπία και κατάθεση ψυχής. 

Το τελευταίο το γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους στον Παναθηναϊκό, βέβαια, ο Φραν Βέλεθ. Εχει κερδίσει καιρό τώρα τα «σπέκια» για τα ψυχικά του αποθέματα ο Ισπανός στόπερ και με τη φετινή εικόνα του δείχνει ότι κάνουν λάθος όσοι τον θεωρούν αμελητέα ποσότητα στο ρόστερ της ομάδας. Το αντίθετο ισχύει. 

Από την ημέρα, δε, που κούμπωσε με το ταίρι του στην καρδιά της άμυνας, σ' εκείνο το ματς με τον Ατρόμητο στη Λεωφόρο τον Δεκέμβρη του 2021, όταν επέστρεψε ο Μπαρτ Σένκεφελντ μετά από επτά ολόκληρους μήνες στην ενεργό δράση, ο Παναθηναϊκός βρήκε τη θωράκιση και τη χημεία που του έλειπε στο κέντρο των μετόπισθεν. 

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ήταν οι κορυφαίοι του γηπέδου απέναντι στον Αρη και δεν πέρναγε τίποτα στον τομέα ευθύνης τους, ούτε ότι ο Ολλανδός πέτυχε το γκολ που καθόρισε το αποτέλεσμα. 

Είναι ότι με την παρουσία τους και τη χημεία που παρουσιάζουν αυτούς τους τέσσερις μήνες προσφέρουν ασφάλεια σε όλη την αμυντική λειτουργία της ομάδας. 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι με το δίδυμο Σένκεφελντ-Βέλεθ ο Παναθηναϊκός έχει δεχτεί τα μισά γκολ σε σχέση με το διάστημα που ο Ολλανδός ήταν εκτός αγωνιστικής δράσης, 

Εντεκα γκολ είχε δεχθεί το τριφύλλι σε δώδεκα ματς στο πρωτάθλημα χωρίς τον Σένκεφελντ, και δώδεκα γκολ σε είκοσι ένα (21) ματς με τον Σένκεφελντ, από τα συνολικά είκοσι τρία (23) τέρματα παθητικό σε τριάντα δύο (32) αγώνες…

Παρεμπιπτόντως, ο Παναθηναϊκός έχει δεχθεί μόλις τρία γκολ στα τελευταία έντεκα παιχνίδια του, γεγονός που έχει παίξει κομβικό ρόλο τόσο για την πρόκριση της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου μετά από οκτώ χρόνια, όσο και για το αήττητο των πλέι οφ. 

Οι «βράχοι» της άμυνας, ο υπερπολύτιμος Γκατσίνοβιτς και το παράδειγμα του Παλάσιος
EVENTS