MENU

Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της Εθνικής Ελλάδος ήρθαν στην δεκαετία που οι ομοσπονδιακοί προπονητές δεν «μασούσαν» σε εξωτερικές πιέσεις.

Η ιστορία με τον Ότο Ρεχάγκελ και τον Γρηγόρη Γεωργάτο είναι λίγο – πολύ γνωστή. Ο Ρεχάγκελ έκανε ντεμπούτο στις 5 Σεπτεμβρίου του 2001, με πεντάρα από την Φινλανδία (5-1). Εκείνο ήταν και το τελευταίο ματς του «Γκέο» με την Εθνική. Το διαζύγιο ήταν περίπου κοινή συναινέσει και προέκυψε μετά από έναν καυγά ο οποίος προηγήθηκε του ματς – ο Γερμανός ζήτησε στην προπόνηση από τον Γεωργάτο να παίξει αριστερό χαφ και όχι αριστερό μπακ, ο Γεωργάτος τον μπινελίκωσε με διερμηνέα τον Κώστα Κωνσταντινίδη και εν συνεχεία δήλωνε ότι αποχωρεί από το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, αλλά βέβαια ούτε ο Χερ Ότο θα τον καλούσε ξανά.

Στην περίοδο Ρεχάγκελ επίσης, ο Άκης Ζήκος έφτασε με την Μονακό μέχρι τελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Τούτο δεν αρκούσε για να βρει θέση στην Εθνική. Η γκρίνια και η κριτική στον Ότο και για την συγκεκριμένη επιλογή έχει μείνει περίπου ως ανέκδοτο πια «Ναι αλλά δεν καλεί τον Ζήκο» λέγαμε μετά το έπος της Πορτογαλίας.

Ο Φερνάντο Σάντος που διαδέχθηκε τον Γερμανό δημιούργησε ακόμη πιο αεροστεγή αποδυτήρια. Ο κόσμος ωρυόταν για κάποιες από τις επιλογές του, στα social υπήρχαν γκρουπ με τίτλο «Όχι Κατσουράνης με την Κόστα Ρίκα», τα οποία είχαν χιλιάδες μέλη, την ώρα που τα γνωστά παραμάγαζα της τότε ΕΠΟ, ο αθλητικός τύπος συγκεκριμένης απόχρωσης και κάμποσοι μανατζαραίοι λυσσούσαν που δεν είχαν λόγο στην καταρτισμό της ενδεκάδας.

Ο Πορτογάλος, βεβαίως, ο οποίος τους έγραφε στο παλιό του δερμάτινο, έφτασε ένα πέναλτι από την οκτάδα του Μουντιάλ, προτού αποχωρήσει απηυδισμένος.

Ακολούθησε η ελεύθερη πτώση της Εθνικής, η οποία έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα ξέφραγο αμπέλι και χαρά του κάθε πικραμένου.

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, ο Μίχαελ Σκίμπε συμμάζεψε κάπως τα ασυμμάζευτα, ο Άγγελος Αναστασιάδης κόντεψε να διαλύσει τα πάντα, μέχρι να έρθει ο Τζον Φαν’τ Σχιπ να δώσει και πάλι στην Εθνική την εικόνα ομάδας. Προς το παρόν ο Ολλανδός δεν έχει πετύχει κάτι, παρά μονάχα αυτό: να δώσει στους ποδοσφαιριστές του πίσω την χαρά του παιχνιδιού. Να τους κάνει να ανυπομονούν να παίξουν και πάλι με το εθνόσημο. Και το έκανε, γεμίζοντας την ενδεκάδα με νέα παιδιά, επιλέγοντας εκείνους που εξυπηρετούν το σύστημά τους αλλά και την ενότητα του συνόλου και όχι όσους ζητούν τα πρωτοσέλιδα.

Υπό αυτήν την έννοια, μοιάζει λίγο με τον Ρεχάγκελ και τον Σάντος ο Ολλανδός. Δεν μασάει.

Το έδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στην υπόθεση Σιόβα. Θα φανεί στο μέλλον αν η απόφαση του τον δικαιώσει.

Συμφωνώ με τον Παπαθεοδώρου και ως προς το γεγονός ότι η επίθεση του γνωστού και μη εξαιρετέου συστήματος στον Φαν’τ Σχιπ, δείχνει ότι μάλλον κάτι έκανε καλά.

Και θυμάμαι ασφαλώς τις δηλώσεις του Σιόβα μετά το ΑΕΚ – Ολυμπιακός στο κύπελλο. Όχι ακριβώς η καλύτερη στιγμή του διεθνούς στόπερ, πράγματι.

Πλην όμως και παρά τα όσα έγραψα παραπάνω, θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι σε πρώτη φάση ο Φαν’τ Σχίπ πιθανότατα κάνει λάθος!

Ο Σιόβας δεν είναι περίπτωση Γεωργάτου, αυτό το καταλαβαίνουν όλοι. Ούτε μπορεί να πει κάποιος ότι δεν ταιριάζει αγωνιστικά στην ομάδα – αποτέλεσε πιθανότατα τον κορυφαίο στα δυο πρόσφατα ματς του Nation’s League.

Ο Σιόβας απλώς είπε ότι θα ήθελε να δει ξανά τον κολλητό του και κουμπάρο του, τον Κώστα Μανωλά, ξανά στην Εθνική. Είχε καμιά δουλειά να το πει; Όχι. Ήταν κανένα έγκλημα καθοσιώσεως, ειδικά από την στιγμή που εν μέρει ανασκεύασε; Σαφώς και όχι.

Αν ο Ολλανδός προπονητής έχει διαπιστώσει ότι ο Σιόβας έχει αρνητική επίδραση στα αποδυτήρια ή αν πιστεύει ότι οι δηλώσεις του είχαν σκοπιμότητα και λειτούργησαν υποβολιμαία, καλώς τον απέκλεισε από την ομάδα. Αν όμως απλώς πιστεύει ότι ο παίκτης έκανε ένα λάθος και δεν είχε δεύτερες σκέψεις, τότε υπερβάλει.

Το αδίκημα είναι ξεκάθαρο ελαφρύτερο της ποινής. Εκτός κι αν μέτρησε περισσότερο το παρελθόν του παίκτη. Οι επίμαχες δηλώσεις του τότε, στο ΑΕΚ – Ολυμπιακός. Το σύστημα που τον υπερασπίζεται, μάλλον ερήμην του. Μήπως έπαιξαν ρόλο αυτά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο; Αν όχι, πάω πάσο στην αυστηρότητα του Ολλανδού. Αν ναι, το λάθος του είναι μεγαλύτερο. Η προσπάθεια να κλείσει η πόρτα της Εθνικής στις παθογένειες των περασμένων ετών, είναι θεμιτή. Η απαίτηση κάποιου είδους «ιδεολογικής καθαρότητας» των διεθνών, όχι απλώς δεν είναι θεμιτή, αλλά ενδεχομένως να αποδειχθεί και επικίνδυνη.

Θεμιτή η προσπάθεια απέναντι στις παθογένειες της Εθνικής αλλά το αδίκημα ήταν ελαφρύτερο της ποινής
EVENTS