MENU

Όλοι θέλουμε να στηθεί η μπάλα στη σέντρα, να δούμε ξανά ποδόσφαιρο. Θα ήταν μια κάποια λύση ακόμα και για να μείνουμε ένα μήνα ακόμα σε καραντίνα, να βλέπαμε μπάλα να κυλάει. Και θα ήταν μια λύση για όσα μαγαζιά της ενημέρωσης έχουν να συντηρήσουν 50 οικογένειες και αυτές τις μέρες, ελλείψει ειδήσεων, έχουν στραγγίξει από ειδησεογραφία και γράφουν για πανδημίες, οικονομικές ζημιές. Κι όσο στο μεταξύ μετράμε τις μέρες σαν τους φαντάρους πριν το απολυτήριο, περιμένοντας να υπάρξει ξανά ζωή στην κοινωνία και κατ επέκταση στον αθλητισμό, έχουμε και την κατηγορία των ηθικολόγων που κουνάνε και το δάχτυλο.

Μια σπάνια κατηγορία που μπορεί και επιβιώνει σε κάθε κατάσταση, σαν τις κατσαρίδες μετά από πυρηνικό όλεθρο. Μία κατηγορία ανθρώπων που «φτιάχτηκε» (οικονομικά, αλλά και επαγγελματικά) στην εποχή της παράγκας 1 και 2, δηλαδή τότε που η ρεμούλα, μάσα, η ασυδοσία, η παρανομία έκαναν πάρτι στο ποδόσφαιρο. Πώς; Πουλώντας αμπελοφιλοσοφία, φύκια για μεταξωτές κορδέλες, πετώντας την μπάλα στην εξέδρα, την ώρα που συνέβαιναν σημεία και τέρατα μπροστά στα μάτια όλων.

Μία κατηγορία ανθρώπων που μασούλησε με βουλιμία και καταβρόχθισε επί σειρά ετών κρατικό χρήμα, μία ξεχωριστή κατηγορία «επαγγελματιών» που εργαλοιοποιήθηκε για να προσδώσει έναν καλτ χαρακτήρα σε κοινούς παραβάτες του ποινικού δικαίου, που κατάφερε με την ρητορική της να εξαγνίσει και να περάσει στην σφαίρα των ηρώων, όσους κέρδιζαν ανεξαρτήτως τρόπου, καθαγιάζοντας τα πάντα με την περίφημη καρδιά του πρωταθλητή.

Όπως όλα τα εργαλεία όμως, έτσι κι αυτοί, είναι αναλώσιμα υλικά. Τα έφερε έτσι η εποχή που τους ζητήθηκε να βγάλουν τον μανδύα. Να πάρουν ξεκάθαρη θέση. Να αποκαλύψουν ποιοι είναι και ποιους πραγματικά παρίσταναν τόσα χρόνια, βιάζοντας λογικές και συνειδήσεις, κονιορτοποιώντας ομαδάρες και παικταράδες που έμειναν άτιτλοι από ληστρικές συμμορίες.

Τώρα λοιπόν αυτοί που ισοπέδωσαν το ποδόσφαιρο, αυτοί που επί σειρά ετών έκαναν αρπαχτές και άρμεγαν το ποδόσφαιρο, αυτοί που έκλειναν τα μάτια σε σφαγές, μιλώντας για επενδύσεις, αυτοί που τόσα χρόνια αποθέωναν, εξύψωναν, μυθοποίησαν τους «περίεργους» και ειρωνεύονταν τα αθώα θύματα, έρχονται ως ντελάληδες να εκφράσουν την άδολη, την αγνή, την ανόθευτη αγάπη τους για το ποδόσφαιρο.

Το ακόμα χειρότερο; Αυτοί που τόσα χρόνια νοιάζονταν μόνο για την πάρτη τους, για την τσέπη τους, για την κονόμα και την μάσα τους, έρχονται τώρα να εκφράσουν την αγωνία τους για το μέλλον του επαγγέλματος, εν είδει μίας δημόσιας ψυχανάλυσης, μιας δημόσιας εξομολόγησης, μιας δημόσιας αυτοκάθαρσης.

Κι αυτό είναι η κατάρα της δημοσιογραφίας. Να κουνάνε το δάχτυλο αυτοί που την ισοπέδωσαν. Να δείχνουν με το δάχτυλο ως υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης, αυτοί που χάραξαν τον δρόμο, αυτοί που δημιούργησαν κι έκαναν μόδα τάσεις, σχολές, πρότυπα, με αξίες εντελώς ξένες με το λειτούργημα.

Ποιος, αλήθεια, δεν θα ήθελε να αρχίσει ξανά το ελληνικό πρωτάθλημα, ακόμα και αύριο ει δυνατόν;

Ποιος, αλήθεια, δεν θα ήθελε να ξαναδεί άμεσα μπάλα, ει δυνατόν με κόσμο στα γήπεδα;

Αν αυτά όλα ήταν εφικτά, θα σήμαινε αυτόματα ο εφιάλτης του κορωνοϊού θα αποτελούσε παρελθόν, πως οι υγειονομικές συνθήκες θα επέτρεπαν πάλι να επιστρέψουμε σε κανονικούς ρυθμούς ζωής.

Ωστόσο, ακόμα και εν μέσω πανδημίας, υπάρχουν ορισμένοι που παραβλέπουν το σημαντικό και ασχολούνται με το ασήμαντο, το μηδαμινό, το τιποτένιο, μπροστά στην δημόσια υγεία. Επιμένουν, ωρύονται, διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους, πως το πρωτάθλημα πρέπει να αρχίσει ξανά με οποιεσδήποτε συνθήκες και ηθικολογούν επ’ αυτού με επιχειρήματα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν έχουν επαφή με την πραγματικότητα.

Για να μην το κουράζουμε άδικα. Την επανέναρξη ή μη του πρωταθλήματος θα την αποφασίσει η εξέλιξη της πανδημίας και καμία άλλη δημοσιογραφική αυθεντία. Θα την αποφασίσει το κοινό δημόσιο συμφέρον και όχι το συμφέρον κάποιας συγκεκριμένης ομάδας και των εξαπτέρυγων της. Θα το αποφασίσει η κατάσταση στην (εκάστοτε) χώρα, όχι οι προσταγές της UEFA.

Όλα οι υπόλοιπες ευαισθησίες περί αθλητικογράφων που θα μείνουν χωρίς δουλειά είναι κροκοδείλια δάκρυα και ηθικολογίες δίχως υπόσταση από κάποιους που ουδέποτε νοιάστηκαν για την πορεία της αθλητικογραφίας και το μέλλον οποιουδήποτε αθλητικογράφου. Είναι υπεύθυνοι που η δημοσιογραφία κατάντησε εργαλείο εξυπηρέτησης συμφερόντων και ως εκ τούτου οι τελευταίοι που μπορούν να κάνουν υποδείξεις.

Μπορούμε να αντέξουμε πολλά, αλλά όχι τους λύκους να νοιάζονται ξαφνικά και να συμβουλεύουν τα πρόβατα για το μέλλον τους. Τόσα χρόνια ο κόσμος κατάπιε πολλά, όμως όλα έχουν το όριο τους. Αρκετά. Ως εδώ...

Ξαφνικά, τα παιδιά της παράγκας νοιάστηκαν για το ποδόσφαιρο...
EVENTS