MENU

«Μερικές μέρες δεν σκέφτομαι τον Σεμπαστιάν Τζιοβίνκο καθόλου. Εννοώ, έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που φόρεσε για τελευταία φορά την κόκκινη φανέλα, δύο χρόνια από την τελευταία φορά που πάτησε το πόδι του στο γήπεδο, δύο χρόνια από τότε που μας ζάλιζε με την ευφυΐα του στο γήπεδο. Γιατί να τον σκέφτομαι; Γνωρίζω ότι δεν παίζει πια στο Τορόντο, το γνωρίζετε και εσείς. Διάολε, το 99,99% όσων ζουν στο Τορόντο το ξέρουν ότι δεν παίζει πια στην ποδοσφαιρική μας ομάδα. Όμως, ο 7χρονος γιος μου δεν το ξέρει. Ακόμα φοράει τη φανέλα του. Ακόμα φωνάζει το σύνθημα. Ακόμα πιστεύει στη μαγεία και δεν μπορεί να δει πίσω από την κουρτίνα – όχι ακόμα. Δε βρήκα το θάρρος να του το πω και να του ραγίσω την καρδιά. Δε βρήκα το θάρρος να του πω ότι ο αγαπημένος του παίκτης έφυγε. Δεν κατάφερα να ψελλίσω τα λόγια μπροστά του. «Ο Σεμπαστιάν Τζιοβίνκο δεν παίζει στην Τορόντο FC».

Ήταν 28 ετών. Τέσσερα χρόνια πριν η Πάρμα είχε πληρώσει τρία εκατομμύρια στην Γιουβέντους για το 50% των δικαιωμάτων του. Τρία χρόνια πριν και ένα χρόνο μετά την εξαγορά του 50% από την Πάρμα, η Γιουβέντους θα πλήρωνε το 2012 έντεκα για να τα αποκτήσει πίσω. Ήταν διεθνής με την Εθνική Ιταλίας. Πρωταθλητής το 2013, πρωταθλητής το 2014. Έπαιζε, σκόραρε, έδινε ασίστ, πρωταγωνιστούσε στο Champions League. Όμως, το 2014-15 έπαιξε λίγο. Και κατόπιν αποφάσισε να σοκάρει τον κόσμο. Εκείνον που άφηνε πίσω του και εκείνον που ετοιμαζόταν να τον υποδεχτεί.

Μήπως είναι πολύ καλός ο Σεμπαστιάν Τζιοβίνκο για το MLS; Δεν ήταν άνω των τριάντα, όπως συνήθως συμβαίνει με τους Ευρωπαίους σταρ που πηγαίνουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Δεν ήταν ταλαιπωρημένος από τραυματισμούς, δεν είχε άστατη ζωή και ιδιοτροπίες, δεν ήταν καν η καριέρα του σε πτωτική πορεία. Αλλά, ναι… Ήταν πολύ καλός για το Τορόντο. Ήταν πολύ καλός για το MLS. Και ήταν ακριβώς αυτό που έψαχνε. «Η σκέψη μου ήταν ότι χρειαζόμουν μια αλλαγή. Ήταν μια δύσκολη επιλογή γιατί μετακομίζεις όλη την οικογένειά σου στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά μια επιλογή που θα έκανα ξανά. Εκείνο που ψάχνω είναι η πρόκληση. Εκείνο που μου αρέσει είναι η πρόκληση. Στη ζωή πρέπει να βάζεις στόχους, να ανεβάζεις τον πήχη για να δεις μέχρι πού μπορείς να φτάσεις. Είναι μια σπουδαία πρόσκληση και την παίρνω στα σοβαρά. Τόσο για μένα, όσο και για το Τορόντο».

Έλα τώρα μωρέ… Ποιος πήγε στο MLS και το πήρε σοβαρά; Και πολύ περισσότερο, ποιος που θα εισέπραττε εφτά εκατομμύρια ευρώ ετησίως, πήρε στα σοβαρά το αμερικάνικο ποδόσφαιρο; «Προφανώς και ήταν βασικός παράγοντας το συμβόλαιο που μου πρόσφερε η ομάδα, αλλά τα λεφτά δεν είναι τα πάντα». Τα εφτά εκατομμύρια ευρώ ετησίως τον έκαναν τον πιο ακριβοπληρωμένο παίκτη στην αμερικάνικη λίγκα εκείνη τη στιγμή για να τον ξεπεράσει μόνο ο Ζλάταν Ιμπραήμοβιτς αργότερα. Ήταν περισσότερα από όσα εισέπραττε την ίδια εποχή ο Κακά - μια καλή ευκαιρία να αγοράσει περισσότερα αθλητικά παπούτσια (σ.σ. έχει πάνω από 200) και να φροντίσει την όμορφη οικογένειά του.

Μόνο που ο Σεμπαστιάν, όπως θα έλεγαν στην Αμερική, meant business. Κράτησε το λόγο του και έγινε θρύλος. Χιλιάδες κόσμου τον υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο, τρεις χιλιάδες εισιτήρια διαρκείας πουλήθηκαν μέσα στην επόμενη μέρα και ο Καναδάς έγινε το σπίτι του. Κρύο μεν, αλλά σπίτι του. «Ήρθα Φεβρουάριο. Το κρύο; Δεν είχα νιώσει ξανά τέτοιο κρύο στη ζωή μου. Όμως ήταν εκείνο που ήθελα να κάνω και κατάφερα να προσαρμοστώ γρήγορα». Η προσαρμοστικότητά του έγινε η παρουσία του στο γήπεδο. Η παρουσία του στο γήπεδο έγινε επιτυχία. Η επιτυχία έγινε μύθος!

Ο Ιταλός μέσος έμεινε τέσσερα χρόνια στο Τορόντο, έφυγε παρότι ήθελε να ανανεώσει το συμβόλαιό του και να κλείσει την καριέρα του στον Καναδά. Κατέγραψε 16 ρεκόρ. Πήρε εφτά τίτλους. Έβαλε την ομάδα στο χάρτη. Την έφτασε στην κορυφή. Την έφτασε στον τελικό του CONCACAF Champions League, πέτυχε συνολικά 83 γκολ σε 142 ματς, έγινε το πρόσωπο της ομάδας, η προσωπικότητα που λάτρεψε ο κόσμος, ο πιο επιδραστικός ποδοσφαιριστής στο Τορόντο και ενδεχομένως σε ολόκληρο το MLS. Αγωνιστικά, τουλάχιστον…

Κι όλα αυτά ένας μικρόσωμος τυπάκος που κάποτε δεν ήθελε καν να παίξει ποδόσφαιρο!

Μερικά χιλιάδες μίλια ανατολικά…

Μερικές δεκάδες χρόνια πριν. Εκεί όπου γεννήθηκε ο Σεμπαστιάν Τζιοβίνκο σε μια οικογένεια που δε θα την έλεγες και ποδοσφαιρική. Το γήπεδο της Γιουβέντους ήταν μισή ώρα μακριά από το σπίτι του, ωστόσο λεφτά για εισιτήρια δεν υπήρχαν ούτε για αστείο. Ο πατέρας του, σιδεράς στο επάγγελμα, ήταν παραδοσιακός οπαδός της Μίλαν, αλλά όχι ιδιαίτερα ποδοσφαιρόφιλος. Δεν παρακολουθούσε καν τα ματς το Σαββατοκύριακο στην τηλεόραση. Προτεραιότητά του ήταν να ζήσει την οικογένειά του. Τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά, Σεμπαστιάν και Τζουζέπε.

«Δεν έπαιζα ποδόσφαιρο όταν ήμουν μικρός. Δεν ονειρευόμουν να γίνω ποδοσφαιριστής στο καμπιονάτο, όπως όλα τα αγόρια στην Ιταλία. Δεν έβλεπα καν ποδόσφαιρο. Περνούσα το χρόνο μου με τη μητέρα μου, η οποία δούλευε σε ένα μικρό μπαρ και με έπαιρνε μαζί της για να μην μείνω μόνος μου. Πίσω από το μπαρ υπήρχε το γήπεδο. Δεν είχαμε τίποτα άλλο στην πόλη. Ούτε σινεμά, ούτε εμπορικό κέντρο, μόνο ένα γήπεδο. Χωρίς γρασίδι, μόνο χώμα και γραμμές χαραγμένες με κιμωλία. Αν έπεφτες, ήξερες ότι θα χτυπήσεις. Όμως αυτό είχαμε. Μπορούσες να παίζεις ποδόσφαιρο ή… να παίζεις ποδόσφαιρο. Συνήθως πήγαινα για να βλέπω φίλους μου να παίζουν. Ή την τοπική ομάδα. Μια μέρα έλειπε ένας παίκτης. Ήμουν έξι ή εφτά χρονών τότε και όλοι ήταν μεγαλύτεροι. Πρέπει να ήταν αρκετά απελπισμένοι για να μου προτείνουν να μπω. Όμως, τότε συνέβη: Το ποδόσφαιρο με έκανε ευτυχισμένο. Ήταν διασκεδαστικό. Με βοήθησε να κάνω νέους φίλους. Ήξερα ότι άλλαξαν όλα στη ζωή μου».

Ο πατέρας του τον έγραψε στην τοπική ομάδα. Η μητέρα του πανικόβλητη του φώναζε να σταματήσει να παίζει ποδόσφαιρο στο σαλόνι. Ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου για τέσσερα άτομα, το τελευταίο που αντέχει είναι μια μπάλα να χτυπάει τον τοίχο! Ο Σεμπαστιάν δεν θα σταματούσε. Για την ακρίβεια, δε θα σταματούσε έκτοτε… Από την Σαν Τζιόρτζιο Ατζούρι βρέθηκε μέσα ένα χρόνο στις ακαδημίες της Γιουβέντους. «Είναι απίστευτο, όμως έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Πρέπει κάποιος να σε δει». Στη «γηραιά κυρία» εντάχθηκε σε ηλικία εννέα ετών. Ο πατέρας του χρειάστηκε να μαζέψει λεφτά ένα χρόνο, για να μπορέσει να του πάρει παπούτσια. Χρειαζόταν να κάνει καθημερινά δρομολόγια με το Renault 5 για να μπορεί ο Σεμπαστιάν και αργότερα ο Τζουζέπε να πηγαίνουν προπόνηση. Χρειάστηκε να κάνει τα στραβά μάτια στην παραμέληση του σχολείου. Μέχρι την ημέρα που πάτησε πόδι!

«Ήμουν 15 ή 16 ετών και δεν έπαιζα καθόλου. Δεν ήμουν ευτυχισμένος. Σχεδόν κάθε μέρα στο αμάξι έκλαιγα. Απλώς καθόμουν στη θέση μου και έκλαιγα. Μια μέρα, ο πατέρας μου σταμάτησε το αυτοκίνητο. «Σέμπα», μου είπε, «δεν θα σε φέρω αύριο στην προπόνηση». Τον κοίταξα και τον ρώτησα γιατί. «Επειδή δεν πρόκειται να σε φέρνω εδώ για να σε βλέπω να κλαις». Το σκέφτηκα για λίγο. «Εντάξει», του είπα. «Δεν πρόκειται να κλάψω ξανά. Θα δουλέψω σκληρά, αυτό θα κάνω. Και θα κερδίζω».

Και αυτό έκανε. Δούλεψε, έγινε επαγγελματίας, έγινε το «ατομικό μυρμήγκι», αγόρασε ένα σπίτι για την οικογένειά του (σ.σ. «ένα δωμάτιο για τον καθένα», διηγείται)…

Και κέρδιζε.

SDNA Google news
ΜΑΘΕΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ - ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ SDNA logo ΣΤΟ GOOGLE NEWS
La Formica Atomica!
EVENTS