MENU

Κάποτε τον ρώτησαν αν του λείπει η Ρόδος. Από τοπική εφημερίδα, η οποία μπορούσε να γνωρίζει πρόσωπα, πράγματα, ιστορίες μέχρι και πού πίνει τον καφέ του όταν τα καλοκαίρια επισκέπτεται τον πατέρα του και τη γιαγιά του. Συνήθως, εκείνος απαντάται στη δημοτική κοινότητα Πεταλούδων στην Κρεμαστή και σε μια επαρχιακή κωμόπολη με πληθυσμό κάτι παραπάνω από 5.000 κατοίκους, μαντέψτε αν όλοι τα ξέρουν όλα για όλους! Διόλου συνήθως, εκείνος απάντησε: «Συνήθως όταν είμαι μέσα στο λεωφορείο και κάνω μεγάλα ταξίδια με την ομάδα, όλο τη Ρόδο σκέφτομαι».

Να ήταν άραγε ένα τέτοιο ταξίδι εκείνο που έκανε προς το Μπιλμπάο το 2015; 18 ετών τότε ο Παντελής ή Panda, όπως θα τον αποκαλούν οι οπαδοί της Άλκμααρ τις καλές μέρες (σ.σ. για τις κακές θα τα πούμε παρακάτω), βρέθηκε σε ένα κατάμεστο γήπεδο να κάνει ντεμπούτο. Σε μια στιγμή, μάλιστα, στην οποία η ομάδα του έχανε με 2-1 και στην Ισπανία είσαι  ̇δε θέλει και πολύ να κατηφορίσει το γήπεδο. «Το γήπεδο της Ατλέτικο είναι τεράστιο, καινούργιο, είχε μέσα 30-40.000 κόσμο, κι εγώ 18 χρονών από την Κρεμαστή ήμουν στην Ισπανία με την ομάδα μου και μπήκα στον αγώνα ως αλλαγή. Είχα άγχος, αλλά τα πήγα αρκετά καλά», θα θυμηθεί μερικά χρόνια αργότερα, κοιτάζοντας πίσω στο μήνα κοσμογονίας του.

Διότι το επίσημο ντεμπούτο του στο Europa League στις 10 Δεκεμβρίου ακολούθησε το ντεμπούτο στο ολλανδικό πρωτάθλημα στις 13 Δεκεμβρίου, το ντεμπούτο του στο κύπελλο στις 16 Δεκεμβρίου και μερικές ακόμα σκόρπιες συμμετοχές μέχρι το φινάλε εκείνης της σεζόν. Ναι, το παιδί από την Κρεμαστή είχε φτάσει να παίζει στην Eredivisie. Επειδή, όμως, πηδήξαμε κι εμείς – παρασυρόμενοι από τον τίτλο – μερικά κεφάλαια, ας πάμε πάλι στην αρχή.

Όπου γης και πατρίς…

Αντικαθιστούμε το γης με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα και αντικαθιστούμε το πατρίς με το ποδόσφαιρο. Φτιάχνουμε έτσι το πρώτο πλαίσιο που κινήθηκε η ζωή και η καριέρα του Παντελή Χατζηδιάκου, ο οποίος ξεκίνησε στον Ευκλή Σορώνης και βρέθηκε στην εφηβεία του σε μια από τις σπουδαίες ποδοσφαιρικές ακαδημίες της Ολλανδίας. Η μητέρα του είναι Ολλανδέζα και ο πατέρας του Έλληνας, ενώ ο γεννημένος στις 18 Ιανουαρίου του 1997 Παντελής έχει δύο μεγαλύτερα αδέρφια. Εκείνα που τον συντρόφευαν στην πρώτη γη και στις πρώτες πατρίδες.

«Μικρός έπαιζα στο δρόμο, στη γειτονιά μου στην Κρεμαστή και στην μικρή αυλή του σπιτιού μας. Οι γείτονες ζητούσαν να κάνω ησυχία, αλλά εγώ συνέχιζα, με τον αδελφό μου το Στέφανο, μεγαλύτερο από μένα, ενώ έχω έναν ακόμα μεγαλύτερο  αδελφό τον  Μιχάλη. Μετά πήγα σε ομάδα, αλλά και πάλι η γειτονιά δεν ησύχαζε. Έπαιζα στην αυλή και στο δρόμο για να είμαι έτοιμος για την προπόνηση», διηγείται για εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αθώα χρόνια, ανέμελα. Ο Παντελής θα παρέμενε έτσι και παραμένει έτσι μέχρι και σήμερα, όταν επισκέπτεται τον τόπο του και την ακαδημία που ξεκίνησε το ποδόσφαιρο.

«Ένας φίλος του πατέρα μου τον προέτρεψε να με γράψει σε ομάδα και η αλήθεια είναι ότι ο πατέρας μου δεν ήθελε στην αρχή γιατί πίστευε ότι είναι σκληρός ο κόσμος του ποδοσφαίρου. Όμως ο φίλος του ο κ. Γιάννης Μικρόπουλος με πήρε από το χέρι, έξι χρονών ήμουνα, και με έγραψε στον Ευκλή Σορωνής.  Μετά τον Ευκλή πέρασα από τον Διαγόρα και τον Αστέρα Παστίδας».

Η πρώτη διαδρομή ολοκληρώνεται στον πολύ γραφικό και γλαφυρό Αστέρα Παστίδας. Θα ακολουθήσει η Αθήνα. Θα ακολουθήσει ο Παναθηναϊκός! «Μια μέρα η μητέρα μου είδε στην τηλεόραση ότι ο Παναθηναϊκός διαφήμιζε το Summer Camp.  Οι γονείς μου θεώρησαν ότι πρέπει να μου δώσουν αυτή την ευκαιρία, κι έτσι όταν ο Παναθηναϊκός απάντησε θετικά πήγα να με δουν. Απάντησαν ότι είμαι πολύ καλός, αλλά ήμουν ακόμα οκτώ χρονών. Ζήτησαν να με δουν το επόμενο καλοκαίρι όπως και έγινε. Στο μεταξύ έπαιζα στις ομάδες της Ρόδου και όταν έγινα εννέα χρονών πηγαινοερχόμουν κι έπαιζα στα τουρνουά του Παναθηναϊκού. Τότε ήταν που ο Παναθηναϊκός με ζήτησε να πάω στην Αθήνα και οι γονείς μου έπρεπε να αποφασίσουν αν θα μου δώσουν την ευκαιρία ή όχι».

Από εκεί άρχισε να σοβαρεύει το πράγμα. Η μητέρα του ταξίδεψε μαζί του και με τα δύο αδέρφια του στην Αθήνα, νοίκιασαν σπίτι στην Παιανία και ο πατέρας του πηγαινοερχόταν, ώστε να διατηρεί ζωντανή και την επιχείρηση της οικογένειας στη Ρόδο. Στον Παναθηναϊκό, ο Παντελής θα εξελιχθεί. Θα αγαπήσει – όσο παράδοξο κι αν φαίνεται – το ελληνικό ποδόσφαιρο, στο οποίο ονειρεύεται κάποια στιγμή να παίξει. Θα μαγευτεί από τις στιγμές που έζησε ως ball boy στα ντέρμπι στο ΟΑΚΑ, θα λάμψουν τα μάτια του στην ιδέα να μπαίνει κι εκείνος κάποια στιγμή στο γήπεδο εν μέσω βεγγαλικών και καπνογόνων.

Ευτυχώς, όμως, αν ποτέ το ζήσει, θα έχει ζήσει πρώτα το κανονικό ποδόσφαιρο. Δυστυχώς, ήταν πρωτίστως η οικονομική κρίση η οποία εξώθησε τον ίδιο και την οικογένειά του μακριά από την Ελλάδα.

Έφηβος σε… δωδεκάωρο ωράριο!

Ο αθλητισμός απαιτεί θυσίες! Ο αθλητισμός απαιτεί πειθαρχία! Ο αθλητισμός απαιτεί οργάνωση! Τέτοια κλισέ και δεκάδες ακόμα μπορεί να ακούσεις δύσπιστος ως προς την απολυτότητα της δήλωσης. Για δες, όμως, κι αυτό. «Το πρωί ερχόταν λεωφορείο της ομάδας και με έπαιρνε από το σπίτι της γιαγιάς μου, με πήγαινε στο σχολείο, μετά με πήγαινε στην προπόνηση και με ξαναγύριζε  το απόγευμα στο σπίτι της γιαγιάς μου που ήταν μάλιστα μακριά. Η μέρα ξεκινούσε για εμένα στις εφτά το πρωί και τελείωνε στις εφτά το απόγευμα. Στην καλή περίπτωση. Μεγάλη η κούραση και η προσπάθεια, έπρεπε να μάθω ολλανδικά, αγγλικά, και βέβαια να εγκλιματιστώ  που ήταν και το πιο σημαντικό απ’ όλα ώστε να μπορέσω να βελτιωθώ στο μέλλον. Δεν είχα καθόλου ελεύθερο χρόνο ενώ είχα και την επίβλεψη της ομάδας σε σχέση με τις επιδόσεις μου στο σχολείο».

Η πορεία ξεκίνησε το 2010, λίγους μήνες αφότου είχε ξεκινήσει η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Με τη συμβουλή του Χρήστου Καρβουνίδη, ο οποίος παρακολουθούσε το συνομήλικο γιο του στην ίδια ομάδα με τον Χατζηδιάκο, η μητέρα του το πήρε απόφαση. «Το όπλο σας είναι ο ίδιος ο γιός σας, να πάτε να χτυπήσετε τις πόρτες των ομάδων», συμβούλεψε τη μητέρα του Παντελή και με επιπλέον όπλο την ολλανδική υπηκοότητα, εκείνη το έπραξε. Έστειλε βιογραφικά παντού, μέχρι που απάντησε η Άλκμααρ. «Ήρθα, δοκιμάστηκα και αποφάσισαν ότι θέλουν να με κρατήσουν στις ακαδημίες», θυμάται ο 22χρονος αμυντικός, αναγνωρίζοντας πως «στην Ολλανδία οι νεαροί παίκτες παίρνουν ευκαιρίες. Στην Ελλάδα είναι διαφορετικά, αφού επιλέγουν να αποκτούν έμπειρους ποδοσφαιριστές από το εξωτερικό».

Το επόμενο βήμα είναι να τα καταφέρεις. Αν τα καταφέρεις. Ο Παντελής Χατζηδιάκος πήρε τις ευκαιρίες του και τις εκμεταλλεύτηκε. Για να ακριβολογούμε, όποτε του έχει δοθεί ευκαιρία μέχρι σήμερα την έχει εκμεταλλευτεί. Πρότυπό του είναι ο Σέρχιο Ράμος, εκπρόσωπός του το γραφείο του πολύ Μίνο Ραϊόλα και στόχος του η καθιέρωση στην Άλκμααρ και στην Εθνική ομάδα. Είναι εύκολο; Όχι και τόσο, αφού δε θα τον χαρακτήριζες και… αγαπημένο παίκτη των οπαδών της ολλανδικής ομάδας. Παρότι τα προηγούμενα δύο χρόνια πήρε φανέλα βασικού και αριθμό συμμετοχών βασικού αμυντικού, ακόμα δυσκολεύονται να τον χαρακτηρίσουν ως αποδεκτή λύση για το επίπεδο της Άλκμααρ.

Στις καλές του μέρες είναι ο Panda που αξίζει ευκαιριών και προέρχεται από τα σπλάχνα της ομάδας, στις κακές του ο «γύρος» (σ.σ. όπως επικριτικά και στα όρια του ρατσισμού τον αποκαλούν) που καλό είναι να πάει σε καμιά μικρότερη ομάδα να παίξει. «Στο ποδόσφαιρο θα έχεις σκαμπανεβάσματα, είναι γνωστό αυτό. Δεν είναι ωραίο να επιλέγει ο κόσμος έναν παίκτη να κατηγορεί για ό,τι συμβαίνει, αλλά πρέπει να συνεχίζεις. Κι όταν έρθουν τα θετικά αποτελέσματα, δε θα ακούς πλέον τίποτα».

Φέτος, κόντρα στο γεγονός ότι μοιάζει να έχει χάσει τη θέση του, ήρθε ένα όνειρο χρόνων. Ένα ρίσκο που άξιζε τον κόπο. Ο Παντελής Χατζηδιάκος, διεθνής και με τις δύο Εθνικές ομάδες (σ.σ. Ολλανδία U16, Ελλάδα U17 και U21), ξεκαθάριζε τη θέση του τον Ιανουάριο. «Είναι η πατρίδα μου και νιώθω περήφανος που είμαι Έλληνας. Άκουσα την καρδιά μου και κάνω μια συνειδητή επιλογή. Εύχομαι κάποια στιγμή να κληθώ στην Εθνική Ελλάδας».

Η στιγμή, λοιπόν, έφτασε. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Ο Παντελής Χατζηδιάκος είναι έτοιμος για το ντεμπούτο του με τα γαλανόλευκα. Οι κάτοικοι της Κρεμαστής Ρόδου είναι έτοιμοι για τις αναλύσεις τους…

Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!
EVENTS