MENU

Για να καταλάβει κανείς πόσο παλιός είναι στο κουρμπέτι, αρκεί να θυμηθεί κανείς τις συνθήκες που επικρατούσαν, όταν έπαιζε μπάλα. Κάτι που σήμερα είναι αυτονόητο (το να πάρεις μεταγραφή σε ομάδα του εξωτερικού), τότε ήταν… σχεδόν αδύνατον.

Το καθεστώς το επέτρεπε μόνο όταν ήσουν πια στυμμένη λεμονόκουπα: «Το 1987, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας μου έδωσε την έγκριση να δοκιμάσω την τύχη μου στην Δύση μαζί με την οικογένεια μου, αντιθέτως με ότι έγινε με τους συμπαίκτες μου Στόικα και Πιτσούρκα, που αναγκάστηκαν να φύγουν αφήνοντας ένα από τα παιδιά τους πίσω ως ένδειξη καλής θέλησης».

Μετά από καμιά 500αριά παιχνίδια στην καριέρα του στην Ρουμανία κι ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών στο παλμαρέ του (ο ένας από τους δύο Ρουμάνους που είχε αστοχήσει στα πέναλτι στον τελικό του… Ντουκαντάμ απέναντι στην Μπαρτσελόνα), ο Λάζλο Μπόλονι τερμάτισε αθόρυβα την καριέρα του, παίζοντας έναν χρόνο στο Βέλγιο και άλλα τέσσερα στην Γαλλία.

Κρεμώντας τα παπούτσια του σε ηλικία 39 ετών, κάτι έπρεπε να κάνει. Τα λεφτά από το ποδόσφαιρο δεν ήταν τότε πολλά. Με κάτι έπρεπε να ασχοληθεί, προπονητής έγινε μάλλον… κατά τύχη: «Είχα σπουδάσει για 8 χρόνια στο πανεπιστήμιο και είχα ήδη δίπλωμα οδοντιάτρου. Είχα εξασκήσει ήδη το επάγγελμα στην Ρουμανία, αλλά στην Γαλλία το δίπλωμα μου δεν είχε αναγνώριση. Δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο περίπτωση να επιστρέψω στην Ρουμανία, και κάπως έτσι αποφάσισα να γίνω προπονητής».

Αυτά που έζησε στην πατρίδα του, σε συνθήκες αδιανόητες (για τον σημερινό δυτικό πολιτισμό) δημιούργησαν το μέσα του, έφτιαξαν αυτό που είναι. Ο Λάζλο Μπόλονι μοιάζει στο παρουσιαστικό με έναν μειλίχιο καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, μα στην πραγματικότητα είναι ένας έντονα συγκρουσιακός χαρακτήρας, ο οποίος μέσα από τις (τεχνητές) εντάσεις προσπαθεί να φτάσει τους παίκτες του στα όρια τους. Να τους δοκιμάσει, να τους προκαλέσει, να τους τσιτώσει, να τους κάνει να ψάξουν πολύ βαθιά μέσα τους.

Τίποτα από αυτά που κάνει δεν έχει την απλή φαινομενική του διάσταση. Είναι ένας άνθρωπος με πολλαπλά επίπεδα σκέψης, που δεν έριχνε ποτέ (και φυσικά δεν ρίχνει ούτε τώρα στα 67 του) νερό στο κρασί του. Είτε θα πορευτείς μαζί του είτε θα βρεθείς απέναντι του. Μέση λύση δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει. 

Πολλοί πρώην παίκτες του, τον έχουν αποκαλέσει τυραννικό, αυταρχικό, απότομο, θρασύ, κυνικό. Αμέτρητοι παίκτες έχουν υποφέρει από τις κοπιαστικές του προπονήσεις και ένιωσαν το κορμί τους να διαλύεται. Τώρα που σιγά - σιγά φτάνει στο τέλος της διαδρομής, αμέτρητοι παραδέχονται ότι (μόνο) με αυτόν άγγιξαν το ταβάνι τους.

Ο κόσμος ξέρει πως ο Λάζλο Μπόλονι ήταν αυτός που έριξε στο παλκοσένικο τον 17χρονο Κριστιάνο Ρονάλντο, αλλά πριν από αυτόν είχε τολμήσει το ίδιο με τον Ρικάρντο Κουαρέσμα, τον Κουστόδιο, τον Ούγκο Βιάνα. Μαζί του η Ρεν βγήκε Ευρώπη μετά από 30 χρόνια, ο Άλεξ Φράι βγήκε πρώτος σκόρερ του Σαμπιονά και ο Γιοάν Γκουρκίφ μπήκε στην εξίσωση ως ο επόμενος Ζιντάν. 

Πήρε πρωτάθλημα με την Σταντάρ Λιέγης μετά από 25 άγονα χρόνια και μαζί του ο Γιοβάνοβιτς, ο Μποκανί, ο Ντε Καμάργκο, ο Καρσελά, ο Ονιέγου, ο Μανγκαλά (και λιγότερο ο Βιτσέλ) έπαιξαν το καλύτερο ποδόσφαιρο της καριέρας του, έστω κι αν έφαγαν αμέτρητες κρυάδες από τον ασύλληπτα απαιτητικό και σκληρό μαζί τους Τρανσυλβανό. 

Στον ΠΑΟΚ άφησε πίσω του ως κληρονομία τον Κώστα Σταφυλίδη, τον οποίο έριξε ανήλικο ακόμα στα βαθιά του Γουάιτ Χαρτ Λέιν, απέναντι στον Μπέιλ και τον Μόντριτς. Στην Λανς ανακάλυψε στην ομάδα νέων τον 16χρονο Ραφαέλ Βαράν και μέσα σε ένα χρόνο τον έκανε παίκτη που πήρε μεταγραφή στην Ρεάλ Μαδρίτης!

Παρέλαβε νεοφώτιστη την Αντβέρπ το 2017 και κάθε χρόνο την έκανε και καλύτερη, την έβγαλε Ευρώπη, πέρσι την έφτασε ως τον τελικό του κυπέλλου. Όπου κι αν έχει περάσει έχει αφήσει το στίγμα του. Η δουλειά του αναγνωρίστηκε, αλλά με τον τρόπο του έκανε περισσότερους εχθρούς παρά φίλους. Διότι είναι ευθύς, απότομος, τραχύς, με μία λεπτή ειρωνεία στα λόγια του και μία έμφυτη διάθεση για εντάσεις, εκρήξεις, σαματά, βαβούρα, αναστάτωση.

Δεν έχει σημασία πόσο καλός προπονητής είσαι, αλλά πόσο ταιριαστός και συμβατός είσαι με την ομάδα και το πρότζεκτ που αναλαμβάνεις. Το καλοκαίρι χώρισε φιλικά μετά από τρία σούπερ επιτυχημένα χρόνια στην Αμβέρσα (δεν του έγινε καν πρόταση ανανέωσης), αφού θεωρήθηκε ότι δεν μπορούσε να περάσει στο επόμενο επίπεδο του πρωταθλητισμού τον σύλλογο. Είχε κουράσει και είχε κουραστεί. 

Στην Γάνδη που τον προσέλαβε αρχές Αυγούστου άντεξε μόλις 25 ημέρες. Τον έφαγαν οι παίκτες. Κανονικά και με τον νόμο. Ο Ρουμάνος άλλαξε με μιας το παραδοσιακό 4-4-2, σε ένα πιο τραχύ 4-3-3 με τρεις ανασταλτικούς χαφ. Μία ομάδα που έπαιζε ποδόσφαιρο κατοχής, άρχισε να παίζει πιο direct, πίσω από την μπάλα, με βαθιές μπαλιές.

Το όμορφο, φαντεζί, δαντελένιο ποδόσφαιρο αντικαταστάθηκε με το βαθμοθηρικό του Μπόλονι. Μετά από μία νίκη, ο Ουκρανός Γιάρεμτσουκ δήλωσε στην συνέντευξη τύπου ότι η ομάδα του έπαιζε ποδόσφαιρο Β’ Εθνικής. Πως οι τακτικές του Ρουμάνου ήταν για μικρές ομάδες, όχι για την Γάνδη. Πως οι παίκτες ασφυκτιούσαν μαζί του, πως αν ήταν οπαδός δεν θα χειροκροτούσε, αλλά θα γιουχάιζε. 

Ο Μπόλονι του απάντησε δημόσια ότι αν δεν του αρέσει, μπορεί να σηκωθεί και να φύγει. Τελικά έφυγε εκείνος, μόλις 25 ημέρες μετά την πρόσληψη του, ως άλλος Πογιάτος. Ένα λάθος στο κάστινγκ, όπως το χαρακτήρισαν ο πρόεδρος και ο τεχνικός διευθυντής της Γάνδης που πήραν όλη την ευθύνη για τον αποτυχημένο γάμο.

Μαζί του, κάθε προπόνηση, κάθε συνέντευξη τύπου θα βγάζει ειδήσεις, ατάκες, τίτλους. Δεν θα διστάσει να στείλει για προπόνηση με τις μπουλντόζες ακόμα και τους πιο έμπειρους παίκτες του (το είχε κάνει στην Σταντάρ με τους Σαρ, Νισέζ, Νταλμά) αν κρίνει ότι κοροϊδεύουν και δεν δίνουν τα πάντα.

Δεν θα διστάσει να κράξει δημόσια όσους είναι underachievers και δεν δουλεύουν όπως πρέπει, προκαλώντας τους δημόσια ώστε να τους κάνει να βρουν τα όρια τους: «Αν ο Μποκανί θέλει να γίνει μεγάλος φορ, πρέπει να προπονείται με ένταση. Αν ο Βιτσέλ θέλει να παίξει σε μεγάλη ομάδα πρέπει να βάλει νεύρο στο παιχνίδι του. Αν ο Ντεφούρ θέλει να παίξει και εκτός Βελγίου πρέπει να βάλει μύες». 

Δεν θα διστάσει να τσακωθεί με διαιτητές, αντιπάλους προπονητές, να τα χώσει στην ομοσπονδία, να δώσει το δικό του σόου, να παίξει τον ρόλο του αλεξικέραυνου, να τσαλακωθεί, αν θεωρήσει ότι αυτό θα βοηθήσει την ομάδα του.

Είναι ανοιχτός στον αντίλογο, το γραφείο του είναι πάντα ανοιχτό κι αν χρειαστεί θα ανοίξει δημόσιο διάλογο με όσους έχουν παράπονα. Σχεδόν ποτέ όμως οι προσωπικές του έριδες δεν παίζουν ρόλο στις αποφάσεις του για την ενδεκάδα: «Η εκδίκηση είναι ένα όπλο των ηλίθιων» συνηθίζει να λέει.

Λατρεύει να μισεί τους δημοσιογράφους, να τους προκαλεί, να τους κάνει να σκέφτονται δυο και τρεις φορές πριν του υποβάλλουν κάποια ερώτηση: «Οι δημοσιογράφοι είναι επικίνδυνοι. Είτε είναι Βέλγοι, είτε Ούγγροι. Είτε είναι Κινέζοι είτε Ιάπωνες. Κάποιοι από αυτούς θέλουν μονίμως να σκάνε βόμβες». Κάποιος που τον είχε ρωτήσει μέχρι πότε θα κοουτσάρει, ακόμα το φυσάει και δεν κρυώνει: «Με ρωτάς αν θα είμαι προπονητής στα 80ά μου γενέθλια; Εγώ λέω ότι θα είμαι προπονητής και στα 90ά μου γενέθλια! (Αλλάζει ύφος και αγριεύει). Λοιπόν σταματήστε να ρωτάτε σαχλαμάρες και κάντε καμία πραγματική ερώτηση. Δεν θέλω να χάνω τον χρόνο μου με τέτοιες αηδίες. Να σας πω κάτι. Το ποδόσφαιρο είναι ένα μικρόβιο που δεν πρόκειται ποτέ να φύγει από μέσα μου. Είναι μία ασθένεια που την κόλλησα εδώ και πολλά χρόνια και είναι ανίατη. Και είμαι εντάξει με αυτό».

Όταν… ρητορεύει μπροστά από τα μικρόφωνα, οι ιστορίες του είναι σπαρταριστές. Φαινομενικά απλές ιστορίες, με υποδόρια μηνύματα και κρυφές αλήθειες: «Θα σας πω μία ιστορία για τον Τόνι Βαϊρέλ. Όταν ήμουν προπονητής στην Νανσί, ο Τόνι ξαφνικά σταμάτησε να σκοράρει. Κλήθηκε στην Εθνική Ελπίδων, όμως εκεί άρχισε να σκοράρει ξανά για αυτή την ομάδα. Αποφάσισα να καλέσω τον προπονητή του στην Εθνική, τον Ρεϊμόν Ντομενέκ και τον ρώτησα: «Πες μου τι πρέπει να κάνω για να αρχίσει να σκοράρει ξανά και με μένα. Πες μου; Πως τον προπονείς; Τι κάνεις μαζί του;». Ο Ντομενέκ μου απάντησε: «Θέλεις να μάθεις τι κάνω μαζί του; Τίποτα (γέλια)!» Ξέρετε κύριοι, αν ήξερα τι πρέπει να κάνω ώστε να αρχίσει να σκοράρει ξανά ένας επιθετικός, τότε δεν θα γινόμουν προπονητής, αλλά δημοσιογράφος! Χαίρεται!». Ξεροί όλοι…

Δεν είναι δογματικός. Παρότι προτιμά ως φιλοσοφία των ομάδων του να στέλνουν την μπάλα για χόρτα στην εξέδρα, παρά να παίζουν για το θέαμα, με ρίσκα και επικίνδυνα τρικ, εντούτοις δεν έχει αγαπημένο τακτικό σχηματισμό. Δουλεύει με ότι έχει. Το πλάθει με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι λειτουργικό στο γήπεδο: «Στην εποχή της Σταντάρ Λιέγης είχα τρεις τρομερούς επιθετικούς τον Ντε Καμάργκο, τον Μποκανί και τον Γιοβάνοβιτς. Επομένως, έπρεπε να βρω έναν τακτικό σχηματισμό για να μπορέσω να τους χωρέσω και τους τρεις στην ενδεκάδα. Δεν είμαι τόσο γενναίος για να παίζω παντού και πάντα με τις ίδιες ποδοσφαιρικές αρχές και το ίδιο σύστημα. Μόνο οι βλάκες δεν αλλάζουν ποτέ άποψη και μένουν κολλημένοι σε ένα πράγμα».

Είναι ο άνθρωπος που παραγκώνισε και τελείωσε στην Αντβέρπ τον -άκρως δημοφιλή στον κόσμο- Κέβιν Μιραλάς, όταν κατάλαβε ότι η βενζίνη στο ντεπόζιτο είχε αδειάσει, αλλά κι εκείνος που έκανε κρόσια τα νεύρα του Γιάγια Τουρέ στην Μονακό, βάζοντας τον σε διαφορετικές θέσεις, κάτι που ο ιβοριανός αδυνατούσε να καταλάβει τότε, αλλά βρήκε μπροστά του στην συνέχεια της καριέρας του.

Ότι έχει να πει, θα το πει ωμά. Τα κλισέ με αυτόν απαγορεύονται: «Μην ακούτε αυτά που λένε για αρμονία και για απόλυτη ενότητα στα αποδυτήρια μιας ομάδας. Δηλαδή πιστεύετε ότι ο Κριστιάνο Ρονάλντο τα πήγαινε τόσο καλά με τον Μπενζεμά; Εγώ δεν το πιστεύω. Εγώ σε όλες τις ομάδες μου έκανα ότι καλύτερο για να αφήσω τους παίκτες μου να βγάλουν τον καλύτερο εαυτό τους, αλλά εννοείται ότι κάποιους συγκεκριμένους παίκτες τους αγαπούσα λίγο περισσότερο από τους άλλους».

Στα 67 του, έχει φιλοσοφήσει τα πράγματα και ξέρει πολύ καλά ποιός είναι και τι θέλει: «Κάθε φορά που επιστρέφω πίσω στο σπίτι μου, θέλω να μπορώ να λέω ότι έδωσα τα πάντα αυτή την ημέρα για την ομάδα μου. Αυτός είναι ο βασικός στόχος μου, κι όχι τόσο πολύ το αποτέλεσμα το Σαββατοκύριακο. Αυτό το τελευταίο είναι κάτι που δεν μπορείς ποτέ να το ελέγξεις από μόνος σου. Αλλά όταν κοιτάζω στον καθρέφτη μου, θέλω να είμαι βέβαιος πως με το ταλέντο μου, την ενέργεια μου, τις προκλήσεις μου, το ταλέντο μου και τις σπουδές μου πως αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στον σύλλογο που δουλεύω».

Μπορεί ο κορωνοϊός να του έκανε την ζωή άνω - κάτω, μα ο Ρουμάνος κάθε μέρα μαθαίνει και κάτι καινούργιο, αν και γέρικο σκυλί μαθαίνει ακόμα νέα κόλπα. «Την περίοδο της πανδημίας είμαι εδώ, μένω μόνος στην Αμβέρσα. Η σύζυγος μου μένει στην Γαλλία με την υπόλοιπη οικογένεια. Δεν βγαίνω έξω. Που να πάω; Να, μόλις μαγείρεψα λίγο ρύζι με οδηγίες από το τηλέφωνο. Κύριοι δημοσιογράφοι υγιαίνετε»…

Μιλώντας για την δουλειά του, ο Λάζλο Μπόλονι συνηθίζει να λέει πως: «ο λόγος που επέλεξα την οδοντιατρική είναι γιατί απαιτεί χειρουργική ακρίβεια, ενώ στο ποδόσφαιρο μερικά εκατοστά δεξιά ή αριστερά σε κάνουν καλό ή κακό προπονητή στα μάτια του κόσμου». 

Ο Δρ. Μπόλονι έχει ανάγκη τον Παναθηναϊκό για να συνεχίζει να αναπνέει μέσω του ποδοσφαίρου. Ο Παναθηναϊκός έχει απεγνωσμένα ανάγκη από μία ιατρική αυθεντία που θα κάνει ακριβή διάγνωση για το πρόβλημα του και θα προτείνει μία άμεση θεραπεία. Η αστική ευγένεια του τριφυλλιού μοιάζει παράταιρο fit για έναν τόσο συγκρουσιακό και ιδιότροπο / ιδιόρρυμο, σεσημασμένο σαματατζή, αλλά μάλλον ήρθε η ώρα για σκληρά μέτρα. 

Ήρθε η ώρα για... άλλα κόλπα!

Άλλα κόλπα…
EVENTS