MENU

Οσα μηδενικά και να βάλεις το ένα δίπλα στο άλλο, μηδέν θα πάρεις. Εάν όμως μπει το «1» μπροστά απ’ τη σειρά των μηδενικών, ο αριθμός αλλάζει…και σώζονται άπαντες. Η Μπάγερν εμφάνισε μηδενικά, στον Πειραιά. Φιλίπε Κουτίνιο, Νιαμπρί, Τιάγκο Αλκάνταρα, για να μείνουμε στα πλέον διάσημα. Επαιξαν, στις θέσεις των σέντερ-μπακ, με δύο ακραίους μπακ που ούτε τη μπάλα έβγαζαν από πίσω καλά, και όσο πιο πολύ πιέζονταν στον αέρα τόσο περισσότερο αίμα (θα) έχαναν. 
     
Ο Λεβαντόβσκι ήταν, ανάμεσά τους, το μοναδικό «1» πριν τα πολλά «0». Τους ξελάσπωσε, ακριβώς όταν έδειχναν ευάλωτοι. Είναι ο σέντερ-φορ που αντιστοιχεί στη Μπάγερν. Αυτή η Μπάγερν δεν είναι ό,τι αντιστοιχεί στον Λεβαντόβσκι. Κατά μία έννοια, ο Ολυμπιακός νίκησε τη Μπάγερν αλλ’ ο Λεβαντόβσκι νίκησε τον Ολυμπιακό. Καταλάβαμε, γιατί αυτή την εποχή η Μπάγερν βράζει στο ίδιο καζάνι με τη μισή Μπούντεσλιγκα. Διότι, πράγματι, δεν κάνει καμία διαφορά σε σχέση με τις άλλες οκτώ, τις καλές, ομάδες στο πάνω μισό της κατάταξης. 
     
Θεωρούμε τους Βαυαρούς, διαχρονικούς σπεσιαλίστες στις άσχημες νίκες. Δεν πρόκειται περί αυτού, ωστόσο. Πάντοτε τις άσχημες νίκες τις κέρδιζαν, όχι με το ποδόσφαιρό τους μεν, με κλάση δε. Με ηρεμία, με προσωπικότητα, με έλεγχο. Με επιβολή. Εδώ, έβλεπε κανείς μια απέραντη προχειροδουλειά, παικτών που έφτανες ν’ αμφιβάλλεις αν είναι συμπαίκτες. Προηγήθηκε 3-1 (ποια, η Μπάγερν…) και πάλι τίποτα δεν το ένιωθες για σίγουρο.
     
Ο Ολυμπιακός διανύει τη δεύτερη σεζόν, ενός κύκλου που στο φυσιολογικό ποδόσφαιρο κρατάει τέσσερα-πέντε χρόνια. Το προτσές μεγαλώνει «γερά και ευτυχισμένα» παιδιά όπως ο Τσιμίκας, ο Μπουχαλάκης, ο Μασούρας, ο Ντανιέλ Ποντένσε, ο Καμαρά, αύριο-μεθαύριο ο Ραντζέλοβιτς, ο Λοβέρα. Το 1-0 ήταν ένα αριστούργημα του transition, απ’ όταν ο Ελαμπντελαουί δεξιά στην πλάγια γραμμή βγάζει τη μπάλα απ’ τα πόδια του Νιαμπρί, κι έπειτα ο Ντανιέλ Ποντένσε αλλάζει στην απέναντι άκρη για Μασούρα/Τσιμίκα. Το αμέσως επόμενο Μασούρας/Τσιμίκας στο ανοιχτό γήπεδο, παραλίγο να το έβαζε μονάχος μέσα ο Ερναντέζ.
     
Το προτσές δικαιολογεί, ότι δεύτερη σερί φορά (μετά τον Ερυθρό Αστέρα) ένα 1-0 καταλήγει να γίνεται 1-3. Ο Ολυμπιακός ήταν καλός, αλλ’ όχι όσο καλός ήταν στο πρώτο ημίωρό του τον Σεπτέμβριο με την Τότεναμ. Η κούραση, άλλη μία φορά τον ροκάνισε. Το 1-3 έρχεται, ανεβαίνοντας από την άμυνα. Σε μπάλα που κλέβει ο Μίλερ από τον κατάκοπο Μασούρα. 
     
Στον Πέντρο Μαρτίνς, είναι η αίσθησή μου, λιγάκι…του ξέφυγε παραπανίσιος σεβασμός. Αντικατοπτρίστηκε στο πόσο πίσω έμεινε, ενώ ολοφάνερα «ήταν καλά», η ομάδα στο α’ ημίχρονο. Η εικόνα έκανε δυνατή αντίθεση, με το ξεκίνημα του β’ μέρους. Εκεί που μπήκαν, και απαίτησαν ολόκληρη την παρτίδα. Εκεί, την έχασαν κιόλας. Αλλά το ποδόσφαιρο ενέχει αυτή την ειρωνεία. Και με την Τότεναμ στο πιο ποιοτικό διάστημα του παιγνιδιού του, ο Ολυμπιακός ήταν στο 0-2.
     
Εμμένω να πιστεύω ότι ο Ολυμπιακός «έχει τύχη» τον Νοέμβριο στο Λονδίνο, άρα και ότι η δεύτερη θέση στο γκρουπ ακόμη παίζεται. Ως τότε βέβαια, έχουμε καιρό. Το σίγουρο είναι ότι μέχρι τέλους, τον Δεκέμβριο, θα ζήσουν με το αμάρτημα του Βελιγραδίου. Σήμερα η «τελική ανάλυση» λέει ότι οκτώ γκολ παθητικό σε τρεις αγώνες, είναι πολλά. Τούτη τη φορά, η μαύρη τρύπα ήταν ο Ρούμπεν Σεμέντο. Οκτώ γκολ είναι αφόρητα πολλά, για μια ομάδα που παίζει όμιλο Τσάμπιονς Λιγκ επειδή βασίστηκε επιτυχώς στο μηδέν. Και που δεν γίνεται να έχει για σέντερ-φορ, ένα Λεβαντόβσκι ή ένα Κέιν. Ώστε, αφού δέχεται οκτώ, να μπορεί να βάζει εννέα.
     
Φυσικά, τα οκτώ γκολ σε τρεις αγώνες δεν είναι τίποτα. Είναι «μέσα» στο ποδόσφαιρο. Η Τότεναμ έφαγε εφτά σε ένα! Τίποτα, μπροστά σε ό,τι έγινε (και δεν εννοώ το 0-4 των μικρών) νωρίτερα στου Ρέντη. Εκεί ήταν η αληθινή, η βαριά ήττα της ημέρας. Διότι αυτή δεν ήταν «μέσα» στο ποδόσφαιρο…
     
     
     
      
      

Η πιο βαριά ήττα...
EVENTS