MENU

Τα λεφτά δεν φέρνουν (πάντα) την ευτυχία, αλλά αναμφίβολα βοηθούν πολύ για να την προσεγγίσουμε. Στο ποδόσφαιρο, αυτή η πραγματικότητα είναι ακόμα πιο έντονη, αλλά έχει και ηχηρές εξαιρέσεις.

Βάσει της (αρκετά αξιόπιστης και έχουσας σημαντική ακρίβεια) ιστοσελίδας Transfermarkt (γερμανική γαρ), η χρηματιστηριακή αξία της ενδεκάδας της Ελλάδας που ξεκίνησε κόντρα στην Ιταλία αγγίζει τα 102 εκατομμύρια ευρώ (σχεδόν τα μισά, βεβαίως, είναι τα 45 του Κώστα Μανωλά).

Αντίστοιχα, η ενδεκάδα της Τουρκίας που ξεκίνησε στη νίκη – μπαμ επί της Γαλλίας στο Ικόνιο (Κόνια) φτάνει τα 100,7 εκατομμύρια (ο συμπαίκτης του Μανωλά στην Ρόμα, Τσενγκίς Ιντέρ, οδηγεί την άτυπη κούρσα με 35 εκατομμύρια).

Χοντρικά, δηλαδή, η ελληνική ενδεκάδα ήταν κατά ένα εκατομμύριο πιο ακριβή από την τουρκική. Από την άλλη, όμως, το επίπεδο διάθεσης, τρεξιμάτων, αποτελεσματικότητας και ουσίας ήταν μερικά… δισεκατομμύρια υπέρ των Τούρκων, οι οποίοι έχασαν κατά κράτος την κατοχή της μπάλας (37-63), αλλά είχαν πάνω από τις διπλάσιες προσπάθειες προς την αντίπαλη εστία (11-4).

Αν, μάλιστα, δεν ήταν ο Ούγκο Γιορίς, η παγκόσμια πρωταθλήτρια των Κιλιάν Εμπαπέ, Πολ Πογκμπά και Αντουάν Γκριεζμάν, θα είχε φύγει από την Τουρκία με βαρύτερο σκορ.

«Αυτή η ήττα ήταν μια καλή σφαλιάρα» παραδέχθηκε ο Ντιντιέ Ντεσάν, για ένα αποτέλεσμα που θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό και για τους δικούς μας διεθνείς, ώστε να συνειδητοποιήσουν ότι καμία ομάδα δεν είναι ανίκητη.

Και αυτή η Τουρκία δεν διαθέτει δα και το τόσο καλύτερο υλικό, για να ταπεινώσει τους «Τρικολόρ», την ώρα που η εθνική μας ομάδα έγινε… παιχνιδάκι στα χέρια της ανεβασμένης, αλλά ακόμα υπό κατασκευή, νέα Εθνική Ιταλίας.

Παράγοντας Γκιουνές

Η Τουρκία αναμφίβολα διαθέτει ταλέντο, με παίκτες όπως ο προαναφερθείς Ιντέρ, ο Χακάν Τσαλχάνογλου της Μίλαν ή ο κεντρικός αμυντικός της Λέστερ, Τσαγκλάρ Σουγιουντσού.

Μια ομάδα, όμως, στην οποία βρίσκει ακόμα θέση ο 38χρονος (!) Εμρέ Μπελόζογλου, έχει να πάει σε Παγκόσμιο Κύπελλο από το 2002, όταν κατέκτησε την τρίτη θέση και στην τελευταία της συμμετοχή σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (2016), πέρασε εντελώς απαρατήρητη.

Ο 67χρονος Σενόλ Γκιουνές, ο οποίος πριν από 17 χρόνια οδήγησε την Τουρκία στην τρίτη θέση στα γήπεδα Ιαπωνίας και Νοτίου Κορέας, ανέλαβε την δύσκολη αποστολή να δώσει ταυτότητα σε μια ομάδα χωρίς αρχή και τέλος, η οποία δεν μπόρεσε να βγάλει την ποιότητά της, ακόμα και με προπονητές πρώτης γραμμής, όπως ο Γκούους Χίντινκ, ο Φατίχ Τερίμ ή ο Μιρτσέα Λουτσέσκου.

Τι έκανε, λοιπόν, ο Γκιουνές και η ομάδα του ξεκίνησε με τρεις νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια την προκριματική φάση τουEuro2020, μετρώντας πέντε στα ματς όπου κάθεται στον πάγκο της;

Πρωτίστως, έδεσε την άμυνα, αφού η Τουρκία έχει δεχθεί μόλις ένα γκολ σε αυτά τα πέντε παιχνίδια και αυτό από τον Δημήτρη Κουρμπέλη, στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων του πρόσφατου φιλικού στην Αττάλεια.

Έδωσε αυτοπεποίθηση και ενθουσιασμό σε μια ομάδα που δεν πίστευε στις δυνατότητές της, ενώ πόνταρε και σε παίκτες που γνωρίζει καλά από την Μπεσίκτας, όπου εργάζονταν μέχρι πρότινος.

Ο επιθετικός Μπουράκ Γιλμάζ, ο οποίος επέστρεψε στην εθνική ομάδα μετά από ενάμισι χρόνο, ήταν καταπληκτικός κόντρα στην Γαλλία και τρέλανε την άμυνα των πρωταθλητών Κόσμου, επιβεβαιώνοντας πόσο σημαντικό είναι να έχεις έναν σέντερ φορ – σημείο αναφοράς, που να δουλεύει για το καλό της ομάδας.

Άμυνα «Μπασακσεχίρ»

Μια ομάδα, βεβαίως, που πρέπει να ξεκινάει από έναν τερματοφύλακα που ξέρει πως είναι ο βασικός. Ο Μερτ Γκινόκ κατέβασε… ρολά, επιβεβαιώνοντας την καταπληκτική του σεζόν με την Μπασακσεχίρ, δεχόμενος μόλις 22 γκολ σε 34 ματς πρωταθλήματος.

Συν τοις άλλοις, το πολύ καλό του παιχνίδι με τα πόδια βοηθάει και στο ξεκίνημα της ανάπτυξης μιας Τουρκίας που, παρά την παρουσία του Εμρέ, έχει πολύ ικανοποιητικό μέσο όρο ηλικίας (25) και έχει ήδη βάλει τις βάσεις για βρεθεί στο επόμενο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.

Πως; Με σημαντική, αλλά όχι… τραβηγμένη ανανέωση, αγωνιστικό σχέδιο που έχει ως βάση την άμυνα (σας θυμίζει κάτι αυτό;), αφού ο Γκιουνές δείχνει να «αντιγράφει» στοιχεία της Μπασακσεχίρ, η οποία διεκδίκησε μέχρι τέλους το πρωτάθλημα, χάνοντας το την προτελευταία αγωνιστική από την Γαλατάσαραϊ, ούσα μια σκληροτράχηλη ομάδα που δέχονταν γκολ με το… στανιό.

Η Τουρκία δεν θα θέλξει με την απόδοσή της, αλλά φροντίζει να περιορίζει την δράση των επιτιθέμενων και, με πολύ καλό τρανσίζιον άμυνας – επίθεσης, βρίσκει τον τρόπο να πλησιάσει με αξιώσεις την αντίπαλη εστία.

Αυτό έκανε άψογα με την Γαλλία, αυτό φιλοδοξεί να κάνει και στη συνέχεια των προκριματικών. Με τακτικές Μπασακσεχίρ και της… παλιάς, καλής Ελλάδας. Ομάδα που δεν έβγαζε μάτια με την μπάλα που έπαιζε, αλλά ήταν συμπαγής, αποτελεσματική και πολύ, πολύ αξιόπιστη.

Οι Τούρκοι, δηλαδή, είναι πιο μάγκες;
EVENTS