Παρά την ισπανική καταγωγή, το χαϊδευτικό μου είναι Σάντρο, το οποίο έχει ιταλικές ρίζες (εκ του Αλεσάντρο). Ελάχιστοι άνθρωποι με φωνάζουν έτσι. Μεταξύ αυτών των ολίγων είναι ο άνθρωπος που έχει κλέψει την παράσταση με την Γουότφορντ και πήρε δικαίως το βραβείο του προπονητή του μήνα στο πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα του κόσμου (Premier League).
Όταν ο 41χρονος τότε Χάβι Γκράθια ήρθε στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 2011, είχε πλάνο. Με θητεία σε ομάδες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας, έστω και αν μια εξ’ αυτών έχει μεγάλη δυναμική στην Ισπανία (Κάντιθ), έβλεπε τον Ολυμπιακό Βόλου ως εφαλτήριο για κάτι ακόμα καλύτερο.
Είχε λάβει και τις σχετικές διαβεβαιώσεις από τον τότε εκπρόσωπο του, ο οποίος άλλωστε είχε ήδη στην Ελλάδα ένα πολύ βαρύ όνομα (Ερνέστο Βαλβέρδε). Πρώτα ο Ολυμπιακός Βόλου και μετά, ένας «μεγάλος» της χώρας. Αυτή θα ήταν η προσδοκώμενη διαδρομή.
Η μοίρα, όμως, είχε άλλα σχέδια. Ο υποβιβασμός του Ολυμπιακού Βόλου και ουσιαστικά η διάλυσή του, ανέτρεψε εντελώς το πλάνο του προπονητή από την Παμπλόνα. Ο ίδιος, προς τιμήν του, έμεινε στην ομάδα και την πόλη μέχρι την τελευταία ημέρα, μέχρι που έφυγε και ο τελευταίος ποδοσφαιριστής, με την πλειοψηφία των οποίων διατηρεί εξαιρετική σχέση μέχρι και τώρα.
Η σεζόν είχε αρχίσει, αλλά ο φιλόδοξος τεχνικός ήταν άνεργος, κάτι που βεβαίως δεν υπολόγιζε, όταν έπαιρνε την μεγάλη απόφαση να πάει στον Βόλο συν γυναιξί και (τρία) τέκνοις.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, εμφανίστηκε στο προσκήνιο η Κέρκυρα. Η οικογένεια Γκράθια μετακόμισε μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, για μια νέα περιπέτεια, η οποία δεν έμελλε (ούτε αυτή) να τελειώσει όμορφα. Σημάδεψε, όμως, τόσο τον πάτερ φαμίλιας αυτής, όσο και τον υπογράφοντα.
Όσοι ασχολούμαστε με την αθλητική δημοσιογραφία, δεν το κάναμε τυχαία. Η αγάπη για τον αθλητισμό, πιθανόν για μια συγκεκριμένη ομάδα ή έναν αθλητή, μας ώθησε προς αυτόν τον τόσο συναρπαστικό, ιδιαίτερο αλλά και σε πολλές περιπτώσεις, βρώμικο κόσμο.
Το τελευταίο, με διάφορες εκφάνσεις, το διαπίστωσα και στους τέσσερις μήνες που εργάστηκα ως μεταφραστής του Χάβι Γκράθια στην Κέρκυρα. Μια εμπειρία σκληρή, αλλά ταυτόχρονα όμορφη και πολύ διδακτική, τόσο για τα εσωτερικά του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, όσο και για τον χαρακτήρα των ανθρώπων.
Ο Χάβι, σε ότι αφορά εμένα και την προσωπική μας σχέση, ήταν πάντα αυτό που έδειχνε. Φιλικός, δοτικός, συνεργάσιμος, συζητήσιμος και, κυρίως, πολύ, πολύ εργατικός.
Το ποδόσφαιρο ήταν το Α και το Ω στην διάρκεια των περισσότερων ημερών της εβδομάδας, πάντα παρέα με τους δύο αχώριστους συνεργάτες του, οι οποίοι παραμένουν στο πλευρό του μέχρι και σήμερα: Ο Χουάν Σόγια, ένας γυμναστής με άριστη επαγγελματική κατάρτιση και ο Ίνιγο Αρτεάγα, τερματοφύλακας στα νιάτα του, άψογα προετοιμασμένος προπονητής τερματοφυλάκων και η… χαρά του παιδιού.
Η ψυχή του πάρτι, ο πιο εξωστρεφής χαρακτήρας από τους τρεις, οι οποίοι όμως συμπληρώνονται ιδανικά και συνθέτουν μια τριάδα που, με εξαίρεση την Αλμερία την επόμενη σεζόν, δεν χώρισε ποτέ έκτοτε. Ο Ίνιγο προτίμησε τότε να μείνει στη γενέτειρά του, το πανέμορφο Σαν Σεμπαστιάν, την ώρα που Χάβι και Χουάν επανέφεραν την Αλμερία στην πρώτη κατηγορία.
Δεν έμειναν στην Primera Division με την ομάδα της Ανδαλουσίας για να απολαύσουν αυτή την εμπειρία, γιατί δεν τους δόθηκαν οι εγγυήσεις ότι η ομάδα θα ήταν αρκούντως ανταγωνιστική. Και, αν κάτι χαρακτηρίζει τον Χάβι Γκράθια έκτοτε, είναι οι προσεγμένες επιλογές καριέρας. Εξαίρεση μπορεί να χαρακτηριστεί η Ρούμπιν Καζάν, η οποία όμως πρόσφερε το μεγάλο δέλεαρ των χρημάτων, τα οποία πολλές φορές θολώνουν την καθαρότητα της σκέψης.
Ο Γκάρθια μελετάει κάθε του επιλογή και, με νέο εκπρόσωπο πλέον, ζυγίζει τα πάντα προτού επιλέξει τη νέα του δουλειά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι δεν προχώρησε καμία από τις προσεγγίσεις που είχε τα τελευταία χρόνια από την Ελλάδα, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν προέλευση τον Πειραιά.
Όχι, ο νυν τεχνικός της Γουότφορντ δεν σνόμπαρε τον Ολυμπιακό, αλλά τον προβλημάτιζαν οι υπάρχουσες συνθήκες στην ομάδα όταν του έγιναν οι προτάσεις. Και, ταυτόχρονα, είχε πάντα την φιλοδοξία να κοιτάξει ψηλότερα.
Απέρριψε την Σεβίλλη στην «μετά Ουνάι Έμερι» εποχή, γνωρίζοντας ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε να διατηρήσει ή και να βελτιώσει όσα έκανε ο Βάσκος τεχνικός στο «Σάντσεθ Πιθχουάν». Η πορεία της Σεβίλλης έκτοτε, έστω και αν έφτασε μέχρι τα προημιτελικά του Champions League πέρυσι, τον δικαιώνει.
Στην Γουότφορντ, στην οποία όταν ανέλαβε τον Ιανουάριο βρήκε περί τους 15 τραυματίες (!), διαπιστώνει πως ότι λάμπει, δεν είναι πάντα χρυσός. Με σκληρή δουλειά, όμως, καταφέρνει να διαχειρίζεται με επιτυχία αποδυτήρια με 17 διαφορετικές εθνικότητες (!) και απολαμβάνει κάθε στιγμή του ιστορικού ξεκινήματος.
Όχι, η Γουότφορντ δεν έχει τόση ποιότητα όση η Λέστερ για να κάνει κάτι ανάλογα τρελό με τις Αλεπούδες προ διετίας. Δεδομένα, όμως, έχει έναν προπονητή που δουλεύει πολύ σκληρά, παραμένει προσγειωμένος, είναι πάντα φίλος των φίλων του και δεν ξεχνάει πόσο τον βοήθησε (και) η εμπειρία στην Ελλάδα, για να φτάσει εδώ που είναι τώρα. Amigo, και εις ανώτερα, το αξίζεις…