MENU

Πρόσφυγας. Παιδί του πολέμου. Μία από τις αμέτρητες ιστορίες ξεριζωμού που γέννησε ο τρομερός εμφύλιος που διαμέλισε την πρώην ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Ο Ζέλικο και η Μαρία Τσόλακ δεν είχαν πολλές επιλογές. Μάζεψαν ότι είχαν, πήραν τον τετράχρονο Γιούρε και έφυγαν για τη Γερμανία, χωρίς να ξέρουν τη γλώσσα, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Εγκαταστάθηκαν στο Λούντβισμπουργκ και προσπάθησαν από το μηδέν να χτίσουν μία νέα ζωή. Ένα χρόνο αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1993 ήρθε στη ζωή το δεύτερο παιδί τους, ο Αντόνιο Μίρκο. 

Η συνηθέστερη μορφή κοινωνικοποίησης σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι το ποδόσφαιρο. Ο Γιούρε ξεκίνησε πρώτος. Ο μικρός τον ακολούθησε. Ξεκίνησε να κλοτσάει τόπι σε ηλικία τεσσάρων και έκτοτε δεν σταμάτησε ποτέ. Μόνο που το μονοπάτι δεν ήταν στρωμένο με ροδοπέταλα. 

Ως παιδί μεταναστών από την Κροατία ένιωθε ότι συνεχώς έπρεπε να αποδεικνύει πράγματα. Δεν άντεχε τον πάγκο. Επαναστατούσε. Τον έπνιγε. Του δημιουργούσε θυμό, αδικία, αντίδραση. Γι’ αυτό και άλλαξε τέσσερις ποδοσφαιρικές ακαδημίες (Φράιμπουργκ, Κίκερς Στουτγκάρδης, Καρλσρούη, Χόφενχαϊμ), πουθενά δεν έβρισκε το μέρος που θα κάλυπτε το κενό που υπήρχε μέσα του, την αίσθηση του να ανήκεις κάπου που είσαι απόλυτα αποδεκτός για αυτό που είσαι.

Μεγάλωσε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, οι παρέες του ήταν τύποι από κάθε μέρος της γης. Από νωρίς έδειξε μία περίεργη έφεση στις γλώσσες, λες και ήξερε ότι το μέλλον του είναι να γίνει πολίτης του κόσμου. Η μητρική του γλώσσα ήταν τα γερμανικά, όμως στο σπίτι έμαθε και τα κροατικά. Στο σχολείο έμαθε αγγλικά και ισπανικά, ενώ μέσα στον ένα χρόνο που έπαιξε στην Λέχια Γκντανσκ έμαθε πολωνικά. Στην Ριέκα έμαθε να συνεννοείται στα πορτογαλικά με τον Βραζιλιάνο Χέμπερ, ενώ καταλαβαίνει κι αρκετά ιταλικά! 

Η περπατησιά της οικογένειας του, η δική του διαδρομή στον κόσμο τον έκανε να σκέφτεται πάντα θετικά. Αυτό είναι το μότο του, στα περισσότερα μηνύματα του στα social media προσθέτει το hashtag always positive: «Πιστεύω σε μένα. Όσα πέρασα στην καριέρα μου με έκαναν πιο δυνατό. Όπως έγινε και με την ιστορία της οικογένειας μου. Οι γονείς μου δεν είχαν τίποτα όταν έφτασαν στην Γερμανία, χρειάστηκε πολύ θάρρος και πολύς αγώνας για να αποκτήσουν ότι έχουν σήμερα. Όλα αυτά έχουν αποτυπωθεί στην καριέρα και στο χαρακτήρα μου. Γι’ αυτό και δεν φοβάμαι τίποτα και κανέναν μες το γήπεδο. Δεν θα φοβηθώ την ευθύνη, όποια κι αν είναι αυτή. Θα εκτελέσω πέναλτι, θα κάνω οτιδήποτε χρειαστεί, έχω τεράστια εμπιστοσύνη σε μένα», λέει.

Οι περισσότεροι μετανάστες είθισται να ψάχνουν αποδοχή, ενσωμάτωση, επιβεβαίωση στην χώρα που τους φιλοξενεί. Στην περίπτωση του Τσόλακ η διαδρομή ήταν εντελώς αντίθετη. Όλα αυτά που έψαχνε τα βρήκε στα 24, όταν επέστρεψε για πρώτη φορά εκεί που ένιωθε πάντα ότι ανήκει: στην γη των προγόνων του. Μέχρι τότε βέβαια, κύλησε αρκετό νερό στο αυλάκι. Χρειάστηκε να ξαναγίνει πρόσφυγας, αυτή τη φορά σε όλη την Γερμανία, με ενδιάμεση στάση στην Πολωνία.

Στα 19 του υπέγραψε το πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιο με την Νυρεμβέργη που όμως δεν τον εμπιστεύτηκε παρά 7 φορές για την πρώτη ομάδα. Έβγαλε την σεζόν 2014-15 ως δανεικός στην Πολωνία και την Λέχια Γκντανσκ (10 γκολ σε 30 παιχνίδια), ξεκινώντας μία περίεργη περίοδο στην ζωή του, όπου κάθε χρονιά άλλαζε σπιτικό, δανεικός δεξιά κι αριστερά. Το 2015 ο Γιούλιαν Νάγκελσμαν βλέπει κάτι πάνω του και τον υπογράφει στην Χόφενχαϊμ, αλλά σε ένα ρόστερ με τρομακτική ποιότητα μπροστά, δεν πήρε ποτέ την ευκαιρία. Μετά από μία συμπαθητική σεζόν στην Καϊζερσλάουτερν (22 παιχνίδια / 5 γκολ), πήρε την πρώτη μεγάλη ευκαιρία της καριέρας του με τον δανεισμό του στην Ντάρμσταντ, που θα έκανε την πρώτη της απόπειρα στην Bundesliga.

Μετά από 6 αγωνιστικές, ο κόσμος έμαθε για τα καλά το όνομά του. Την 1η Οκτωβρίου του 2016 απέναντι στην Βέρντερ Βρέμης πετυχαίνει το πρώτο του γκολ στους μεγάλους, το οποίο στην Γερμανία παραλληλίζεται με εκείνο του Μάρκο Φαν Μπάστεν στον τελικό του Euro 88 απέναντι στην Ρωσία, λίγο αργότερα σκοράρει κι από την λευκή βούλα και «υπογράφει» το 2-2. Στην παρθενική του σεζόν σκοράρει λίγο, αλλά πάντα απέναντι σε ηχηρούς αντιπάλους. Πετυχαίνει ένα γκολ στην ήττα με 3-2 από την Λεβερκούζεν και βάζει το νικητήριο τέρμα στο 2-1 επί της Μπορούσια Ντόρτμουντ! 

Η Ντάρμσταντ υποβιβάζεται και ο νέος δανεισμός τον στέλνει στην Ίνγκολσταντ, όπου όμως τίποτα δεν πάει καλά. Η καριέρα του είναι συνεχώς με μία βαλίτσα στο χέρι, μέχρι που τον Ιανουάριο του 2018 έρχεται η Ριέκα να του δώσει για πρώτη φορά την αίσθηση ότι ανήκει κάπου. Αγοράζει τα δικαιώματα του και ο Τσόλακ για πρώτη φορά νιώθει ότι μπορεί να κάνει σχέδια, όνειρα.

Σημειολογικά, παίρνει το 17 ενός άλλου τύπου με παρόμοια ιστορία του Μάριο Γκάβρανσιτς, ο οποίος έγινε ένας από τους πιο εμβληματικούς παίκτες στην ιστορία της Ριέκα: «Δεν το βλέπω ως πισωγύρισμα. Είμαι πεπεισμένος ότι είναι η κατάλληλη κίνηση για να κάνω τρία βήματα μπροστά. Η Ριέκα μου δίνει μία τεράστια ευκαιρία να παίξω, να βγάλω την ποιότητά μου, να αποδείξω. Νομίζω ότι αξίζω την ευκαιρία και θα την ξεπληρώσω, με γκολ, ασίστ, τρόπαια», έλεγε στις προγραμματικές δηλώσεις του.

Ο Τσόλακ πήγε στα πάτρια εδάφη ως ένα μεγάλο στοίχημα και 2,5 χρόνια μετά φεύγει ως ο καλύτερος στράικερ του πρωταθλήματος. Ένας «Κροάτης Ντιέγκο Κόστα», όπως τον βάφτισαν ή ένας «Μάριο Μάντζουκιτς των φτωχών», δύο παρομοιώσεις που τις αποδέχεται. Διότι είναι κι αυτός ένα εννιάρι που του αρέσει να δίνει μάχες μέσα στο γήπεδο: «Είμαι ένα καθαρό εννιάρι. Μου αρέσει να δουλεύω για την ομάδα, αλλά κυρίως να σκοράρω. Θέλω να είμαι ο πρώτος σκόρερ σε όποιο πρωτάθλημα παίζω. Θέλω ο κόσμος να με θυμάται για τα γκολ μου. Μου αρέσει η ομάδα μου να παίζει επιθετικά για να έχω πολλές επαφές μέσα στην αντίπαλη περιοχή, όμως δεν έχω πρόβλημα αν παίζουμε αμυντικά και με αντεπιθέσεις. Μπορώ να ανταποκριθώ και στα δύο στιλ».

Σε αυτά τα 2,5 χρόνια το κοντέρ έγραψε 51 γκολ και 15 ασίστ σε 90 εμφανίσεις. Ένας φορ θωρηκτό για το κροατικό πρωτάθλημα, ένας επιθετικός που έπαιζε πάντα με το μαχαίρι στα δόντια και έδινε πάντα το κάτι παραπάνω στα μεγάλα ματς. Όσο πιο δύσκολος ο αντίπαλος, τόσο καλύτερος κι εκείνος. Απέναντι στην Ντινάμο Ζάγκρεμπ σκόραρε τέσσερις φορές, απέναντι στην Χάιντουκ πέντε. Τα δικά του γκολ έφεραν την Ριέκα στον φετινό τελικό κυπέλλου κι εκείνος το σήκωσε, αφιερώνοντας το τρόπαιο στην μητέρα του που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, με δάκρυα στα μάτια μπροστά στην κάμερα.

Για να βγει πρώτος σκόρερ στο περσινό πρωτάθλημα με 20 γκολ (όσα ο Μίγιο Τσάκτας και ο Μίρκο Μάριτς) χρειάστηκε να κάνει καρέ στο ματς της τελευταίας αγωνιστικής με την Ίστρα, όμως αυτό ήταν το παράσημο για να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα: «Όταν ήμουν πιο νέος αρνήθηκα πρόταση να κληθώ στις μικρές εθνικές της Γερμανίας γιατί πάντα ήθελα να αγωνιστώ στην Εθνική Κροατίας. Από μικρός ήμουν ο μεγαλύτερος οπαδός της. Όταν ήρθε η κλήση για τα πρόσφατα παιχνίδια του Nations League πήγα να τρελαθώ από τη χαρά μου. Ήταν η επιβεβαίωση της δουλειάς μου. Αφού μιλάμε για την φιναλίστ του Μουντιάλ, τότε κι εγώ λογίζομαι πια ως ένας παίκτης της ελίτ. Στόχος μου είναι να παίξω μαζί της στο επόμενο Euro». 

Πρώτος σκόρερ στο κροατικό πρωτάθλημα, εν ενεργεία διεθνής με την Εθνική Κροατίας, στην πιο παραγωγική ηλικία του (27) ήταν φανερό ότι τα όρια της Ριέκα ήταν στενά για αυτόν. Η πρώτη που ασχολήθηκε μαζί του ήταν η Στουτγκάρδη. Μετά, τον κοίταξε ο μπαμπάς Λουτσέσκου για την Ντινάμο Κιέβου, όπως και η Ναντ με την Φενερμπαχτσέ.

Η Ντινάμο Ζάγκρεμπ ρώτησε για την τιμή του, όμως ο πρόεδρος της Ριέκα Νταμίρ Μίσκοβιτς απάντησε ότι δεν παραχωρείται για λιγότερα από 5 εκατομμύρια ευρώ. Ο Τσόλακ ξεκίνησε την σεζόν στην Δαλματία και θα αντιμετώπιζε τον Άρη στο Europa League, αν οι κιτρινόμαυροι προκρίνονταν, ωστόσο η σχέση του με τη Θεσσαλονίκη θα υλοποιηθεί για άλλο λόγο.

Πάντα δήλωνε πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή θα παίξει ξανά σε ένα από τα Top-5 πρωταθλήματα της Ευρώπης, με σαφή προτίμηση στον κόσμο της Premier League. Εδώ και πέντε χρόνια είναι αφοσιωμένος στην 23χρονη φοιτήτρια οικονομικών Ντιάνα Πάβλοβιτς, που για χάρη του παράτησε την ζωή της στην Φρανκφούρτη και τον ακολουθεί παντού.

 

Γι’ αυτό και δηλώνει ότι όταν αποσυρθεί θέλει να μείνει για πάντα στην Φρανκφούρτη. Θεωρεί το 17 ως το τυχερό του νούμερο, όμως αυτός αυτός ο αριθμός φανέλας έχει αποσυρθεί από τον ΠΑΟΚ μετά το τραγικό δυστύχημα του Παναγιώτη Κατσούρη, θα πρέπει να βρει κάτι άλλο. Ως άνθρωπος που πάντα σκέφτεται θετικά, δεν θα δυσκολευτεί να βρει κάτι άλλο.

Σε έναν από τους πρόσφατους πανηγυρισμούς του, αδιαφόρησε για την κίτρινη κάρτα και έδειξε σε όλο τον κόσμο την δουλειά που έχει ρίξει στο κορμί του. Σε αυτά τα 2,5 χρόνια στην Ριέκα, ο Τσόλακ δεν απογείωσε την αυτοπεποίθηση του και την εκτελεστική του δεινότητα, έγινε ένας ποντικός του γυμναστηρίου, γέμισε μύες και έγινε ένα θωρηκτό στην επίθεση.

Ο Τσόλακ δεν είναι απλώς ένα εννιάρι είναι ένας Target Man, ο οποίος με ύψος 1,88 είναι ο παίκτης που σημαδεύουν όλοι οι συμπαίκτες του για να χτίσουν επιθέσεις, να κερδίσουν πρώτες μπάλες / μέτρα και για να τελειώνει τις φάσεις μες το κουτί. Όπως δείχνει το διάγραμμα από τα φετινά του τελειώματα, στο κροατικό πρωτάθλημα, ο Τσόλακ εκτελεί σχεδόν αποκλειστικά στο ορθογώνιο «κουτί», συνήθως με μία επαφή.

Παρόλα αυτά δεν είναι ένας στατικός, ακούνητος παίκτης που περιμένει τους συμπαίκτες του, να τον ταΐσουν. Όπως δείχνει το heatmap από τους χώρους που κινήθηκε φέτος, ο Τσόλακ συμμετέχει ενεργά στο build-up, του αρέσει να βοηθάει στο χτίσιμο επιθέσεων, παίζοντας ανάμεσα στις ζώνες, συνήθως ως «σπόντα».

Πολλές φορές κατάφερε να φύγει στην πλάτη της άμυνας από βαθιές μπαλιές, δείγμα ότι μπορεί να παίξει και στον χώρο, ενώ είναι σπεσιαλίστας στα πέναλτι. Πολύ δυνατός στις προσωπικές μονομαχίες, συνήθως προτιμά μία σίγουρη πάσα από το ένας εναντίον ενός με ντρίμπλα, ένας έξυπνος, μοντέρνος, πολυλειτουργικός φορ που μπορεί να παίξει αρκετούς ρόλους, ανάλογα με τις απαιτήσεις του ματς.

Στο φετινό πρωτάθλημα της Κροατίας ήταν πρώτος με 3.62 σουτ εντός περιοχής ανά 90 λεπτά και δεύτερος στις επαφές στην αντίπαλη περιοχή με 5.08 ανά 90 λεπτά, δείγμα της υπεροχής του απέναντι στους αντίπαλους αμυντικούς. 

Το πρωτάθλημα της Κροατίας ήταν πια μικρό για να τον χωρέσει, ο ΠΑΟΚ του δίνει τον χώρο και τον χρόνο για να λάμψει στο επόμενο επίπεδο. Αν θα τα καταφέρει; Ο ίδιος πάντα σκέφτεται θετικά, είναι σίγουρος για αυτό. Το καλό για τον Δικέφαλο είναι πως ξέρει να δημιουργηθεί τις συνθήκες, ώστε όλοι όσοι ανήκουν στον οργανισμό του να νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Αυτό που δεν βρήκε πάρα μόνο στην Ριέκα, ο νέος εκτελεστής του…

 

Αντόνιο Τσόλακ: Εγώ είμαι πρόσφυγας ξεριζωμένος…
EVENTS