Οι αρχισυντάκτες της «Sun» και της «Daily Miror» σκέφτηκαν ακριβώς το ίδιο.: «Ανία»! Δηλαδή την ώρα που οι παίκτες της Τσέλσι σήκωναν στο βρετανικό ουρανό την κούπα του δεύτερου συνεχόμενου τίτλου για την ομάδα τους, η κοινή γνώμη δήλωνε ευθέως ότι αυτό το βαριέται. Και μιλάμε για το σπουδαιότερο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στον κόσμο.
Εκείνη ακριβώς την εποχή, στην Ελλάδα ο Ολυμπιακός κατακτούσε το ένα πρωτάθλημα μετά το άλλο. Οι φωνές για εξυγίανση πλήθαιναν και κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε η διεθνής επιτροπεία στη χώρα.
Ένα είναι το πιο σημαντικό στοιχείο του ποδοσφαίρου: Η έκπληξη. Όταν ο Δαυίδ κερδίζει τον Γολιάθ. Αυτό στο ελληνικό πρωτάθλημα πριν από μια δεκαετία είχε απαγορευτεί. Χωρίς VAR, με χιλιοτραγουδισμένους διαιτητές, με παρασκηνιακούς παράγοντες και με εκτεταμένη διαφθορά. Ηταν αδύνατο να υπάρξει ανταγωνισμός.
Την τελευταία οκταετία είναι αλήθεια ότι ο ανταγωνισμός στην κορυφή έγινε σκληρός ανάμεσα στους Big 4. Φτάσαμε στο σημείο να ανατρέπεται την τελευταία στιγμή οποιαδήποτε πρόβλεψη για τον πρωταθλητή. Το ποδόσφαιρο ανάσανε.
Αρκεί αυτό;
Το ζήτημα τέθηκε από τον ιδιοκτήτη μιας ομάδας που αποτελεί ένα μικρό θαύμα: Τον Χρήστο Πρίτσα της Κηφισιάς. Δεν πέρασε πολύς καιρός που αυτή η ομάδα έπαιζε στις ερασιτεχνικές κατηγορίες και ο ιδιοκτήτης της παροτρύνθηκε από τον γιο του που φορούσε τη φανέλα της Κηφισιάς. Μια γειτονιά των βόρειων προαστίων της Αθήνας έκανε ένα άλμα που έμοιαζε αδιανόητο: Στην πρώτη κατηγορία με τους μεγάλους.
Και όχι μόνον αυτό: Κέρδισε τον Παναθηναϊκό, αντιμετώπισε στα ίσια την ΑΕΚ, κόντραρε τον ΠΑΟΚ και εσχάτως έφερε ισοπαλία στο Καραϊσκάκη με τον Ολυμπιακό. Αντί να χαρούν οι πάντες, άρχισε μία συζήτηση για το πως τολμάει ένας μικρός να ανταγωνίζεται έναν μεγάλο. Χωρίς να σκεφτόμαστε ότι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα του ελληνικού ποδοσφαίρου, δηλαδή η απουσία της έκπληξης.
Η Super League θα κάνει το μεγάλο βήμα όχι τώρα που υπάρχει ανταγωνισμός στην κορυφή, αλλά όταν κλείσει δραματικά η ψαλίδα ανάμεσα στους μικρούς και στους μεγάλους. Η Premier League είναι το πιο σπουδαίο πρωτάθλημα γιατί ο τελευταίος μπορεί να κερδίσει τον πρώτο και γιατί ο βαθμολογικά αδιάφορος μπορεί να πετάξει εκτός μιας ολόκληρης κατηγορίας τον βαθμολογικά ενδιαφερόμενο. Στην Ελλάδα έχουμε φτάσει στον παραλογισμό να γινόμαστε καχύποπτοι ακόμη κι όταν μια υποδεέστερη ομάδα είτε με τύχη είτε με ικανότητα καταφέρνει και παίρνει αποτέλεσμα στην έδρα του μεγάλου αντιπάλου.
Ολο αυτό που περιγράφουμε έχει να κάνει με θέματα παιδείας και νοοτροπίας. Δυστυχώς πάντα σε αυτό καταλήγουμε. Και δεν είναι ζήτημα του ποδοσφαίρου, αλλά μιας ολόκληρης κοινωνίας που ταλαιπωρείται από τέτοιου είδους μεμψιμοιρίες.