MENU

Δεν υπάρχει πιο ωραίο, αλλά συνάμα ψυχοβγαλτικό συναίσθημα, από το να βλέπεις σε μεγάλους τελικούς τις ομάδες που συμπαθείς περισσότερο. Το βίωσα από κοντά τέσσερις φορές στοChampions League (με την Μπαρτσελόνα) και δύο σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και Παγκόσμιο Κύπελλο (με την Εθνική Ισπανίας). Και ήμουν… εξάκις τυχερός, αφού μου «έλαχε» να δω από κοντά το απόλυτο.

Όπως είναι πολύ όμορφο, όμως, να βλέπεις έναν τελικό με δύο ομάδες που συμπαθείς, επειδή θέλουν την μπάλα, επειδή βγάζουν καταπληκτική αγωνιστική ένταση, επειδή τρέχουν πάνω – κάτω με ουσία, επειδή έχουν ως πρώτο στόχο πώς θα πετύχουν το γκολ και όχι πως θα το αποτρέψουν.

Τέτοιες ομάδες είναι η Λίβερπουλ και η Τότεναμ, οι οποίες θα ανταμώσουν στον εμφύλιο τελικό του φετινού Champions League, την πρώτη ημέρα του Ιουνίου στο «Γουάντα Μετροπολιτάνο» της Μαδρίτης.

Στην έδρα της Ατλέτικο, της ομάδας που τα τελευταία χρόνια έκανε «επιστήμη» το πώς πρέπει να παίζεις αποτελεσματικά την άμυνα, θα κοντραριστούν δύο απολαυστικές… τρελό – ομάδες που ψάχνουν πρωτίστως το αντίπαλο τέρμα.

Η Λίβερπουλ, η οποία διεκδικεί μέχρι τελευταίας ανάσας το πρωτάθλημα από την καταπληκτική Μάντσεστερ Σίτι, θα βρει απέναντί της την τρίτη καλύτερη ομάδα της Premier League, παρ’ ότι αυτή την στιγμή η βαθμολογία λέει άλλα (Τσέλσι).

Η Τότεναμ των χιλίων αναποδιών, όμως, έδειξε χαρακτήρα που θα ζήλευαν πολύ πιο μπαρουτοκαπνισμένες ομάδες από αυτήν (λέγε με… Μπαρτσελόνα) και έριξε στο καναβάτσο την πιο απολαυστική ομάδα της φετινής διοργάνωσης (Άγιαξ), η οποία έπεσε όπως της άρμοζε: Με φοβερή μπάλα, έστω και με λίγη (ρομαντική πάντα) αφέλεια.

Το 2-0 του «Γιόχαν Κρόιφ Αρένα» που έγινε 2-3 στο έκτο λεπτό των καθυστερήσεων ήταν το ιδανικό κερασάκι μιας φανταστικής σειρά νοκ άουτ παιχνιδιών που δεν σε άφηναν να σηκωθείς από την καρέκλα σου, που σε έκαναν να εύχεσαι να μην τελειώσουν ποτέ τα ματς.

Να εύχεσαι να συνεχιστεί αυτός ο τρελός ρυθμός και στον αγγλικό τελικό του Ιουνίου, όπου πιθανόν να δώσει το παρών για τα Σπιρούνια και ο Χάρι Κέιν, έστω και αν ο «αντικαταστάτης» του, Λούκας Μόουρα, έκανε το παιχνίδι της ζωής του και απέκλεισε «μόνος» του τον Άγιαξ.

Η Τότεναμ, ομάδα 100% του προπονητή της (Μαουρίτσιο Ποτσετίνο, τι άλλο θα κάνεις να μας τρελάνεις;), αντιμετωπίζει μια άλλη «ομάδα προπονητή», που έχει άγνοια κινδύνου, που ψάχνει πρωτίστως πώς να κάνει ζημιά στον αντίπαλο και όχι πως θα προφυλαχθεί από το να την υποστεί αυτή.

Οι τρεις από τις τέσσερις ημιφιναλίστ (Άγιαξ, Λίβερπουλ και Τότεναμ) παίζουν σε άλλον, τελείως διαφορετικό ρυθμό σε σχέση με την τωρινή Μπαρτσελόνα. Και, όσο και αν ποδοσφαιρικά με πονάει, οφείλω να παραδεχθώ πως άξιζε το δίδυμο του τελικού να βγει από αυτή την τριάδα.

Πάρτε μια ανάσα (πιστέψτε με, χρειάζεται…) και κάντε υπομονή είκοσι ημέρες, για να δούμε έναν τελικό που φρονώ πως θα τον θυμόμαστε για καιρό, παρ’ ότι το εμφύλιο δεν θυμίζει και τόσο διεθνή διοργάνωση. Τι σημασία έχει, όμως, όταν οι ομάδες παίζουν τέτοια τρελή και απίθανη μπαλάρα;

Υ. Γ.: Το ποδοσφαιρικό πάρτι που μπορούν να στήσουν Λίβερπουλ και Τότεναμ στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, ενδεχομένως να ωχριά μπροστά σε αυτό που θα στήσουν πάνω από 60 χιλιάδες Άγγλοι στους δρόμους της Μαδρίτης και στις Fan Zones των δύο ομάδων. Παιδιά, με μέτρο την (αγαπημένη σας) μπύρα, έτσι;

Αγαπητή Λίβερπουλ, ιδού η ατσάλινη Τότεναμ
EVENTS