MENU

Δεν χωράει αμφιβολία ότι το 2022 αποτελεί χρονιά ορόσημο για τον Παναθηναϊκό, κυρίως εξαιτίας των εξελίξεων που προβλέπονται στο μείζον θέμα της ανέγερσης νέου ποδοσφαιρικού γηπέδου και της κατασκευής σύγχρονων εγκαταστάσεων για τα τμήματα του Ερασιτέχνη.  

Σε λίγους μήνες από σήμερα αναμένεται να έχει ξεκαθαρίσει πλήρως το τοπίο και να γνωρίζουμε εάν θα πρόκειται για ένα ακόμη πυροτέχνημα από τα πολλά που έχουν δει τα μάτια μας όλα αυτά τα χρόνια ή αν πράγματι υπάρχει η πολιτική βούληση και έχουν ωριμάσει γενικότερα οι συνθήκες για να γυρίσει σελίδα ο σύλλογος και να αλλάξουν άρδην τα δεδομένα που τον περιστοιχίζουν. 
 
Η πανοραμική εικόνα δείχνει με σαφήνεια ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο διακύβευμα από το γηπεδικό και τη λύση του έστω και κατόπιν εορτής, μία λύση που μπορεί να αποδειχθεί ευεργετική για το παρόν και κυρίως το μέλλον, την εξέλιξη και τη συνέχεια του Παναθηναϊκού έτσι όπως τον ορίζει ο ύμνος και η ένδοξη ιστορία του.

Στο αμιγώς ποδοσφαιρικό σκέλος, το 2022 υποδέχθηκε έναν Παναθηναϊκό σε καλύτερη μοίρα και με σαφώς μεγαλύτερη προοπτική σε σχέση με το 2021.

Εναν Παναθηναϊκό που δεν πάτησε ένα μαγικό κουμπί για να εκτοξευτεί στο ιστορικό του εύρος, αυτό θα ήταν επί του πρακτέου αδύνατον άλλωστε, αλλά που έβαλε τις ποδοσφαιρικές βάσεις και πλέον εγκυμονεί την ελπίδα για τη σταδιακή του επιστροφή στην κανονικότητα.  

Στο πρόσωπο του Ιβάν Γιοβάνοβιτς οι πράσινοι βρήκαν έναν προπονητή που έβαλε τάξη και συμμάζεψε τα ασυμμάζευτα, έθεσε αρχές και ρόλους, ξεκίνησε από την «αλφαβήτα» και αξιοποιεί σταδιακά μεγάλο μέρος του έμψυχου δυναμικού, ορίζοντας πρωταγωνιστές παίκτες που είχαν απαξιωθεί την περασμένη σεζόν, μέσα από τον ομαδικό τρόπο παιχνιδιού που διδάσκει. 

Προφανώς και το τριφύλλι δεν μεταμορφώθηκε σε κύκνος μέσα σε λίγους μήνες, θα ήταν κόντρα σε κάθε είδους λογική να συνέβαινε κάτι τέτοιο, είναι όμως ξεκάθαρη η βελτίωση σε όλους τους τομείς. Από τα αποδυτήρια έως το χορτάρι.

Το κυριότερο όλων, εντούτοις, είναι ότι τα περιθώρια άμεσης βελτίωσης της ομάδας είναι μεγαλύτερα. 


Για του λόγου το αληθές αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι τα δύο πιο ηχηρά ονόματα της καλοκαιρινής μεταγραφικής περιόδου, ο Σεμπαστιάν Παλάσιος και ο Ματέους Βιτάλ, δεν έχουν ακόμη φτάσει στο εύρος επιρροής που συνόδευαν τα χαρακτηριστικά και τα βιογραφικά τους.

Αμφότεροι προέρχονται από τη Λατινική Αμερική, από εντελώς διαφορετικές ποδοσφαιρικές κουλτούρες, έχοντας κάνει σε άλλες ομάδες και σε εντελώς διαφορετικά χρονικά διαστήματα προετοιμασία (σε σχέση με τους υπόλοιπους πράσινους), με πολλά ματς στα πόδια τους. Δεν ήρθαν απλώς από άλλη χώρα, αλλά από άλλη ήπειρο για πρώτη φορά στην καριέρα τους.

Ο μεν Παλάσιος αποτέλεσε την πιο δαπανηρή μεταγραφή των τελευταίων ετών, ο δε Βιτάλ διαθέτει ένα από τα καλύτερα βιογραφικά σε σχέση με την ηλικία του. 

Με την πράσινη φανέλα και το τριφύλλι στο στήθος ο 29χρονος Αργεντινός έχει αγωνιστεί σε 17 ματς (σε πρωτάθλημα και κύπελλο), έχοντας σημειώσει δύο γκολ και δώσει ισάριθμες ασίστ, ενώ σε αντίστοιχους αγώνες (17) έχει χρησιμοποιηθεί και ο 23χρονος Βραζιλιάνος με ένα γκολ και μία ασίστ στο ενεργητικό του. 

Ο Βιτάλ «μάγεψε» στις πρώτες του εμφανίσεις, σήκωσε στο πόδι τη Λεωφόρο, μοίραζε αφειδώς σακούλες στους αντιπάλους του και πιστοποίησε αμέσως τις τεχνικές του αρετές και τις συστάσεις που τον συνόδευαν. 

Υπήρξε διεθνής με τις μικρότερες Εθνικές ομάδες της Βραζιλίας, η Κορίνθιανς έδωσε 2 εκατ. ευρώ στη Βάσκο ντα Γκάμα για την απόκτησή του ενόσω δεν είχε κλείσει ακόμα τα 20 του χρόνια, κατέκτησε το πρωτάθλημα Παουλίστα δύο φορές και μέχρι την απόκτησή του από τον Παναθηναϊκό είχε αγωνιστεί σε 182 ματς με την Κορίνθιανς σκοράροντας 14 φορές.

Μετά το εντυπωσιακό του ξεκίνημα στον Παναθηναϊκό, ωστόσο, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. 

Εμφάνισε σημάδια κόπωσης και έλλειψης φρεσκάδας κουβαλώντας στις πλάτες του 31 ματς στη Βραζιλία, οι αντίπαλοι τον περιόριζαν αισθητά ολοένα και περισσότερο με συνέπεια να χάσει δικαίως τη θέση του στην ενδεκάδα. 

Πλέον οφείλει να κάνει «step up». Το χρειάζεται η ομάδα, το έχει ανάγκη ο ίδιος και είναι σαφές ότι δεν ξέχασε τη μπάλα μέσα σε λίγους μήνες. 

Ο Παλάσιος είχε διαφορετική εξέλιξη. Μπήκε να κολυμπήσει στα βαθιά νερά ως «η μεγάλη μεταγραφή» έχοντας φύγει για πρώτη φορά από την Αργεντινή. Είχε ξεκάθαρο άγχος και έψαχνε το βηματισμό του στα πρώτα ματς, ενώ δεν τον βοήθησε να βρει ρυθμό και σταθερότητα η μετατόπισή του πότε στα άκρα και πότε στην επίθεση, εξαιτίας των -τότε- προβλημάτων στη γραμμή κρούσης της ομάδας. 

Η διάθεση, τα τρεξίματα και η ένταση που βγάζει σε κάθε ματς ήταν εξ αρχής ευδιάκριτη, πλην όμως οι απαιτήσεις είναι σαφώς περισσότερες και θα πρέπει να κάνει κι αυτός το βήμα παραπάνω. 

Πλέον, έχει μάθει την ομάδα, τους συμπαίκτες του, τη φιλοσοφία και τον τρόπο λειτουργίας του προπονητή, παίζει σε σταθερή θέση (εξτρέμ) και στο δεύτερο μισό της φετινής σεζόν θα είναι σε θέση να αυξήσει σημαντικά την επιδραστικότητά του. 

Αποτελεί κλειδί για τον Παναθηναϊκό το να βγουν στον αφρό οι δύο λάτιν ενόψει του καθοριστικού δεύτερου μισού της σεζόν, εκεί όπου κρίνονται οι στόχοι και σφίγγουν τα γάλατα. 

Πόσω μάλλον όταν στον ορίζοντα υπάρχει πλέον ξεκάθαρα η προοπτική της συμμετοχής στον τελικό του Κυπέλλου για πρώτη φορά μετά το 2014 και η διεκδίκηση ενός τίτλου που τόσο πολύ έχει ανάγκη το τριφύλλι για τον κόσμο του και τον ίδιο του τον εαυτό. 
 

Παναθηναϊκός: Κλειδί το «step up» των δύο λάτιν στο δεύτερο μισό της σεζόν
EVENTS