MENU

Η έκφραση «jogo bonito», ήτοι το «ωραίο παιχνίδι», ταίριαζε γάντι στην καταπληκτική Βραζιλία του 1982, με Ζίκο, Φαλκάο, Σόκρατες και πάει λέγοντας. Μια απολαυστική ομάδα, η οποία είχε την φιλοσοφία του Γιόχαν Κρόιφ: Ήθελε απλώς να βάζει ένα γκολ παραπάνω από τον αντίπαλό της και ας δέχονταν τρία.

Εκείνη η τρομερή ομάδα, όμως, πρόσφερε άφθονο θέαμα, αλλά στερούνταν, βάσει αποτελεσμάτων, της πάντα απαραίτητης ουσίας στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, η οποία είναι απαιτητή και σε επίπεδο εθνικών ομάδων.

Την εποχή που εκείνη η «Σελεσάο» αποκλείονταν από την κυνικά αποτελεσματική Ιταλία του Πάολο Ρόσι, ο 21χρονος Τίτε προσπαθούσε να καθιερωθεί στην άσημη Κάσιας, στην οποία αγωνίζονταν ως μέσος.

Δεν υπήρξε ποτέ σπουδαίος ποδοσφαιριστής και, μάλιστα, υποχρεώθηκε να σταματήσει πρόωρα την μπάλα στα 27 του, λόγω συνεχόμενων τραυματισμών στο γόνατο. Του έμεινε, μάλιστα, και ένα χρόνιο κουσούρι που τον δυσκολεύει να περπατάει.

Αυτό, όμως, δεν τον εμπόδισε να γίνει ένας ικανότατος προπονητής, ο πρώτος στη Νότιο Αμερική που κατακτά Copa Sudamericana (με την Ιντερνασιονάλ το 2008), Copa Libertadores (με την Κορίνθιανς το 2012) και το Copa America (με την Βραζιλία πριν από λίγες ώρες).

Και το έκανε, βάζοντας πάνω απ’ όλα την ουσία. Αυτή η Σελεσάο που έβαλε τέλος σε δώδεκα χρόνια ξηρασίας σοβαρών τίτλων, δεν μας έβγαλε μάτια στην δική της διοργάνωση. Ήταν, όμως, εξαιρετικά αποτελεσματική και είχε χαρακτήρα.

Χωρίς τον τραυματία Νεϊμάρ, στηρίχθηκε περισσότερο στο σύνολο (μάλλον κερδισμένη βγήκε από αυτό…), ήταν εξαιρετική στην άμυνα (δέχθηκε μόλις ένα γκολ σε έξι παιχνίδια και ελάχιστες φάσεις στα περισσότερα παιχνίδια) και αρκετά τυχερή στην επίθεση.

Τόσο στον ημιτελικό με την Αργεντινή, όσο και στον τελικό με το Περού, σκόραρε στην πρώτη τελική της προσπάθεια στο παιχνίδι, επιβεβαιώνοντας ότι το «jogo bonito» που διαχρονικά της ταιριάζει, μπορεί να μείνει σε δεύτερο πλάνο, εφόσον έρχεται το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Παρόμοια εικόνα είχε η Βραζιλία και στο τελευταίο Μουντιάλ, όπου όμως είχε τον… Νεϊμάρ και ήταν μάλλον άτυχη στον προημιτελικό με το (συν τοις άλλοις εξαιρετικό) Βέλγιο, με αποτέλεσμα να διακοπεί η πορεία της προς το πολυπόθητο έκτο στέμμα, έστω και αν η Γαλλία φρονώ πως θα ήταν το φαβορί σε έναν μεταξύ τους ημιτελικό.

Εκτός από το «jogo efectivo» (αποτελεσματικό παιχνίδι) της Βραζιλίας, το 46ο Copa America θα μείνει στην ιστορία και για την «μεταμόρφωση» του Λιονέλ Μέσι από τον παίκτη «παίζω και δεν μιλάω» στον παίκτη «και παίζω, και μιλάω πολύ».

Τον παρακολουθώ από τότε που μπήκε στην πρώτη ομάδα της Μπαρτσελόνα και δεν σας κρύβω ότι με εξέπληξε (ευχάριστα, δυσάρεστα, δεν ξέρω να πω με ακρίβεια) η συμπεριφορά του στην διάρκεια του τουρνουά.

Η Αργεντινή ζητάει εδώ και χρόνια από τον Μέσι να δείξει περισσότερο τσαμπουκά, να μην είναι «pecho frio» (λιγόψυχος), να τραγουδάει τον ύμνο, να γίνει ο ηγέτης, ο νέος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα και ως προς την συμπεριφορά.

Και ο Λέο αποφάσισε να τα κάνει όλα αυτά μεμιάς, απότομα και μάλλον άτσαλα. Ποδοσφαιρικά δεν ήταν στο γνωστό του επίπεδο και δεν έδωσε το παραπάνω «κλικ» για να φτάσει η Αργεντινή στην πολυπόθητη κούπα, ενώ σε όλα τα άλλα φρονώ πως το παράκανε.

Ήθελε, όμως, να στείλει το δικό του μήνυμα στους συμπατριώτες του και, πλέον, να τα παίξει όλα για όλα για έναν τίτλο με την «Αλμπισελέστε», στη μια – δύο τελευταίες ευκαιρίες που θα έχει μπροστά του.

Εφόσον, βεβαίως, δεν τον τιμωρήσει σκληρά η Conmebol, στην οποία είναι έξαλλοι με τις δηλώσεις περί διαφθοράς και περί στημένης διοργάνωσης για να την κατακτήσει η Βραζιλία.

Ο Μέσι αποφάσισε πως δεν θα είναι πια «το καλό παιδί», αλλά μάλλον το παράκανε με τον τρόπο που αποφάσισε να μας παρουσιάσει τον «νέο Μέσι». Και μάλλον δεν θα του βγει σε καλό το πώς το έκανε.

Τέλος ο «καλός» Μέσι και το «jogo bonito»
EVENTS