MENU

Χωρίς να έχει κριθεί απολύτως τίποτα σε επίπεδο τίτλων ή ευρωπαϊκής πορείας, η σεζόν 2019-20 έχει για τον Ολυμπιακό ήδη μια πρωτοφανή αγωνιστική «μαγκιά» αλά και δύο μεγάλες (για τα ελληνικά δεδομένα) διοικητικές. Αν μετά από αυτές οι «ερυθρόλευκοι» φτάσουν και στην κατάκτηση του τίτλου δε, θα μιλάμε για ένα ιστορικό... triple crown του Βαγγέλη Μαρινάκη τη στιγμή που θα συμπληρώνει μια δεκαετία στο τιμόνι του συλλόγου.

Στο αγωνιστικό κομμάτι, μέχρι στιγμής ο Ολυμπιακός του Μαρτίνς έχει καταφέρει να βρεθεί σε pole position για τον τίτλο, όχι τόσο λόγω της ισχνής διαφοράς από τον δεύτερο ΠΑΟΚ, αλλά λόγω της γενικότερης εικόνας που παρουσιάζει: οι «ερυθρόλευκοι» είναι η ομάδα που πείθει περισσότερο από κάθε άλλη ότι μπορεί να πετύχει τον Νο1 στόχο της σεζόν, που δεν είναι άλλος από την επιστροφή της στην κορυφή μετά από δύο χρόνια. Και να το καταφέρνει σε μια σεζόν που έχει ξεκινήσει επί της ουσίας πριν καλά καλά μπει το καλοκαίρι, στις 10 Ιουνίου. Ένα καλοκαίρι κατά το οποίο πέτυχε και την πρώτη αγωνιστική «μαγκιά»: την πρόκριση σε ομίλους Champions League, μετά από 3 νοκ-άουτ γύρους, κάτι που ουδέποτε είχε ξανασυμβεί στα χρονικά του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Ακόμη πιο πίσω χρονικά, η διοίκηση του Ολυμπιακού και ο Βαγγέλης Μαρινάκης είχαν φροντίσει να πετύχουν και κάτι επίσης... σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα και το οποίο σε μια φυσιολογική ποδοσφαιρική γωνιά του πλανήτη δεν είναι ποτέ είδηση: να κρατήσουν τον προπονητή της ομάδας για δεύτερη σεζόν -και όπως φαίνεται να τον αφήσουν να δουλέψει και να την ολοκληρώσει κιόλας. Αν μάλιστα συμβεί το φυσιολογικό, δηλαδή να ξεκινήσει και τρίτη σεζόν ο Μαρτίνς, αυτό κι αν θα είναι επιτυχία για μια διοίκηση που επί σειρά ετών φαγωνόταν με τα ρούχα της, αλλάζοντας 2-3 τεχνικούς μέσο όρο ανά σεζόν. Για το συγκεκριμένο κομμάτι, το τί έχει αλλάξει ο Ολυμπιακός εκτός τεσσάρων γραμμών και κυρίως... στο μυαλό του, αρχής γενομένης από το κομβικό καλοκαίρι του 2018, από τη συγκεκριμένη στήλη έχει καλυφθεί πλήρως με σειρά κειμένων, οπότε δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο. Άλλωστε τα πράγματα είναι απλά στο ποδόσφαιρο αν τα πάντα περιστρέφονται αποκλειστικά και μόνο γύρω από αυτό. Ο Ολυμπιακός βρήκε ένα ποδοσφαιρικό beautiful mind, του έδωσε χρόνο και υλικά και το άφησε να κάνει τη δουλειά του. Τα υπόλοιπα αποδεικνύονται από Κυριακή, σε Τετάρτη, σε Κυριακή, επί χόρτου.

Επειδή όμως οι τέσσερις γραμμές και όσα συμβαίνουν μέσα στα όριά τους είναι απλώς το τελικό «δοχείο» που καταλήγουν δεκάδες άλλα που συγκοινωνούν με αυτό, στο τέλος της ημέρας η εικόνα της ομάδας είναι που έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο για την ίδια και τα περιουσιακά της στοιχεία. Κάπως έτσι, φτάνουμε πιθανότατα και στη μεγαλύτερη επιτυχία, τη μεγαλύτερη διοικητική μαγκιά του Βαγγέλη Μαρινάκη. Αυτό που πετυχαίνει ο Ολυμπιακός της δεκαετίας αυτής, εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μετά το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη, είναι -κατά την ταπεινή μου άποψη- μεγαλύτερη επιτυχία από οποιοδήποτε σερί τίτλων, από κάθε καλή παρουσία στην Ευρώπη.

Η ΠΑΕ Ολυμπιακός έχει αυτή τη στιγμή τη μεγαλύτερη εμπορική αξία που είχε ποτέ, είναι ένα «μαγαζί γωνία» όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά για κάθε ποδοσφαιριστή, για κάθε προπονητή που θέλει να φτιάξει το όνομα και το βιογραφικό του και να κερδίσει μέσω της παρουσίας του στο Λιμάνι μια θέση στο ευρωπαϊκό Top-5 ή έστω μια μεταγραφή ζωής. Οι σχέσεις και οι διασυνδέσεις των «ερυθρόλευκων» με τους κορυφαίους μάνατζερ και τα κορυφαία club της ηπείρου, βρίσκονται επίσης στο ιστορικό ζενίθ τους. Όλα τα παραπάνω βεβαίως δεν επιτυγχάνονται από τη μια μέρα στην άλλη και σίγουρα δεν επιτυγχάνονται επειδή έχεις... εξασφαλισμένα πρωταθλήματα. Χρειάζονται χρόνο, χρειάζονται κόπο, χρειάζονται προφανώς χρήμα, χρειάζονται τους σωστούς ανθρώπους με τις κατάλληλες γνώσεις στα σωστά πόστα, χρειάζονται πολλά... στραπάτσα πριν μάθεις -σαν ένας... ταπεινός ελληνικός σύλλογος- πως διάολο γίνεται η συγκεκριμένη μπίζνα ανάμεσα στα «μεγάλα παιδιά» της Ευρώπης.

Ακόμη κι έτσι, το τελευταίο «κεφάλαιο» των μεταγραφικών επιτυχιών του Ολυμπιακού της εποχής Μαρινάκη φαντάζει ως σενάριο φαντασίας. Μια μεταγραφή, ένα deal που δε νομίζω να υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη διψήφιος αριθμός συλλόγων που μπορούν να το επιτύχουν. Η επικείμενη πώληση του Ντάνιελ Ποντένσε στην 6η του βαθμολογικού πίνακα της Premier League, Γουλβς, θα φέρει στα ταμεία του συλλόγου ένα «καθαρό» ποσό κοντά στα 25 εκατ. ευρώ, με τους Άγγλους να βγάζουν από τα δικά τους περίπου 30.000.000. Ας το δούμε και ολογράφως: Τριάντα. Εκατομμύρια. Ευρώ.

Για έναν παίκτη που προ διετίας πριν έτρεχε να γλιτώσει το ξύλο στο προπονητικό κέντρο της Σπόρτινγκ, ο οποίος άκουσε επί ελληνικού εδάφους όσα λίγοι έχουν ακούσει. Είναι κοντός, είναι ατομιστής, κάνει γύρω-γύρω από τον εαυτό του, κουτουλάει πάνω στον αμυντικό, δεν βάζει γκολ. Ε, γι αυτό και ήρθε αγγλική ομάδα που κυνηγάει την έξοδο στην Ευρώπη, να δώσει τριάντα «χαρτιά» για να τον βάλει βασικό, γι αυτό είχε έρθει νωρίτερα και ο Φερνάντο Σάντος να τον καλέσει στην πρωταθλήτρια Ευρώπης, Πορτογαλία. Το εντυπωσιακό της όλης υπόθεσης είναι ότι ο κοντός δεν είναι καν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής αυτού του Ολυμπιακού. Ούτε καν ο πιο επιδραστικός. Μπορεί να είναι ο πιο απρόβλεπτος αν θέλετε, μπορεί να είναι αυτός με το φαινομενικά μεγαλύτερο ταβάνι, αν συνυπολογιστεί και η ηλικία του, ωστόσο αυτή τη στιγμή που μιλάμε οι «ερυθρόλευκοι» πουλάνε για 30 εκατ. έναν ποδοσφαιριστή τους που δεν είναι πιο επιδραστικός από τον Βαλμπουενά, τον Γκιγιέρμε ή τον Ελ Αραμπί, ως προς το τι πετυχαίνει η ομάδα πάνω στο χορτάρι. Για τον υγιή Φορτούνη φυσικά, ούτε καν λόγος.

Ο Ποντένσε είναι ακριβώς αυτό: ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ο οποίος απέδειξε έδειξε ότι μπορεί να κάνει τη διαφορά επί ελληνικού εδάφους και ο οποίος δεν θα βρισκόταν ποτέ στη χώρα μας αν ο Ολυμπιακός δεν είχε τις σχέσεις που έχει με τον Ζόρζε Μέντες ή αν δεν είχε «υποτιμηθεί» η χρηματιστηριακή αξία του λόγω των όσων συνέβησαν στη Σπόρτινγκ. Μέσα στο γήπεδο, είτε κάνει μεταγραφή είτε όχι, ο Ολυμπιακός και ο Μαρτίνς θα τη βρουν την άκρη τους. Όπως τη βρήκαν χωρίς Φορτούνη, χωρίς Βαλμπουενά, χωρίς Γκιγιέρμε ή χωρίς γκολ από τους σέντερ φορ για περίπου ένα δίμηνο. Όπως ακριβώς βρίσκουν εν τέλει την άκρη όλοι οι σοβαροί σύλλογοι που έχουν τη δυνατότητα να πουλάνε ακριβά.

Από εκεί και πέρα, στο φινάλε της ημέρας, αυτό που μένει είναι ότι ο Ολυμπιακός πουλάει έναν από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές του, στο τετραπλάσιο του ποσού που έδωσε για να τον αποκτήσει πριν από τέσσερις μήνες. Η αξία του Ποντένσε αυξανόταν ανά 100% κάθε μήνα που περνούσε! Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλο το παρασύνθημα. Ό,τι παίκτης και να είναι ο Ποντένσε, όσο καθοριστικός και χρήσιμος να είναι σε αυτόν τον Ολυμπιακό, το χρήμα μιλάει από μόνο του. Γιατί ως ελληνικός σύλλογος, δεν γίνεται να αρνηθείς αυτά τα χρήματα. Και βεβαίως, υπάρχει και ο παράγων ποδοσφαιριστής. Λόγο έχει και αυτός και ως Ποντένσε, επίσης προφανώς και δεν μπορείς να πεις όχι στην ευκαιρία να παίξεις σε μια καλή ομάδα του καλύτερου πρωταθλήματος στον κόσμο. Τελεία. Παύλα.

Όλα τα υπόλοιπα, για το ότι ο Ολυμπιακός χάνει έναν κομβικό ποδοσφαιριστή του την ώρα που κυνηγάει το πρωτάθλημα, προσωπικά τα ακούω βερεσέ. Όποτε θέλουμε θυμόμαστε το αγωνιστικό κομμάτι και... υπερασπιζόμαστε τις ανάγκες της ομάδας, όποτε θέλουμε θυμόμαστε το οικονομικό και λέμε ότι οι ελληνικές ομάδες δεν πουλάνε, δεν αγοράζουν, ο πρόεδρος δεν βάζει λεφτά, ο πρόεδρος δεν ξέρει να πουλάει, ότι δεν μπορεί να πουλάει. Όλα αυτά φυσικά για τον συγκεκριμένο Ολυμπιακό αποδεικνύεται πως δεν ισχύουν. Ο συγκεκριμένος Ολυμπιακός και ξέρει και μπορεί να πουλάει. Και με αυτό τον τρόπο, με αυτά τα deals που πετυχαίνει όλη αυτή τη δεκαετία, μπορεί και εξασφαλίζει την μακροημέρευσή του τόσο ως ομάδα όσο και ως ΠΑΕ. Στο φινάλε αυτής της δεκαετίας, με «κερασάκι» την πώλησης του Ποντένσε στη Γουλβς, αυτή είναι και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που αφήνει ο Μαρινάκης στον σύλλογο.

Θα ρωτήσει εύλογα κανείς: «Εμένα, ως οπαδό, τι ακριβώς με ενδιαφέρει πόσο πουλάει και πόσο αγοράζει, αν φεύγουν οι καλύτεροι παίκτες σου την ώρα που λες πως κυνηγάς το πρωτάθλημα;»

Σωστό ερώτημα. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να σε αφήνει παγερά αδιάφορο, ως οπαδό. Τι τι μπαίνει και το τι βγαίνει από τα ταμεία είναι δουλειά του λογιστή. Αυτό που θα πρέπει να σε ενδιαφέρει αντίθετα, είναι η ομάδα σου να έχει οντότητα και παρουσία στις ευρωπαϊκές αγορές, στις οικονομικές και εμπορικές «κλίκες» που διαχειρίζονται το 90% του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου στο υψηλότερο επίπεδο. Θα πρέπει να σε ενδιαφέρει ότι η ομάδα σου έχει την ικανότητα να πουλάει ακριβά τους Ποντένσε της, ακριβώς επειδή μπορεί να τους αγοράσει 4 μήνες νωρίτερα, στο 1/4 της τιμής τους.

Στη σύγχρονη ποδοσφαιρική και όχι μόνο αγορά, κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις. Αν θες να έχεις «Ποντένσε» ως Ολυμπιακός, ως ελληνική ομάδα, να έχεις δηλαδή νεαρούς και ακόμη εξελίξιμους διεθνείς ποδοσφαιριστές, από προηγμένες ποδοσφαιρικές αγορές, θα πρέπει να συμβιβαστείς και με τη μοίρα σου ότι δεν θα τους έχεις για πάντα. Αν θες να βρίσκεσαι σε όλα τα επίπεδα ανάμεσα στα... μεγάλα παιδάκια και να παίζεις με τα ίδια παιχνίδια, αυτά τα deals πρέπει να τα θεωρείς αυτονόητα και καλοδεχούμενα και όχι να ψειρίζεις τη «μαϊμού».

Διαφορετικά, μπορείς κάλλιστα να κάνεις ό,τι έκανες και τις προηγούμενες δεκαετίες. Να δίνεις... δισεκατομμύρια για να φέρνεις Τζιοβάνι, Ζάχοβιτς, Καρεμπέ και Ριβάλντο, να μην κάνεις σχεδόν την παραμικρή σοβαρή πώληση επί μια 20ετία (σ.σ. ο Γεωργάτος είναι η εξαίρεση) και στην πρώτη δύσκολη οικονομική συγκυρία να βαράς κανόνι. Ακόμη χειρότερα, μπορείς να κάνεις ό,τι κάνουν οι υπόλοιποι εγχώριοι ανταγωνιστές σου. Να αγοράζεις υπεραξία της υπεραξίας επειδή κανείς και ποτέ δεν θα συμφωνήσει να έρθει σε σένα διαφορετικά ή ακόμη χειρότερα να αγοράζεις λαχεία, από τα χαμηλά ράφια της ευρωπαϊκής αγοράς: «Κι αν σου κάτσει;»

Διαλέγουμε και παίρνουμε, υποθέτω...

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Μαρινάκη
EVENTS