MENU

Μέρα που είναι, ας ξεκινήσουμε με ευχές: Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η θρησκεία! Ζήτω η επανάσταση! Ζήτω η Ελλάς! Τώρα κι αφού βγάλαμε το πατριωτικό βάρος από πάνω μας, μπορούμε να ξεκινήσουμε την ιστορία…

Μια φορά κι έναν καιρό, στα περισσότερα γήπεδα της χώρας…

«Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ!!».

Μια φορά κι έναν καιρό, αρχές της νέας χιλιετίας, κάπου μετά τα ελληνοαλβανικά σύνορα…

«Καθώς ερχόμασταν θυμάμαι ότι ήμουν τόσο χαρούμενος που πάμε στην Ελλάδα. Δεν είχα ξαναμπεί σε λεωφορείο και καθόμουν στην άκρη, δίπλα στο παράθυρο και κοιτούσα τα πάντα. Από τη στιγμή που περάσαμε τα σύνορα, δώδεκα ώρες ταξίδι, καθόμουν κολλημένος και κοιτούσα από το παράθυρο. Αυτό θυμάμαι, ο πατέρας μου έλεγε «δεν κοιμάσαι;», αλλά δεν ήθελα».

Ένα αγόρι πέντε ετών ταξιδεύει για μια χώρα που δεν έχει ακούσει ποτέ ξανά στη ζωή του. Ταξιδεύει προς έναν προορισμό που του υπόσχονταν ότι τα πράγματα θα είναι καλύτερα απ’ ό,τι είχαν δει ως τότε τα μάτια του. Οδεύει προς μια γη, στην οποίοι αρκετοί συμπατριώτες του κατάφεραν να φτιάξουν μια πιο όμορφη καθημερινότητα και να ξεφύγουν από την κατατρεγμένη πατρίδα τους. Τότε ήταν η Αλβανία, σήμερα είναι κάποια άλλη, αύριο θα είναι κάποια επόμενη… Όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει δυστυχία και παιδικά μάτια που θα κοιτάζουν όλο ελπίδα έξω από το τζάμι ενός λεωφορείου.

Ο Φιορίν Ντουρμισάι εξιστόρησε τη ζωή του σε μια γεμάτη συναίσθημα συνέντευξη στην ιστοσελίδα gazzetta.gr.. Θα μπορούσε στην πιο σύγχρονη μορφή επικοινωνίας των παικτών παγκοσμίως να είναι ένα γράμμα στον πεντάχρονο εαυτό του. Σήμερα, 25η Μαρτίου, ο 23χρονος επιθετικός ετοιμάζεται να κάνει την πρώτη προπόνηση με την Εθνική Ελλάδας και μέσα στα επόμενα 24ωρα ενδεχομένως να κάνει ντεμπούτο του. Εκείνος που κάποτε είχε μόνο το ποδόσφαιρο για να μην τον κοιτάζουν στραβά τα υπόλοιπα παιδιά στο σχολείο. Γιατί εκείνος δεν ήταν Έλληνας και σε μέρες σαν και τη σημερινή ούτε παρέλαση θα έκανε, ούτε σημαιάκι θα κρατούσε. Εκείνος ήταν Αλβανός και εκείνα τα χρόνια Αλβανός, σήμαινε ρατσισμός.

«Θυμάμαι ότι όταν πρωτοήλθαμε στη Ρόδο, τότε ήταν πολύ εντονότερος ο ρατσισμός με τους Αλβανούς. Τώρα στρέφεται περισσότερο προς ανθρώπους από άλλες χώρες. Θυμάμαι όταν προσπαθούσαμε να νοικιάσουμε ένα σπίτι, ο πατέρας μου έπαιρνε τηλέφωνα και έλεγε ότι ενδιαφέρεται. Από το σπαστά ελληνικά καταλάβαιναν ότι είμαστε Αλβανοί και ρωτούσαν από πού είναι, έλεγε από Αλβανία και απαντούσαν ότι δεν το νοικιάζουν το σπίτι. Όταν πρωτοήλθαμε μέναμε στη θεία μου, σε ένα σπίτι 60 τετραγωνικών 9 άτομα μέχρι να βρούμε δικό μας σπίτι. Περνούσε ο καιρός και ο πατέρας μου δεν έβρισκε. Πήρε σε κάποια στιγμή έναν τηλέφωνο, για σπίτι 27 τετραγωνικών με την τουαλέτα έξω. Επειδή δεν είχαμε χρήματα, αναγκάστηκε να πει ότι ήμασταν τέσσερα άτομα για να μην ζητήσουν περισσότερα από το ενοίκιο. Και κάθε φορά που ερχόταν o ιδιοκτήτης να εισπράξει το ενοίκιο, ο αδερφός μου κρυβόταν. Για να μην καταλάβει ότι είμαστε πέντε άτομα και πάρει παραπάνω λεφτά. Εγώ δεν το έβλεπα βέβαια μικρός ως ρατσισμό όλο αυτό».

Το ποδόσφαιρο ήταν η διέξοδός του. Και ειρωνικά – γιατί όλη η ιστορία περικλείεται από μια διακριτική ειρωνεία – ήταν το διαβατήριό του για να γίνει αποδεκτός. Έπαιζε μπάλα, οπότε το τι γλώσσα μιλούσε δεν είχε και τόση σημασία στο πάρκο. «Παίζοντας μπάλα έμαθα τα πρώτα μου ελληνικά. Έτσι έκανα και τους πρώτους μου φίλους», θυμάται και οι αναμνήσεις δεν είναι πάντα ευχάριστες. Αργά ή γρήγορα μέχρι και στο… πάρκο μπορεί να σου ζητήσουν διαβατήριο. «Έχω αντιμετωπίσει κλασικά πράγματα, σχετικά με την καταγωγή μου. Στην αρχή με πείραζαν πολύ, έλεγα «γιατί, γιατί;». Μετά από λίγο καιρό σταμάτησε να με νοιάζει. Είναι πραγματικά σαν να μην ακούω τίποτα. Δεν στεναχωριέμαι, γιατί ξέρω ότι αυτοί που τα λένε δεν έχουν επίπεδο. Συγχωρώ αυτούς που με βρίζουν, αλλά εγώ δεν μπορώ να συγχωρέσω αυτό που κάνουν στον εαυτό τους. Πρέπει να το κάνουν μόνοι τους, να καταλάβουν πόσο κακό κάνουν στον εαυτό τους».

Όταν μέχρι τα πέντε σου έχεις ζήσει σε ένα μισογκρεμισμένο χωριό, σε ένα μισοτελειωμένο σπίτι με σφαίρες ανάμεσα στα γυμνά τούβλα, δύσκολα μπορείς να βρεις κάτι να σε σταματήσει. Ο Φιορίν άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο στη μοναδική – όπως διηγείται – ομάδα, η οποία ήταν δωρεάν. «Όλοι Αλβανοί, ή Ρομά ή κανένας-δυο Έλληνες που ήταν από φτωχές οικογένειες», θα πει για τον Δ.Α.Ν.Σ. Δωριεύς, πριν έρθει ο ΑΣ Ρόδου και η δοκιμή στον Πανιώνιο. Εφτά χρόνια πριν, το 2012, ο Ντουρμισάι θα περάσει τα τεστ στην ομάδα της Νέας Σμύρνης. Μια δοκιμασία εξαντλητική για τον ίδιο από την πρώτη στιγμή μέχρι που ένιωσε πια ότι είχε καθιερωθεί. Μια δοκιμασία αποστραγγιστική, αφού ταυτόχρονα δεν υπήρχαν λεφτά στην οικογένεια, δεν υπήρχε τρόπος να τον υποστηρίξουν οικονομικά οι γονείς του και η πίεση ήταν διαρκώς αυξανόμενη.

Πριν κλείσει τα 18 του χρόνια, ο Φιορίν άρχισε να παίρνει παιχνίδια. 33 λεπτά στο ντεμπούτο το στο κύπελλο απέναντι στον Ολυμπιακό στις 29 Οκτωβρίου του 2014, από δέκα λεπτά στα ματς πρωταθλήματος που ακολούθησαν με Βέροια και Καλλονή. Το αίσθημα ότι είσαι εκεί, αλλά ακόμα δεν έχεις φτάσει. Γιατί είναι τόσο εύθραυστα όλα στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ο Φιορίν ήταν έτοιμος να επιστρέψει σπίτι του στη Ρόδο, είχε βγάλει μέχρι και τα εισιτήρια, όταν ο Δημήτρης Τερεζόπουλος τού έδωσε τα πρώτα λεπτά συμμετοχής. Ήταν το δεύτερο βήμα εμπιστοσύνης του Έλληνα τεχνικού προς τον ποδοσφαιριστή, αφού ο ίδιος είχε δώσει μερικούς μήνες πριν (σ.σ. Μάιος του 2014) εντολή να υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο με τον Πανιώνιο.

Αποφάσισε να συνεχίσει να προσπαθεί. Αποφάσισε να μείνει εκεί και να μην τα παρατήσει. Στα 25 τετραγωνικά του σπιτιού του, στα σκέτα μακαρόνια του μεσημεριανού του, στην πείνα, στο μηχανάκι, στα μουσκεμένα ρούχα, στους δανεισμούς… Αν μη τι άλλο είχε περάσει το διάστημα που έπαιρνε τρεις συγκοινωνίες και περπατούσε για να πάει σχολείο και από εκεί προπόνηση. Είχε περάσει το διάστημα που δεν είχε λεφτά για νερά και μπανάνες και εισιτήρια λεωφορείων. Είχε περάσει το διάστημα που έπρεπε να κρύβει από τους γονείς του το γεγονός ότι δεν είχε χρήματα να τα βγάλει πέρα. Είχε περάσει το διάστημα που ζητούσε από τον αδερφό του να του βρει δουλειά κι εκείνος επέμενε να του λέει ότι πρέπει να σκέφτεται μόνο το ποδόσφαιρο.

Η προσπάθεια έφερε την επιτυχία. Σιγά-σιγά… Πρώτα στην Καλλιθέα, μετά στη Λαμία (σ.σ. όπου οι περισσότερες αντίπαλες ομάδες ήθελαν να τον πείσουν να νιώθει Αλβανός) και μετά με την επιστροφή του στον Πανιώνιο. Η περασμένη σεζόν ήταν κάτι σαν αναγνωριστική. Έπαιξε συνολικά σε 29 ματς και σκόραρε έξι γκολ. Φέτος, έχει παίξεις σε 30 ματς και έχει πετύχει, ήδη, έντεκα γκολ. Δεν πάει καιρός από τότε που ξεκίνησε η συζήτηση για την επικείμενη κλήση του στην Εθνική ομάδα, δεν πάει καιρός από τότε που ξεκαθάρισε ότι θέλει να παίξει με τη γαλανόλευκη φανέλα. Η ιστορία ολοκληρώνεται, θα ολοκληρωθεί, τις προσεχείς ώρες.

Ο Αλβανός έγινε Έλληνας και πιθανότατα πολύ καλύτερος και πολύ πιο πατριώτης από εκείνους που εν χορώ τον κορόιδευαν.

Ευτυχισμένη η 25η Μαρτίου!

Ο Φιορίν παρελαύνει!
EVENTS