MENU
Χρόνος ανάγνωσης 9’

Ο Πιέρ Ντρεοσί στο μικροσκόπιο του SDNA…

0

«Είναι ο νέος Ρονάλντο»! «Είναι το νέο φαινόμενο»! «Είναι ο επόμενος σέντερ-φορ της σελεσάο»! «Είναι ο επιθετικός του μέλλοντος». Τα δημοσιεύματα των γαλλικών εφημερίδων εκείνο το καλοκαίρι του 2000 έγραφαν φοβερά και τρομερά πράγματα, για έναν παίκτη που σχεδόν κανένας δεν είχε δει ποτέ του να αγωνίζεται.

Πριν το 2000, η χρονιά του «Μιλένιουμ» θεωρούνταν το απόλυτο έτος της τεχνολογικής εξέλιξης, το μεγαλύτερο ορόσημο της ανθρωπότητας. Στην πραγματικότητα, το ποδόσφαιρο τότε ζούσε ακόμα τον δικό του σκοταδισμό, οι περισσότερες μεταγραφές γίνονταν στα τυφλά, από μερικές βιντεοκασέτες ή από ένα το πολύ δύο ταξίδια κάποιων τύπων που τότε λέγονταν «κατάσκοποι».

Ο Σεβερίνο Λούκας ήταν ο ορισμός του one season wonder. Κι εκείνη την χρονιά -όντως- τα έσπαγε με την Ατλέτικο Παραναένσε, είχε βάλει καμιά 15αριά γκολ στο πρωτάθλημα. Στα 21 του έμοιαζε το απόλυτο πακέτο. Δεν ήταν ο κλασικός φορ, αλλά ούτε το δεκάρι, κάτι ενδιάμεσο. 

Οι μεγαλύτερες ομάδες της Ευρώπης τον παρακολουθούσαν στενά, όμως η Μαρσέιγ τον είχε βάλει για τα καλά στο μάτι. Στην μετά-Ταπί εποχή όμως τα λεφτά ήταν μετρημένα, η εποχή της τρέλας είχε περάσει ανεπιστρεπτί. 

«Θέλω να… αγοράσω ένα πρωτάθλημα»!

Εκείνο το καλοκαίρι, το κανόνι της Ρεν, ο Αφρικανός Σαμπανί Νοντά την είχε εγκαταλείψει για την χλιδή του Πριγκιπάτου, κάτι που θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος που έχει επισκεφτεί την Βρετάνη, που μυρίζει «χωριό» σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό της.

Ο Φρανσουά Πινό, ο πλουσιότερος άνθρωπος της Γαλλίας, ιδιοκτήτης της Ρεν και σύζυγος της διάσημης ηθοποιού Σάλμα Χάγεκ, ουδέποτε προσπάθησε να κάνει επίδειξη πλούτου μέσω της ποδοσφαιρικής του ομάδας, όμως εκείνο το καλοκαίρι κάτι είχε πάθει. Ήταν πιο ζεστός από ποτέ, στο μυαλό του ήταν να… αγοράσει ένα πρωτάθλημα Γαλλίας. Τα λεφτά υπήρχαν, όμως αποδείχθηκε ότι αυτό που έλειπε ήταν η ποδοσφαιρική γνώση, η σύνεση. 

Έδωσε την τεχνική ηγεσία στον «πρωτευουσιάνο» Πολ Λε Γκουέν και άρχισε να αγοράζει ότι πιο λαμπερό υπήρχε και ήταν διαθέσιμο. Στο μυαλό του ήταν να φτιάξει μία μικρή σελεσάο στην Βρετάνη, τα πρώτα αποκτήματα από την χώρα του καφέ ήταν ο νεαρός Λουίς Φαμπιάνο και οι πιο έμπειροι Βάντερ και Σέζαρ. Ο Λούκας όμως έμοιαζε με τον παίκτη που θα έκανε την διαφορά.

Ο Πινό δεν λογάριασε το κόστος. Ήθελε να πάρει τον 21χρονο επιθετικό πάσει θυσία, να τον κλέψει από την Μαρσέιγ. Το κόστος εκτινάχθηκε σε δυσθεώρητα μεγέθη, η γαλλική κοινή γνώμη πάγωσε, μίλησε για πρόκληση, όταν έμαθε ότι η Ρεν έδωσε 140 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα (σημερινά 21 εκατομμύρια ευρώ) για να αγοράσει έναν ποδοσφαιριστή -όποιος κι αν ήταν αυτός. 

Σαν να μην έφτανε αυτό, μερικές ημέρες αργότερα στην Βρετάνη κατέφθανε από την Θέλτα και ο 21χρονος Αργεντινός επιθετικός Μάριο Έκτορ Τουρδό για άλλα 80 εκατομμύρια φράγκα, μέσα σε ένα καλοκαίρι, η Ρεν είχε ξοδέψει για μεταγραφές όσα δεν είχε δώσει σε όλη της, την ιστορία. Με καταστροφικές συνέπειες. 

Τα «παλτά» που στοίχειωσαν την πορεία του

Ακόμα και σήμερα κανείς δεν ξέρει ποιος από τους δύο αποδείχθηκε το μεγαλύτερο «παλτό». Στην πρώτη του χρονιά στην Ligue 1, ο Λούκας σκόραρε 4 φορές σε 28 παιχνίδια, στην δεύτερη μόλις 2 σε 33 ματς. Ο Τουρδό έπαιξε πολύ λιγότερο (18 παιχνίδια) πριν αρχίσει την αποτυχημένη του περιπλάνηση σε όλη την Ευρώπη. 

Η Ρεν έπαιξε και έχασε. Ο -άσχετος από το ποδόσφαιρο- Πινό είχε εμπιστευτεί τα λεφτά του σε ανθρώπους που του πούλησαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Το μετάνιωσε οικτρά. Έκτοτε, δεν ξανοίχτηκε ποτέ ξανά. 

Αυτές οι δύο αποτυχημένες μεταγραφές ήταν που έφεραν τον Πιέρ Ντρεοσί στην Ρεν το 2002 (μετά από 6 παραγωγικά χρόνια στην Λιλ) και τον διατήρησαν εκεί για 11 ολόκληρα χρόνια σε ρόλο ποδοσφαιρικού κουμανταδόρου, κυρίως στο πόστο του General Manager. Ο Πινό έψαχνε κάποιον εγκρατή που θα σεβόταν τα λεφτά του και θα έψαχνε για υπεραξίες, με ένα άλλο μοντέλο.

Αυτές οι δύο μεταγραφές ήταν η ευχή και η κατάρα που κυνηγούσε για πάνω από μία δεκαετία τον Ντρεοσί: «Εκείνη η ιστορία πάγωσε εντελώς τον Πινό. Η μεταγραφή του Λούκας τον έκανε να αλλάξει εντελώς το μοντέλο διοίκησης της ομάδας. Ο στόχος ήταν πια να υπάρχει μία οικονομική ισορροπία, τα έξοδα της ομάδας να προέρχονται από τα έσοδα της. Αν η Ρεν για επτά συνεχόμενα χρόνια ψηφίστηκε ως η ομάδα με τις κορυφαίες ακαδημίες στην Γαλλία προέκυψε από αυτά που έγιναν εκείνο το καλοκαίρι.

Ασφαλώς και ήταν μεγάλη πολυτέλεια να έχουμε τον κύριο Πινό ως μεγολομέτοχο, κάτι που έδινε ασφάλεια και σιγουριά, ωστόσο στα χρόνια που ήμουν στην ομάδα, ποτέ δεν έγιναν ξανά οικονομικές τρέλες σε ότι αφορά τους μισθούς ή τις μεταγραφικές δαπάνες. Για να αγοράσουμε κάποιον, έπρεπε πάντα να πουλήσουμε κάποιον άλλον για να αντλήσουμε τα κεφάλαια. Κι αυτό δεν άφησε ποτέ την Ρεν να κυνηγήσει κάτι παραπάνω», ήταν το ρεζουμέ αυτών των 11 ετών στην Ρεν από τον νέο γενικό διευθυντή του Παναθηναϊκού.

Έχτισε τις κορυφαίες ακαδημίες στη χώρα

Ο Ντρεοσί ήταν ο άνθρωπος που έστησε όλο αυτό το πολύπλοκο δίκτυο (προπονητές, γυμναστές, κυνηγοί ταλέντων), το οποίο αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση, άλλαξε την φιλοσοφία ολόκληρου του γαλλικού ποδοσφαίρου. Υπό την καθοδήγηση του Πατρίκ Ρουμπιγιόν (ιθύνων νους από το 1987 ως το 2014), οι ακαδημίες της Ρεν τροφοδότησαν με αμέτρητους ποδοσφαιριστές την πρώτη ομάδα (και την Εθνική), εξασφάλισαν την οικονομική επάρκεια του συλλόγου και από το 2006 ως το 2011 ψηφίζονταν από την επιτροπή αξιολόγησης της γαλλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας ως οι κορυφαίες ακαδημίες στην Γαλλία.

Με την έλευση του Ντρεοσί το 2002, τα ετήσια έξοδα για την ακαδημία πολλαπλασιάστηκαν και οριοθετήθηκαν στο 10% του συνολικού μπάτζετ (τουλάχιστον 4 εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο) με στόχο το 50% του ρόστερ της πρώτης ομάδας (τουλάχιστον) να αποτελείται από παίκτες της ακαδημίας. 

Ο στόχος αυτός τηρείται απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα, στο σημερινό ρόστερ πάνω από 20 παίκτες προέρχονται από την θαυματουργή ακαδημία της Ρεν. Επί εποχής Ντρεοσί οι πωλήσεις των Φατί, Μπουριγιόν, Μβουεμπά, Γκουρκίφ, Μπριάν, Μαρβό, Μπραχιμί, Μπιά, Μ’Βιλά, Ρεβεϊγιέρ γέμισαν τα ταμεία, τα ποσά έγιναν πολύ μεγαλύτερα τα τελευταία χρόνια, όπου τέτοιοι παίκτες πωλούνται πια πανάκριβα στις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης (Τιεμουέ Μπακαγιόκο στην Μονακό, Ουσμάν Ντεμπελέ στην Ντόρτμουντ, Εντουάρ Μεντί στην Τσέλσι). 

Προπονητής και scouter μαζί!

Αυτό το πάγωμα του Πινό, έκανε τον Ντρεοσί εφευρετικό στις μεταγραφές του, όπου έψαχνε πάντα την υπεραξία, σε αντιδημοφιλείς αγορές. Αγάπησε την Σουηδία λόγω του Κιμ Κάλστρομ και από εκεί δεν σταμάτησε να γεμίζει με φτηνούς ξένους την Βρετάνη (Πίτερ Χάνσον, Έντμαν, Ίζακσον). «Ψάρεψε» στην Τσεχία, τον μεγάλο Πετρ Τσεχ, πριν τον παραδώσει στην αγκαλιά της Τσέλσι και εμπιστεύτηκε τον Ελβετό, Άλεξ Φράι, που έγινε πρώτος σκόρερ της Ligue 1. Είχε και αποτυχίες, στις μεταγραφές δεν μπορείς πάντα να είσαι εύστοχος. Το ταμείο της Ρεν όμως ποτέ δεν εμφάνισε ξανά απώλειες. 

Έχει πτυχίο στο αθλητικό μάρκετινγκ, αλλά και δίπλωμα προπονητή της αναγνωρισμένο από την ΟΥΕΦΑ. Το καλοκαίρι του 2006, όταν μετά από τρία υπέροχα και πολύ πετυχημένα χρόνια, ο Λάζλο Μπόλονι κούνησε μαντίλι στην Ρεν, κάθισε για 1,5 χρόνο στον πάγκο της ομάδας, έχοντας το απόλυτο κουμάντο κατά τα πρότυπα του Άγγλου προπονητή - general manager. Εκεί όμως κατάλαβε (παρότι την πρώτη σεζόν έφτασε την Ρεν ως την τέταρτη θέση) ότι ο φόρτος εργασίας είναι απίστευτα βαρύς, οι ευθύνες πρέπει να μοιράζονται. 

Αυτό που ο Ντρεοσί σκέφτηκε, οραματίστηκε, οργάνωσε, ξεκίνησε να υλοποιεί το 2002, απέδωσε καρπούς το… 2019. Μετά από 48 χρόνια, δύο χαμένους τελικούς κυπέλλου κι άλλον έναν Λιγκ Καπ, η Ρεν κατέκτησε κάτι χειροπιαστό, ένα κύπελλο. Και φέτος φιγουράρει στους ομίλους του Champions League, αφού την στιγμή της διακοπής της περσινής Ligue 1 λόγω πανδημίας ήταν στην 3η θέση. Όλα αυτά με το μοντέλο που ξεκίνησε το μακρινό 2002.

Η πρόκληση στην πόλη του φωτός

Από την ημέρα που το καλοκαίρι του 2013 ένιωσε ότι ο κύκλος του στην Ρεν ολοκληρώθηκε μετά από 11 χρόνια, περίμενε το επόμενο μεγάλο πρότζεκτ. Κάτι που να τον εξιτάρει. Ως άνθρωπος που ειδικεύεται στην ανοικοδόμηση περίμενε μία πρόκληση, κάτι με υψηλό δείκτη δυσκολίας, αλλά και επεμβατικότητας σε αυτό. Τον Δεκέμβριο του 2015, αναλαμβάνει το πόστο του γενικού διευθυντή στην Paris F.C. το μικρό αδερφάκι της Παρί Σεν Ζερμέν, που μόλις είχε επιστρέψει στην Ligue 2, μετά από 32 χρόνια σε ερασιτεχνικό επίπεδο. 

Το πλάνο ήταν τα σαλόνια της πρώτης κατηγορίας σε βάθος πενταετίας, όμως εκείνη η σεζόν έμοιαζε καμμένη, χαμένη. Ο Ντρεοσί πήγε σε μία ομάδα που έσπαγε όλα τα αρνητικά ρεκόρ (24 παιχνίδια δίχως νίκη) και υποσχέθηκε να τα ξηλώσει όλα για να χτίσει και πάλι από το μηδέν.

Η θητεία στην Ligue National κράτησε μόλις ένα χρόνο, αφού με επεισοδιακό τρόπο (υποβιβασμός της Μπαστιά για χρέη και διοικητικές ατασθαλίες) η Paris F.C. επέστρεψε στην Ligue 2 μολονότι είχε χάσει στα μπαράζ ανόδου με την Ορελεάν. 

Χωρίς ακριβές μεταγραφές, με όπλο την συνοχή και το ομαδικό πνεύμα, η μικρούλα Paris με το μικρό οπαδικό έρεισμα (οριακά μαζεύει 2.000-3.000 κόσμο σε κάθε ματς) άγγιξε σε δύο σερί σεζόν την άνοδο (8η την σεζόν 2017-18 αν και πρωτοπόρος για μεγάλο διάστημα, 4η την σεζόν 2018-19 με την καλύτερη άμυνα, χάνοντας στα μπαράζ ανόδου από την Λανς), όμως δεν τα κατάφερε. 

«Θέλω να… αγοράσω την άνοδο»

Οι απαιτήσεις ανέβηκαν και το διοικητικό πλάνο ξαφνικά άλλαξε. Οι ψαγμένες μεταγραφές και τα ταλέντα έδωσαν την θέση τους σε υπέργηρους παλιούς σταρ και άσκοπες μεταγραφές εντυπωσιασμού όπως ο 35χρονος Τζόναθαν Πιτρόιπα ή ο ληγμένος Ζερεμί Μενέζ. Παρότι φλέρταρε όλη την σεζόν με τον υποβιβασμό, η ομάδα σώθηκε, αλλά ο Ντρεοσί έκαψε τα «κανονάκια» του: «Φεύγω με την αίσθηση ότι έχω εκπληρώσει την αποστολή μου. Είμαι περήφανος για όσα πέτυχα εδώ. Έκανα, όσα υποσχέθηκα. Η Paris F.C. οργανώθηκε σε όλα τα επίπεδα από ένα ερασιτεχνικό σωματείο, σε μία επαγγελματική ομάδα που έφτασε μία ανάσα από την Ligue 1. Με το προπονητικό κέντρο που χτίσαμε στο Ορλί, κάναμε το πρώτο και το πιο αποφασιστικό βήμα στην αλλαγή σελίδας του συλλόγου.

Είναι ντροπή να υποστηρίζουν ότι έφυγα λόγω λανθασμένης μεταγραφικής πιολιτικής, όπως λένε κάποιοι. Οι μεταγραφές ήταν μόνο ένα μέρος της δουλειάς μου. Φυσικά έγιναν και λάθη, αλλά είμαι σίγουρος ότι η ομάδα που αφήνω θα τα καταφέρει. Στο κάτω - κάτω οι μεταγραφές των Σιλάς Βαμαζιτουνκά (Στουτγκάρδη), Ντελέν (Μετς) άφησαν πολλά λεφτά και θετικό πρόσημο στα ταμεία του συλλόγου», ήταν τα λόγια του στην αποχαιρετηστήρια συνέντευξη στις αρχές του 2020.

Τελευταίο χαρτί..

Συμβολικά, ο συγκεντρωτικός, αυστηρός, παλιομοδίτης Ντρεοσί έρχεται στον Παναθηναϊκό σε μία εποχή που ο Γιάννης Αλαφούζος βλέπει τα πολλά λεφτά που ρίχνει στο ποδόσφαιρο να μην αποφέρουν το παραμικρό αντίκρισμα, ακριβώς αυτό που ένιωθε ο Φρανσουά Πινό στην Ρεν πριν από δύο δεκαετίες.

Αν ο Παναθηναϊκός τον έφερε για να αγοράσει επιτυχίες, ρίχνοντας πολλά λεφτά σε μεταγραφές, τότε μάλλον έφερε λάθος άνθρωπο. Τα πρότζεκτ του Ντρεοσί (στην Λιλ, την Ρεν και την Paris F.C.) είναι πάντα πολυετή, μακρόχρονα, χαρακτηρίζονται από τις δομικές αλλαγές σε νοοτροπία, φιλοσοφία και τρόπο ποδοσφαιρικής σκέψης. Σημειολογικά, σε όλη του την καριέρα ο Πιέρ Ντρεοσί κρατούσε ομπρέλα σε μέρη που… έβρεχε λεφτά. Επί των ημερών του στην Ρεν η κάνουλα του Φρανσουά Πινό ήταν μονίμως κλειστή, όταν το πλειοψηφικό πακέτο της Paris F.C. αποκτήθηκε από το Βασίλειο του Μπαχρέιν, εκείνος απομακρύνθηκε. 

Στην πρώτη του εμπειρία εκτός των γαλλικών συνόρων, θα έλεγε κανείς πως ο Παναθηναϊκός μοιάζει με το τελευταίο χαρτί του Πιέρ Ντρεοσί, αλλά κι ο Γάλλος ένα από τα ύστατα του Γιάννη Αλαφούζου. Δύο επαγγελματίες μάνατζερ εταιριών που θαρρεί κανείς πως έχουν μία κοινή αίσθηση πως η μπάλα τους έχει αδικήσει, κάτι τους χρωστάει. 

Ο Πιέρ Ντρεοσί στο μικροσκόπιο του SDNA…
EVENTS