MENU

Παραμονές του αγώνα με την Ελλάδα, ο Λεονάρντο Μπονούτσι θυμόταν ότι, στα δέκα χρόνια που παίζει στην Εθνική Ιταλίας, ποτέ η ομάδα δεν είχε την δυνατότητα να εξασφαλίσει την πρόκριση σε τελική φάση μεγάλης διοργάνωσης, με τρεις αγωνιστικές να απομένουν για το φινάλε της προκριματικής φάσης.

Η Σκουάντρα Ατζούρα (κατ' εξαίρεση ντυμένη στα πράσινα) τα κατάφερε, αλλά πολύ πιο δύσκολα απ' ότι η ίδια θα περίμενε και, μην κρυβόμαστε, περιμέναμε και η πλειοψηφία ημών και υμών, για μια εθνική ομάδα που επέλεξε το πιο δύσκολο ματς της προκριματικής φάσης για να κάνει την επανάστασή της.

Κοιτώντας preview ιταλικών σελίδων για την αναμέτρηση του «Ολίμπικο» της Ρώμης, έβρισκε κανείς πιθανή ενδεκάδα της Ελλάδας που περιελάμβανε Σωκράτη Παπασταθόπουλο, Κώστα Μανωλά και Βασίλη Τοροσίδη!

Δύο είναι οι (λογικές) εξηγήσεις για αυτό το ατόπημα: Είτε οι Ιταλοί συνάδελφοι δεν φρόντισαν καν να δουν την αποστολή που ανακοίνωσε από την προηγούμενη εβδομάδα ο Τζόνι Φαν'τ Σχιπ, είτε απλά δεν πίστευαν ότι άφησε εκτός τα «μεγάλα κεφάλια» της εθνικής ομάδας.

Και όμως, ο Ολλανδός τεχνικός το τόλμησε (ίσως λίγο απότομα, ομολογώ) και θεωρώ ότι ήταν ο ηθικός νικητής της βραδιάς. Μέχρι το ανόητο πέναλτι του Ανδρέα Μπουχαλάκη, η Ελλάδα στέκονταν άψογα στο γήπεδο, έκανε αυτό που έπρεπε για να διεκδικήσει ένα θετικό αποτέλεσμα και έβαλε πολλά προβλήματα σε μια Ιταλία που υποχρέωσε τον Αλέξανδρο Πασχαλάκη στην πρώτη του απόκρουση στο παιχνίδι, λίγο μετά το 50ό λεπτό.

Αυτή η ήττα σφράγισε και μαθηματικά τον αποκλεισμό της Ελλάδας από την τελική φάση του Euro2020, αλλά όλοι ξέρουμε πως η πρόκριση είχε χαθεί προ πολλού και, δυστυχώς, σε έναν όμιλο που σαφέστατα είχαμε την δυνατότητα να τερματίσουμε στην δεύτερη θέση, πίσω από την ένα σκαλί ανώτερη Ιταλία.

Τι μας έλειψε; Η αμυντική σοβαρότητα που επέδειξε η Ελλάδα στο μεγαλύτερο διάστημα του αγώνα, με τον (εντελώς πρωτάρη) Παντελή Χατζηδιάκο να δείχνει ότι μπορεί να σταθεί στην εθνική ομάδα, ειδικά όταν αυτή καλείται να είναι σίγουρη στα μετόπισθεν, όπως στο απαιτητικό ματς με την ομάδα του Ρομπέρτο Μαντσίνι.

Έλειψε επίσης η μεγαλύτερη εκμετάλλευση των λίγων φάσεων που, παραδοσιακά, δημιουργεί η Ελλάδα στην επίθεση. Είτε γιατί λείπει ένας παίκτης – κλειδί και σε αυτόν τον τομέα όπως ο Κώστας Φορτούνης, είτε επειδή Δημήτρης Λημνιός, Ευθύμης Κουλούρης και Τάσος Μπακασέτας δεν είχαν την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση ή ψυχραιμία για να κάνουν το τελευταίο, καθοριστικό βήμα που θα έφερνε το γκολ και την αλλαγή των δεδομένων στο «Ολίμπικο».

Η Ελλάδα οφείλει να είναι συμπαγής στην άμυνα, να έχει κλειστές τις γραμμές για να δυσκολεύει την δημιουργία του αντιπάλου, να βάζει «μηχανάκια» τύπου Κάρλος Ζέκα στα χαφ και να κοιτάζει να εκμεταλλεύεται την ταχύτητα (και όχι τόσο την δημιουργικότητα, γιατί δεν... περισσεύει) των παικτών από την μέση και μπροστά.

Αν τα κάνει όλα αυτά, πιθανόν θα επιστρέψει στα παιχνίδια του «μισού μηδέν» και θα ζορίζεται να νικάει ακόμα και τις μικρότερης δυναμικότητας εθνικές ομάδες. Θα τις νικάει όμως. Ακόμα και αν δεν θα έχει την λάμψη παικτών που αγωνίζονται σε μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες.

Δεν δυσκολεύονταν, άλλωστε, να νικάει τις πιο «αδύναμες» εθνικές ομάδες ακόμα και την εποχή που έδινε σταθερά το παρών σε μεγάλες διοργανώσεις (τρία Euro και δύο Μουντιάλ σε δέκα χρόνια);

Τζόνι Φαν'τ Σχιπ, δεν ξέρω αν και τι θα αποδώσει αυτή η επανάσταση που επιχείρησες, αλλά εγώ είμαι μαζί σου. Καλύτερα να... ταρακουνιέται το καράβι και να μπάζει και μερικά νερά στην πορεία του, παρά να πηγαίνει αργά, αλλά σταθερά προς το παγόβουνο μιας ακόμα αποτυχίας...

Τζόνι Φαν'τ Σχιπ, εγώ είμαι μαζί σου
EVENTS