MENU

Ελσίνκι και Τάμπερε απέχουν 160 χιλιόμετρα, αλλά η αποκαρδιωτική εικόνα της Ελλάδας στην δικαιότατη ήττα – αντίο στην πρωτιά του ομίλου στο Nations League, έφερε τις δύο πόλεις πολύ, πολύ πιο κοντά.

Απελπιστικά κοντά, τολμώ να επισημάνω, αφού στην φινλανδική πρωτεύουσα άρχισε με πολύ άσχημο τρόπο το μετέπειτα έπος του Όθωνα Ότο Ρεχάγκελ (Φινλανδία – Ελλάδα 5-1, Σεπτεμβρίος του 2001) και στην έτερη φινλανδική πόλη πιθανόν να τελειώσει το άοσμο, άνοστο και άγευστο πέρασμα ενός άλλου Γερμανού.

Ο Μίχαελ Σκίμπε σουλούπωσε το… τσίρκο που βλέπαμε με Κλαούντιο Ρανιέρι (κατά κύριο λόγο) και Σέρχιο Μαρκαριάν (δεν ήταν, πάντως, και τόσο δύσκολο), αλλά δεν πρόσφερε κάτι παραπάνω στην ομάδα, η οποία μικραίνει στα μάτια των ίδιων των παικτών της και, κυρίως, των φιλάθλων, όταν αποτυγχάνει να φανεί ανταγωνιστική κόντρα σε μια φιλότιμη, αλλά σε τελική ανάλυση μικρομεσαία ευρωπαϊκή εθνική ομάδα.

Για να μην πω/γράψω τίποτα χειρότερο, γιατί δεν του αξίζει του πολύ σοβαρού συνόλου που έχει δημιουργήσει ο Μάρκου Κανέρβα (Μίχαελ, σου πήρε το… δίπλωμα) το οποίο, παρά την σημαντικότατη απώλεια του σκόρερ και παίκτη – κλειδί Τεέμου Πούκι με το «καλημέρα» του αγώνα, ήταν καθολικά ανώτερο από την Ελλάδα και παίρνει με το σπαθί του την πρωτιά και την άνοδο της League B του Nations League (εκτός συγκλονιστικού απροόπτου στις εναπομείνασες δύο αγωνιστικές).

Στην θέληση, τα τρεξίματα και την διάθεση των Φιλανδών, η Ελλάδα δεν είχε επί της ουσίας να αντιπαρατάξει τίποτα. Πράγματι, στο πρώτο ημίχρονο δεν απειλήθηκε ουσιαστικά, με το δίδυμο των στόπερ (Παπασταθόπουλος – Μανωλάς) να παρέχει την συνήθη ασφάλεια.

Στο δεύτερο, όμως, εκεί όπου η Ελλάδα θα έπρεπε να δείξει ότι ήθελε αυτό το ματς – τελικό, όπως το χαρακτήρισε άλλωστε και ο Σκίμπε, επήλθε το απόλυτο μπλακ άουτ. Το γρήγορο γκολ της Φινλανδίας, η οποία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την αποχώρηση του τραυματία «Sokratis», σήμανε την αρχή του τέλους.

Η Ελλάδα προσπάθησε, αλλά δεν φάνηκε ικανή να απειλήσει ουσιαστικά και να πείσει ότι μπορούσε τουλάχιστον, να πάρει την ισοπαλία που θα την διατηρούσε στο «κόλπο» της πρώτης θέσης, η οποία έχει και την σημασία της σε ότι έχει να κάνει με την κλήρωση των προκριματικών του Euro2020.

Η μπάλα δεν έφτασε ποτέ με καλές προϋποθέσεις στον Κώστα Μήτρογλου, το πρώτο «σοβαρό» σουτ της εθνικής μας ήρθε στο 87ο (!) λεπτό από τον Κουλούρη και η γενική εικόνα δεν σε προδιέθετε ότι θα μπορούσε να αλλάξει το 1-0 του Πίρι Σοΐρι.

Για την ακρίβεια άλλαξε, αλλά προς το χειρότερο, με το γκολ του Γκλεν Καμαρά στο φινάλε. Το 2-0 δεν είναι τόσο βαρύ όσο το 5-1, αλλά πιστεύω πως είναι πιο ατιμωτικό. Γιατί εκείνη η ομάδα έχασε από παίκτες όπως ο Λιτμάνεν, ο Κόλκα και ο Φορσέλ.

Οι τωρινοί, οι οποίοι καλούνται να ανταποκριθούν και στην βαρύτατη κληρονομιά που άφησαν αυτοί που έφαγαν πέντε στο Ελσίνκι (Μπασινάς, Φύσσας, Ζαγοράκης, Καραγκούνης, Χαριστέας και Βρύζας κατακτούσαν το Euro2004, τρία χρόνια αργότερα), μας γύρισαν, μέσα σε 90 λεπτά, 17 χρόνια πίσω.

Ο Σκίμπε πιθανότατα να είναι αυτός που θα πληρώσει για όλα τα σπασμένα, αλλά η αλλαγή προπονητή δεν αρκεί. Πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία και, πιθανόν, κάποια πρόσωπα, ώστε η Ελλάδα να διεκδικήσει με αξιώσεις την πρόκριση στην τελική φάση του Euro2020 και να ανακτήσει μέρος του πρεστίζ που με τόσο απογοητευτικά γρήγορο τρόπο έχασε, από το 2014 και μετά…

Τάμπερε – Ελσίνκι, μια θλιβερή επιστροφή
EVENTS